Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος: "Περιμένοντας"



Με το ραδιόφωνο να παίζει χαμηλά, τη μηχανή
σβησμένη και τα παράθυρα κατεβασμένα
έχω αράξει τ’ αυτοκίνητο σε απόμερο δρομάκι
με λιγοστή κίνηση κι ανύπαρκτα πεζοδρόμια
και, όπως γίνεται συνήθως, κάθομαι και περιμένω.

Από δω που είμαι δεν φαίνεται η θάλασσα,
αν είναι πράσινη ή γαλάζια
ή αν τα ψάρια κολυμπάνε στα νερά της,
ούτε η βρόμικη προκυμαία και τα καράβια της.

Μπορώ ν’ ακούσω όμως καθαρά του λιμανιού
τις ανάκατες φωνές, το τρίξιμο των γερανών,
του πλήθους το βιαστικό πήγαινε-έλα,
μπορώ να μυρίσω, ανάμεσα σε δυο τσιγάρα,
την εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
τους ξερούς μπακαλιάρους που λιάζονται
στους πάγκους των ιχθυοπωλείων,
ακόμη και την ομίχλη μπορώ να αισθανθώ
με κάποια αίσθηση που ως τώρα δεν ήξερα πως διαθέτω.


Τίποτα δεν συμβαίνει όμως· κανένα λαθραίο φορτηγό
δεν εμφανίζεται, καμία ύποπτη συνδιαλλαγή
ή απειλητική χειρονομία δεν γίνεται, κανένας
πνιγμένος πίσω απ’ τους τοίχους πυροβολισμός,
κανένα νόημα να μένω άλλο εδώ.

Δεν φεύγω όμως, η νύχτα διαδέχεται τη μέρα
κι εγώ περιμένω – περιμένω μια πόρτα κάπου
ν’ ανοιχθεί, κάποια ξανθιά να εμφανιστεί
ή μια κοκκινομάλλα, περιμένω τα φώτα όλα να σβήσουν
ή το πακέτο των τσιγάρων μου ν’ αδειάσει.    

Σχόλια

Δημοφιλή ποιήματα του μήνα