Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2013

Γιώργος Αλισάνογλου: "Μνημολόγιον"

Το ταξίδι ένα τάμα μοναχό για το όνειρο η θάλασσα που σκόρπισε αναίτια το αίμα της στο θάμπος Πόσο κρατάει το ταξίδι; «Όσο το θάμπος» Χαϊδεύοντας τους άγνωστους νεκρούς τα ονειρώδη αφροδίσια σώματα στα παγερά σου κύματα Ένα βλεφάρισμα απ’ τον αφύλαχτο αέρα τρελαίνεται το φως κι ανθίζει μνήμη Πώς να υπολογίσεις εν προόδω την απόσταση ως το σκοτάδι;
(από τη συλλογή «Ακάνθινη πόλη», 2006)

Παυλίνα Παμπούδη: "Το έντομο ποίημα"

Ακαριαία των εντόμων Μονοκονδυλιά Απ’ την αρχή του χρόνου χωρίς τέλος Στον αέρα Αραβούργημα Περίπλοκο, αξεδιάλυτο Σπασμένος κώδικας Ποτέ σπασμένος Βούισμα Σε υψηλές συχνότητες Βούισμα συνεχές Διακεκομμένο απ’ τις ζωές μου Μήνυμα θεϊκό Μόνο τα σύμφωνα
Φωνήεν, λάθος Αιώνιο, εφήμερο, Ανωφελές Τσιμπάει
Με λιώνω

Γιώργος Χρονάς: "Αύρα"

Όταν θα φτάσεις στο σταθμό

μην κάνεις τίποτα το περιττό
Μην κινηθείς προς το περίπτερο
στους πωλητές καπνού ή φρούτων
Κάτω από τη μεγάλη πόρτα να σταθείς
ακίνητος μέσα στο φως της μέρας
αφήνοντας τη σκόνη του κόσμου στα παπούτσια
στις κλειστές γραμμές των χεριών σου
Γιατί εμείς από μακριά
θα σε αναγνωρίσουμε
κάτω από το ρολόι που θα σημαίνει
χαμένην ώρα.
(από τη συλλογή «Ο αναιδής θρίαμβος», 1984)

Γιώργος Μπλάνας: "Ο κότσυφας του σύμπαντος"

Τι όμορφα που είναι όταν ξυπνάς πριν ξημερώσει

…κι ανοίγεις το παράθυρο και μπαίνει φτερουγίζοντας 
όλο φωτάκια και δροσιές ο κότσυφας του σύμπαντος
και λέει: -Επιθυμώ τη δύναμή σου για να φέρω
σε πέρας το άγαλμα της μέρας.
Πραγματικά, καλλίπυγος κι εύζωνος και γλυκιά
η μέρα προμηνύεται και κάνει
χαρές βαθιά η καρδιά και παροτρύνει
το στήθος να συλλάβει στον αέρα
βέλη και δόρατα μεγάλων έργων.
Κρίμα!
Ερχεται ο ήλιος πύρινο γρανάζι πεινασμένο
στην βρώμικη φωλιά της πόλης και αρχίζει
να πνίγει τα ημερόπουλα: αίμα και σάρκα
μυρίζει και ο κότσυφας του σύμπαντος γυρίζει
ποιος ξέρει πού. Πολύ φοβάμαι...

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: "Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα"

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό του τίποτα
με ελάχιστα.

Έλσα Κορνέτη: "Μαινόμενος δήμιος"

η νύχτα τριγυρνά στα τυφλά
αποκεφαλίζοντας
τις αναπνοές της ημέρας
όσες απέμειναν
να μην αφήσει ούτε ίχνος
ούτε απόδειξη
ότι υπήρξαν

Κι εσύ
ο κρυμμένος
άνθρωπος σκιά
κρυφοκοιτάζεις
κρυφακούς από τη χαραμάδα

με
μισό μάτι
μισό αυτί
μισό σώμα
μισή αναπνοή

Κάποτε θα διαπιστώσεις ότι
ο ντροπαλός ο συνεσταλμένος
ο ευγενής ο διακριτικός
συνθέτουν έναν
άνθρωπο
αόρατο

Ιωσήφ Βεντούρας: "Τ’ αγριολούλουδα"

Τ’ αγριολούλουδα δεν ανθίζουν με προσταγές ούτε κανείς σπέρνει τη φύτρα τους ανατρεπτικοί άνεμοι στροβιλίζουν την αυγή λιχνίζουν γόνο στις οστεοθήκες των αγρών στον κρόταφο των βράχων.
Τη νύχτα Οι κηποκόμοι φτύνουν τη δροσιά της γης φτύνουν την αταξία της.
(από τη συλλογή  «Σχόλια σε μαύρο», εκδ. Γαβριηλίδης, 2006)

Σοφία Στρέζου: "Λάμψη"

Να κρεμαστώ στην αστραπή

να γίνω λάμψη
στα οροπέδια της σκέψης
και μετά ν' αφήσω τον χρόνο
να εισχωρήσει
στην χαραμάδα της λήθης
διαβάζοντας μόνο πυξίδες και χάρτες
στο φως των βλεμμάτων.

Να διαγράψω με μια γραμμή
όσα γράφτηκαν
στη σκοτεινιά των ματιών
εκεί που καυτό ρέει το δάκρυ
προσπαθώντας να αφοριστεί η λύπη
στα ταξίδια του πόνου
στους λιμενισμούς της θλίψης.

Αλλά εκεί που ξυπνούν άνεμοι
πάλι λιωμένες αισθήσεις αγρυπνούν
επαναφέροντας λάμψεις...

Τόλης Νικηφόρου: "Ο εσωτερικός εχθρός"

σε μυστικά κυκλώματα του εγκεφάλου και σε άγνωστες διαστάσεις των κυττάρων ελλοχεύει ο θανάσιμος αντίπαλος ένας καταχθόνιος συνωμότης που απεργάζεται την καταστροφή μας με αξιοθαύμαστη υπομονή
να φοβάσαι την πικρή γεύση της μοναξιάς και το ανεξερεύνητο φάσμα της αλήθειας
(από τη συλλογή «Ο πλοηγός του απείρου», 1986)  

Ντίνος Σιώτης: "Ακραία καιρικά φαινόμενα"

Παρά τα ακραία καιρικά φαινόμενα
παρά τις προειδοποιήσεις των Αρχών
δε φεύγουμε απ' τη γειτονιά μας
δε μετακομίζουμε στην ενδοχώρα
της ασφάλειας, δεν εκποιούμε
τα πάντα όπως κάνουν οι γείτονες
θα υποστούμε και αυτή την καταιγίδα
θα καταβάλουμε τα λύτρα
της παραμονής και θα αρχίσουμε
πάλι τη ζωή μας με τις ανορθωμένες
μέρες, αφού είναι σίγουρο πως
η ελπίδα θα μας θυμηθεί ξανά.

Γιάννης Λειβαδάς: "Ολικό Ποίημα"

Σαν να μεταφράζεις ξύλινα άλογα
Συναισθηματικός πληθωρισμός Ο Θεός τη Νύχτα
Μια πρόκληση που σκοτώνει Τα βαμβακερά των γυναικών Παρουσίες
Το κλάδεμα των χεριών των ματιών και των πεύκων ακόμη και των ζωών
Το γρηγορότερο δυνατό.
Δεν χρειάζομαι εργαλεία Τύπους Κομψότητα Κοινά δικαιώματα
Σαν να παραείναι τα ρεκόρ μια νέα εργασία για μένα
Αστερίσκοι οβελοί Τα λάθη των τεχνών Σε ποιον αρέσουν τα quadrivium
Βρισκόμαστε πίσω από ποίημα.


(από τη συλλογή "Άτη", εκδ. Κέδρος, 2011)

Αμαλία Ρούβαλη: "Αχανώς χαθέντες"

Σπασμένα νερά χαλασμένα φρένα φρέαρ μνημών δεν έχει στάση να κατεβώ, μοιραία, φτάνω στο τέρμα και πάλι η ίδια διαδρομή ανάποδη/ σαν διάδρομος κλειστός, ασφυξία. Σιωπηλό το πλοίο μπατάρει στα θέλω σε δυο κουταλιές γλυκού νερού. Από θέση ισχύος φταίω. Ξεχνάω τις στάσεις, ξεχνάω τις πλατείες, ξεχνάω τα χέρια, τα μάτια, δεν ξέρω. Οι διαστημόπετρες δεν κάνουν χάρες Δεν ξημερώνει για όλους, τι να τους κάνω, ακριβώς, τους κοιμισμένους μου με τα χλωμά μάτια; Δωσ’ μου έναν λόγο για αύρα κι ας είναι κι αγέρας σφυριχτός στα μακρυσμένα βουνά πριν απολείπειν ο Θεός Αντώνιον.
(Οκτ. 2012)

Γιώργος Λίλλης: "Παντομίμα"

Υπολόγισα τις πιθανότητες και ως Άμλετ παρουσιάστηκα
στη σκηνή για να καυχηθώ
που ακόμα σε πείθω με την υποκριτική μου.
Οι ασβεστωμένες ελιές γύρω από το υπαίθριο θέατρο
προστατεύουν τους ίσκιους μας,
αφήνουν να εννοηθεί πως είμαστε ακόμα ενταγμένοι,
δεν έχουμε επικηρυχθεί.
Τα λόγια μας επιβεβαιώνονται στην άδεια εξέδρα.
Αγαπημένη Οφηλία, αφήνομαι στο προβλέψιμο
για να νομίσεις πως τα πάντα έχουν αποκαλυφθεί,
πως αυτό που φυλακίζω μέσα μου είναι μια χαμένη στιγμή
κι όχι ένα ακόμα κλοπιμαίο της εμπειρίας.
Δοκιμάζω τις αντοχές μου με το να πιστεύω στο μάταιο,
μόνο και μόνο για να το κάνω στέρεο
μέσα στις πράξεις και στο κενό που κουβαλούν,
θέλοντας να το καλύψω, όταν με τοποθετώ εσκεμμένα
στο κέντρο και με σμιλεύω για να σου μοιάσω.

Γιάννης Σκληβανιώτης: "Η επαλήθευση"

Η επαλήθευση της ορθότητας του μέτρουδιαπιστώνεταιή με τα μαθηματικά  των αυγινών ήχωντων φτερωτώνή με το μήκος της σκιάς δωρικής κολώναςπου γράφει στη θάλασσα σελήνη Αυγούστουή στην ιδανικότερη περίπτωσημε την άνευ προσχημάτων ενεργοποίησητων δακρυγόνων αδένων από αύρα προσώπου

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου: "Ανικανότης"

Των φυσικών των χαρισμάτων μαρασμός.
Των επίκτητων αποθερισμός,
Της υστερίας οργιώδης βλάστηση:
Αυτά με συγκροτούν ως μητέρα.

Αλλά ως ουρανός διαφέρω.

Διαθέτω όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται:
Ασύνορη έκταση, βυθό αχανή, καρτερία,

Ως και το πάμφωτο φεγγάρι.


(από τη συλλογή "Λιμός", εκδ. Νεφέλη, 2007)


Πάνος Καπώνης: "Μια νύχτα με μπλουζ"

Διεφθαρμένοι κοιταχτήκαμε κατάματα, εγώ δεν τα πάω καλά με τις λέξεις αλλά από πάνω ως κάτω χαμογελάω ηχορύπανση ανδροπρεπώς κάθετη. Κι ενώ ανέμενα τον ιονισμό των άκρων μου από σπηλαιώδεις αιθέριες ουσίες και κολόνιες άγνωστες, χορευτές ως προπλάσματα αγαλμάτων βάδιζαν ανάστροφα στην πίστα, ενώ μια κομπανία πνευστών παιάνιζε. Το πάθος των νεοσσών ήταν αποκαλυπτικό στην ενθρόνιση των χρησμών ως συλλογή λέξεων που δεν γνώριζα ή ως ποίημα πρωτόγνωρων σπασμών μιας νύχτας ηδυπαθούς στις όψεις του κάθε έρωτα. Η σπηλιά ήταν εκεί ανοιχτή και ρέουσα ουρανομήκης ηδονίστρια σάλπιγγα που δεν καταλάβαινε από αναστολές και πήλινες εύθραυστες σκιές αισθημάτων κι η ατμόσφαιρα μύριζε πικραμύγδαλο και νότες αργού μακρόσυρτου μπλουζ στη διαπασών όμως μέσα στα σύννεφα που σκέπαζαν τα φεγγαρόφωτα ζεύγη αποσπώντας τον ρυθμό απ' τις κινήσεις σε στροβίλισμα αέναης στύσης ονείρων. Ο φίλος μου Ιωάννης Τραβαγιέ ξεπρόβαλε απ' τη μεριά των μη καπνιζόντων καπνό αναιδής ορχηστρούμενος πάραυτα και με είδε γυμνό ιδρωμένο αιθεροβάμονα μες…

Μαρία Πισιώτη: "Διαπιστώσεις"

Αναμοχλεύω το χθες
μέσα από τις στάχτες
του σήμερα.
Δεν άλλαξε τίποτα τελικά.
Πρόσωπα και πράγματα μόνο.
Διαχρονική ουτοπία
οι φωνές μέσα στην έρημο.
Το αύριο έρχεται χωρίς
συναισθηματισμούς,
μέσα από μάσκες ειρήνης.
Αιώνιοι Σίσυφοι με όνειρα
γεμίζουμε το διάτρητο
πιθάρι της ελπίδας.
Οι λιγοστοί εναπομείναντες
ρομαντικοί, η φωνή της γης.

(aπό τη συλλογή "Αιωρούμενο νησί",  εκδ. University Studio Press, 1999)

Γλυκερία Μπασδέκη: "Τρίτη Δημοτικού"

είμαι εννιά
πάω Τρίτη
δεν πέθανε η μάνα μου, στο σπίτι μένουν ζωντανοί  (ακόμα)
έχω τετράδια, κόλλες γλασέ, μ' αρέσει ο Δημήτρης απ' την Πέμπτη
δε θα γεράσω σύντομα-θα πάρει χρόνια
θα βγάλω λύκειο, σχολές, χριστούγεννα
θα βγάλω γλώσσα, ρούχα, επετείους
μα τώρα είμαι εννιά- δεν φτάσαμε στα κλάσματα (ακόμα)
(από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Ενδυμίων, 2012)

Βασίλης Σιουζουλής: "Άτιτλο"

Η ποίηση συνεπιφέρει ηδονή Μια αλλαξιά φορούσε σκέψης παιδικής χρώματος κυπαρισσί με γύρο ώχρας Μπροστά και δεξιά εικοσάχρονο γαλάζιο χόρευε υπό τον ήχο Μαϊστρου ευγενούς επιχείρημα αισιοδόξων ο τόπος.

Άλλαξε δρόμο και πήγε σε παραλιακό καφενείο·
πλήρωσε τον καφέ και πήρε δωρεάν τον πίνακα. (από τη συλλογή «Θεσσαλός Σεπτέμβρης», εκδ. Τα τραμάκια, 2000)

Ελένη Σεργίου: "Ο λύκος μου"

Άντρας αναγνωρίσιμος. Ωστόσο, λύκος εκ γενετής που τον έβγαλαν βίαια απ’ την σπηλιά του. Αρνείται να ζήσει με τους ανθρώπους, βυθίζεται στον κόσμο του ολοένα και πιο βαθιά έως ότου ανακαλύπτει ένα ξέφωτο στα γραπτά του που οδηγεί σε πολυσέλιδο δάσος. Εκεί αποβάλλει το ανθρώπινο προσωπείο και ανοίγει το αληθινό του πρόσωπο στο φως. Τα χειρόγραφά του φυσούν δυνατά και τρέχει ελεύθερος σαν άνεμος. Όχι η ποίηση δεν είναι παρηγοριά. Είναι κατοικία. Το σπίτι του. Η σπηλιά του. Εκεί μπορεί ν’ ακούγεται η φωνή του σ’ όλο της το εύρος, σ’ όλη της την ένταση χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ουρλιαχτό.
(Εγώ τον καταλαβαίνω.)

Πάνος Νιαβής: "Στην αυλή του φθινοπώρου"

Ανάλγητες  οι  μέρες  κυλούν   ενώ  μπαίνουμε   στην  αυλή του φθινοπώρου, σκέφτομαι, ο  πρόσκαιρος  χρόνος  μας  είναι ένα  παλιό  πανδοχείο νοικιάζουμε προσωρινά τις καμάρες  του   που  δεν ανήκουν σε  κανένα .
 Ένα  παλιό  γράμμα στο τραπέζι   με  επιστρέφει  στις  νεκρές μέρες  του αποστολέα. Οι σοφάδες   ξεφτίζουν  και οι προσόψεις  των παλιών  σπιτιών ζωγραφισμένες  ερημώσεις σώζονται ως  ευκαιριακές  αναμνήσεις  ή σε παλιές φωτογραφίες  με διφορούμενες   πλάνες, εκδοχές  κλειδωμένες στο σκοτάδι  καταπίνουν το ατελεύτητο  έρμα  απέραντων  νυχτών.
Επικαλούμαι την αμεριμνησία της γέρικης  κορομηλιάς  στην  άκρη  του παλιού χωραφιού ακίνητη  στο χρόνο  παίζει μουσική με τον άνεμο, αφιερωμένη στη σιωπή  χωρίς   να  νοιάζεται για οριστικές  απουσίες νεκρών και ζωντανών  ανθρώπων και τα ημιτελή  έργα  τους, Επινόηση   και ο στροβιλισμός σε χαμένα σχήματα ,κουβέντες  πραγματικές ή φανταστικές .
Μα κι αυτά    που σου γράφω τώρα – για την ματαιότητα του   εφήμερου χρόνου, σε τι αλήθεια …

Μανώλης Μεσσήνης: "Αναλλοίωτα"

Στις άλλες μνήμες
όσες θέλει ας δίνει η φαντασία παραλλαγές :

Στο άφρισμα της θάλασσας
που αγγίζουν τα δάχτυλα των ίσκιων
οδοιπορώντας πάνω στα πλήκτρα των ωρών
ή σε μια πιο σκούρα απόχρωση
που παίρνει ο ουρανός τη νύχτα
καθώς βαθαίνει στον ορίζοντα

Αλλά σ’εκείνη την εικόνα
που χάιδεψαν τα μάτια μου,
σ’ εκείνη τη στιγμή
που μένει ακίνητη στα χείλη μου,
η φαντασία τίποτα δεν έχει να προσθέσει

Δημήτρης Μούχας: "Ταξιδεμένα πουλιά"

Έφυγαν τα πουλιά πήγαν και πάλι ταξίδι στα ίδια μέρη του Νοτιά στης Αλήθειας τα φώτα, πέρασαν φουρτούνες πολλές μέσα από τόσες φωτιές μα ύψωσαν το κεφάλι κάτι μέσα είχε μείνει κάτω από της καρδιάς το κανάλι.
Πνιγόσουν στο αίμα σε παλιές ιστορίες μα το ποτάμι δε γυρνά να θυμάσαι. Τώρα που βγαίνεις και πάλι στα παλιά σου λημέρια αναμνήσεις σε τυλίγουν ένα μάτσο σκιές σκίσε τώρα τα δίχτυα απ' το φαύλο κύκλο να βγεις η ουσία είναι εδώ δεν ωφελεί να νοσταλγείς. Να ξέρεις πάντα πως κάποιοι σε βλέπουν πως Θεοί υπάρχουν ακόμα και εδώ σίγουρα στο λέω σε νοιώθουν έκανα κόπο να ξέρεις κ' εγώ να το δω.
Εμπιστοσύνη να δείξεις να καις το φιλί η Αγάπη είναι φωτιά κ' ο βραχνάς θα χαθεί...
*Ταξιδεμένα πουλιά οι απανταχού αφυπνισμένοι

Μαρία Τσιράκου: "Στην παρένθεση της μέρας"

Εσύ, μετρούσες τη διάμετρο του μηδέν
περιμένοντας το λεωφορείο, στάση γωνία
κούραση πρωινή της ζωής σου
καθημερινότητα το λέμε,
γιατί δεν αντέχουμε να το πούμε αλλιώς.
Παραίτηση, ίσως;

Εσύ, κοιτούσες την κίνηση της πόλης
πάλευαν ενοχλημένα τα απωθημένα σου
πάλι τα ίδια να λέμε;
Ναι, θα τα λέμε,
γιατί αρνείσαι την κίνηση του εαυτού σου.
Τον παρατήρησες ποτέ στον καθρέφτη;

(Εκείνος, δρόσισε το πρόσωπό του
με ένα χαμόγελο, με μια "καλημέρα".
Μουρμούρισε κοινότοπα "η ζωή είναι ωραία".
Περπατούσε, παρατηρούσε,
βίωνε, ζούσε, στιγμές στιγμές
την ευτυχία του, γεννούσε).

Εσύ, υστερικά πολλαπλασιασμένος,
περιμένεις αφημένος το λεωφορείο, στάση γωνία
ξανά, κούραση βραδινή της ζωής σου…

Γιατί ενώ μετρούσες τη διάμετρο του μηδέν
δεν είδες, στην παρένθεση της μέρας, εκείνον.

Αναστασία Γκίτση: "Ο πληθυντικός της σιωπής"

Της σιωπής πληθυντικός
δεν της ταιριάζει.
Στερείται πολλαπλότητας
χωρίς να αναιρείται.
Μοιάζει η σιωπή ανάσα θεϊκή
που λόγος δεν της πρέπει
μοιάζει η σιωπή με βλέμμα
που κάνει διάφανη την ψυχή
και όλο τον κόσμο λιγοστό
στ’ άπειρο τ’ ουρανού
π’ ανάσα αναδύει.

Ίσως γι’ αυτό να τρεμοπαίζουν που
και που κάτι θαμπά αστεράκια.
Ανάσα κάποιου θα ’ναι που
τ’ αχνοσβήνει αιώνια.
(από τη συλλογή "Ξέρω! Είναι κάπως αργά…", εκδ. Παρατηρητής, 2000)

Σταυρούλα Γάτσου: "Μάρτυρας υπεράσπισης"

Πήρα κλήση για το δικαστήριο ως μάρτυρας υπεράσπισης
Τεράστια η καταβολή του εφικτού μακρόχρονη η δίκη
Κάθε τόσο να φωνάζουν μια λέξη κι αυτή να δικάζεται

Κατάθεσα ως μάρτυρας υπεράσπισης των λέξων, τι φρίκη
Φώναξα πολύ, μα δεν νοούν να βάλουν μέσα στο σώμα
τον αέρα του νοέμβρη και το μεγάλο φεγγάρι.

αργότερα δικάζανε την άνοιξη κι ακούγοντας το κατηγορητήριο
η μυγδαλιά λιποθύμησε μέσ’τους καρπούς της
έτρεξα να την συνεφέρω μα δεν τα κατάφερα.

Πως να υπερασπίσεις το αυτονόητο.
Γι αυτό σας λέω, η δικαιοσύνη δεν ανευρίσκεται, δεν υπερασπίζεται
διατίθεται απλά μέσ’τη σιωπή.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης: "Υπέρ των ποιητών"

Να αγαπάτε τους ποιητές. Προς όφελός σας διαθέτουν την ψυχή τους την ειρηνική αυτή επαρχία εκρηξιγενών πετρωμάτων, επιδιδόμενοι σε διαρκή εκβραχισμό ώστε να σας προσφέρουν τις πολύτιμές τους λέξεις.
Αποτελούν, από μιαν άποψη, ένα είδος θαλάμου ακροάσεων των επιθυμιών και των καημών σας· μία διώρυγα προσαγωγής της προσδοκίας σας για κάτι το ωραίον· ένα ακάτιο που σας διασώζει από την αγκυλωτικήν αγκίστρωση στους παγετώνες της ακαλαισθησίας. Σας παρέχουν την ευκαιρία να ενωθείτε μαζί τους με δεσμούς ετεροπολικούς, αν αξιοποιήσετε τα ψυχικά τους αναβλήματα.
Να αγαπάτε τους ποιητές. Αντιληφθείτε ότι δεν είναι τίποτε άλλο από μία δεξαμενή έρματος για να ισορροπούν οι υπερθαλάσσιοι θάλαμοι του πλοίου με το οποίο ταξιδεύετε.
Κάθε φορά που τους πληγώνετε υφίστανται μικρά εγκάρδια ραγίσματα μη επισκευάσιμα.


Ασημίνα Ξηρογιάννη: "Η άρνησή σου"

Την άρνησή σου την έκανα καράβι
που θα με ταξιδεύει στα χρόνια που θα ’ρθουν.
Κυματάκι της θάλασσας που πάνω του θα χαϊδεύομαι
Φωνούλα μέσα μου που τραγουδάει για αθωότητα.
Την άρνησή σου την έκανα στίχους ηχηρούς,
την έκανα στιγμή ολόκληρη γεμάτη από σένα,
ελπίδα ότι μπροστά μου θα σταθείς μια μέρα,
Κι εγώ,
ελεύθερη,
θα σου ψιθυρίζω την αλήθεια μας,
κι εσύ,
για πρώτη φορά,
θα την αποδέχεσαι.


(από τη συλλογή "Πληγές", εκδ. Γαβριηλίδη, 2011)

Θεοχάρης Παπαδόπουλος: "Ημερολόγιο"

Δευτέρα στη βροχή να περιμένεις,  την Τρίτη να βαδίζεις μες τις λάσπες,  Τετάρτη να φτυαρίζεις τα χαλίκια,  την Πέμπτη σπας τα βράχια με κασμά,  Παρασκευή να τρέχεις όλη μέρα,  το Σάββατο να περπατάς για ώρες,  την Κυριακή ξεκούραση και γλέντι.  Θες να ‘ταν κάθε μέρα Κυριακή.   Τα σύννεφα βαραίνουν και δακρύζουν,  σαρκαστικά η μοίρα πλάι σου γελά  και σε ξυπνάει:   Δεν είναι κάθε μέρα Κυριακή.   Κλείνεις τα μάτια,   βλέπεις άλλο κόσμο,   που ίσως κάποτε τον δεις στ’ αλήθεια   και θα ‘ναι κάθε μέρα Κυριακή.

Χάρης Βλαβιανός: "Ποίηση"

Κι εγώ την απεχθάνομαι·
ασφαλώς και υπάρχουν
πιο αναγκαία πράγματα στη ζωή
απ' αυτό το ατέρμονο scrabble
με τις ξαφνικές κρίσεις λεκτικής ευφορίας.

Διαβάζοντάς την όμως
με απόλυτη αποστροφή
ανακαλύπτει κανείς
μέσα στις άχρωμες σελίδες της
έναν τόπο προορισμένο για το αυθεντικό:
έναν φανταστικό κήπο
με πραγματικές αλέες
όπου το πτυχωτό φόρεμα της κ. Μουρ
σαρώνει με ρυθμική μεγαλοπρέπεια
τα νεκρά φύλλα των ενδοιασμών μας.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Αμαρτωλές γωνίες"

"Νίκωνος Μετανοείτε"
στο ημερολόγιο
συννεφιασμένου πρωινού,
με τη βροχή ν' αντέχει,
αμετανόητα να ξεπλένει
ενοχών Ερινύες,
νίκες και ήττες
σε αμαρτωλές γωνίες
πεζοδρομίων και δωματίων,
στιγμών ελασσόνων
κι ομοίων.

(από την συλλογή "Ενδόγραμμα", εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010)