Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Λευτέρης Τσώνης: "Σκηνή 5η"

Προσπαθεί να γίνει νωρίς το πρωί.
Τίποτα το σταθερό.
Είσαι γυμνή,
όλη την ώρα αλλάζεις.
(Ξέρω πως) δεν κοιμάσαι.
Κοιτάζω έξω κι είσαι εκεί.
Ξαπλώνω.
Δεν σε χάνω.
Μηδέν.
Δεν σε χάνω,
παραπατώ κρυφά.
"Σχεδόν" απλά μετακινήθηκα.


 (από τη συλλογή "Αλκοολόγιο", εκδ. Εκάτη, 2015)


Πρόσφατες αναρτήσεις

Αγγελική Σιδηρά: "Πως έμαθε να κλαίει"

Κάποτε η σκιά μου δεν ήξερε ούτε να γελάει ούτε να πονά. Μ’ ακολουθούσε μόνο αφόρητα πιστή. Διψούσα κι έπινε νερό. Νύσταζα και κοιμόταν. Δεν σ’ αγαπούσε αλλά σ’ αγκάλιαζε παράφορα. Στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας οι δυο μαζί με τη δική σου τη σκιά πώς μπερδευόσαστε σ’ ένα θεόρατο κουβάρι σκοτεινό που άλλαζε σχήματα διαρκώς ώσπου ησύχαζε. Ξάφνου κοβότανε στα δύο και ξανά… ωσότου κάποτε στον τοίχο έμεινε μόνη η δική μου η σκιά μόνη για πάντα. Και τότε ήτανε που έμαθε πώς να κλαίει.


Κυριάκος Ευθυμίου: "Βροχή"

Νύστα με τους εφιάλτες στο μαξιλάρι ξυλοκρέβατο βράδυ των τσακισμένων.
Αχνοτρέμει απ’ την ντροπή της η ψυχή στο ψυχοσάββατο σώμα της γεροντοκόρη.
Κύμα ανέμου δροσισμένο φέρε μου βροχή βροχή.
Το φως ας καεί.

(από τη συλλογή "Κυρτός αλατοπώλης", εκδ. Εντευκτηρίου, 2015)

Άγγελος Καλογερόπουλος: "Ταφή"

Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα Κι έρχονταν νεαροὶ με μηχανὲς και με στεφάνια
Tο πρωὶ πετούσαν λευκὲς πεταλούδες Στην πόλη χιόνιζε Απ’ τη μεριὰ της θάλασσας ανέβαιναν αχνὲς οπτασίες Στις άκρες των βράχων προχωρούσαν άγγελοι – φαίνονταν κάτι μαύρες σκιὲς με δεκανίκια και ραβδιά. Ανάμεσά τους ο ουρανὸς και πάει λέγοντας.
Ώσπου έγινε θόρυβος σε μια στιγμὴ Το χώμα έπεφτε στο παγωμένο σώμα σα βροχὴ Κι έβλεπα μόνο τα μαλλιά της. Μες στα χαλάσματα του κάστρου Κρυμμένος στις πηγὲς των ποταμών Μάζευε ο βοσκὸς τα γιδοπρόβατα στη στάνη.


Τασούλα Καραγεωργίου: "Η χελώνα του Κεραμεικού"

Ίσως φανείτε τυχεροί, όπως κι εγώ, εάν βρεθείτε Απρίλη μήνα στον Κεραμεικό, ίσως τη δείτε ξαφνικά να σέρνεται λικνιστικά μες στα χλωρά τριφύλλια
Κι αν γύρω σας ακινητούν οι επιτύμβιας στήλες κι έφιππος ο Δεξίλεως γλεντάει τον θάνατό του, ακόμα κι αν σας συγκινεί μονάχα η τέχνη της σιωπής, δώσετε λίγη προσοχή στο θαύμα που ζωγράφισε ὁ Θεός πάνω στο καύκαλό της, μα πιο πολύ, στο πείσμα της αδιάφορη να οδεύει προς τους τάφους.
(Χελώνη η ελληνική, πατρίδα μου, βραδύ γλυπτό, που προσπερνάει τον Άδη.)


Γιώργος Μπλάνας: "Άστεγος 2013"

Η αλήθεια είναι πως σκοτώνει αρκούδα αυτό το κρύο κι η Σταδίου κατεβάζει φαρμάκι, αλλά θα βγει το βράδυ: θα έρθουν τα σκυλιά. Έχω ψαρέψει από τον κάδο στην Ομήρου δύο χάμπουργκερ μισά, θα τα φάνε, θα ζαρώσουν εδώ δίπλα, θα ζεσταθούν, θα ζεσταθώ. Ε, όχι να πεθάνω από την αθλιότητά τους πριν πεθάνω από το κρύο! Ας πάνε σπίτια τους, ας τσακωθούν με τις γυναίκες τους για τα παιδιά και με τα παιδιά για το σχολείο, ας δουν στην τηλεόραση να τους βρίζουν, ας φάνε μέχρι σκασμού, ας χαμηλώσουν την θέρμανση πριν πάνε στο κρεβάτι κι ας πεθάνουν από βλακεία πριν πεθάνουν από τη ζέστη. Εγώ θα είμαι εδώ και θα ονειρεύομαι τις απογευματινές εφημερίδες: Υπουργός πέθανε από τη ζέστη, εν μέσω πολικού ψύχους!
Ε, πως! Αυτό το κρύο είναι δικό μου, περάσαμε πολλά μαζί. Δεν με πειράζει.


Ελένη Κεφάλα: "Η σκιά στη γραμμή"

έτσι ξαφνικά, όπως το βουη- τό της μοτοσυκλέτας που τρέ- χει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όπως την αστραπή στον βρα- δινό ουρανό, όπως ένα τρα- γούδι που ξανακούς μετά από χρόνια στο ραδιόφωνο. Έτσι ξαφνικά, μετά από χρόνια, σ’ ένα αστραπιαίο, ιλιγγιώδες βουητό θ' αντικρίσεις το πιο αναπάντητο απ’ τα ερωτήμα- τά σου. Και τότε θα ξέρεις

(από τη συλλογή "Χρονορραφία", εκδ. Νεφέλη, 2013)


Ηρώ Νικοπούλου: "Πολυετής χηρεία"

Φουσκώνει ανάλαφρα τη νύχτα το σεντόνι στην αδειασμένη θέση της κι αυτός πλάι του πολύ προσέχει δεν μετατοπίζεται χέρι δεν απλώνει δαγκώνει δίπλα του είκοσι χρόνια το κενό
κάθε βράδυ μονάχος πλέει πάνω του δεμένος σε μονό κανό και περιμένει ώσπου να ξημερώσει το διπλό κρεβάτι του τον απειλεί μέσα στην νάρκη του μη κατά λάθος πέσει στην άδεια θέση
Για μεγαλύτερη ασφάλεια πέταξε το διπλό τους πάπλωμα κουβέρτα μονή αγόρασε εφηβική Τώρα πια στα ογδόντα του μ’ αυτήν σκεπάζεται κι αναστενάζει μέσα στον ύπνο του ελαφρά από αόρατη θανάτου κλινοπάλη.


Κλεοπάτρα Μακρίδου: "Για τους ποιητές"

Θαμμένοι βαθιά 
μες στους κρατήρες του ονείρου
αποσυνάγωγοι
έχουν τα όνειρα να μηρυκάζουν
στα υπόγεια στρώματα 
κάτω από τα λασπωμένα βέλη των Γραμματέων 
και τις ατέλειωτες συζητήσεις των Φαρισαίων στις Συναγωγές 
τους χαρακτηρισμούς 
τις δηλώσεις 
τις καταχρήσεις του λόγου 
σε ότι αντιβαίνει στο political correct 
ενώ η θάλασσα ξεβράζει ακόμη τα κουφάρια 
των λησμονημένων μας παιδιών.
Κι όμως τρέμουν για το κομμάτι της ζωής
που τους χαρίστηκε
γνωρίζοντας πως δεν πληρούν τις προδιαγραφές
της Σατραπείας
των απαιτήσεων συμμόρφωσης
με το ενδεδειγμένο μέτρο.
Στενάζουν στο αδιάκοπο σφυροκόπημα
του πυρακτωμένου σιδήρου των εκτελεστικών οργάνων
και επιμένουν να ντύνονται την ψυχή τους
για να σώσουν τουλάχιστον αυτήν της Ποίησης!

(από τη συλλογή "Φωνή Οιδίποδη", 2015)



Ελένη Βαρθάλη: "Στίχε"

Στίχε, λυτρωτικό καταφύγιο απόσταγμα βασανιστικού μόχθου
με σώμα σφριγηλό και ακόρεστα μάτια
σφυρηλατημένη αποτύπωση της ψυχής
εμφορούμενη από άχρονη μνήμη.
Στίχε μετριοπαθή και κομπορρήμων
ουτοπικέ και δύστοπε
εσύ που ξέρεις πότε μονοιάζουν και πότε φιλονικούν οι λέξεις
είσαι το πάθος που θα μερώσει στο ζύγισμα
εσύ που την αμεριμνησία αγάπησες
την άγνωστή σου φίλη
κρατώντας την καθαρότητα στα παιδικά σου μάτια.
Στίχε ως πότε θα σε λοιδορούν οι λεξηκτόνοι
εσύ που υπερίπτασαι του χαμού σου
αξιώνοντας το φως
εσύ που κυνήγησες άγρια τον θεό
με εμμανή προσήλωση
θυμήσου
όσοι το ελεύθερο πνεύμα σου φοβήθηκαν
λιγότερο από τον θάνατο
μην γυρίσει το μάτι του επάνω τους ο Πανόπτης
να σωθούν δεν θα προλάβουν.
Στίχε, όταν θα σέρνεις τα πόδια σου
κάτω από το βάρος των πραγμάτων
να θυμάσαι
είσαι η φτερούγα της θνητής μου υπόστασης
η πλήρωση του ανικανοποίητου ανάμεσα στα χάσματα
σκορπίζοντας μια χούφτα ασημόσκονη στα μαλλιά της αιωνιότητας.