Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2013

Κατερίνα Γιαννακοπούλου: "Ωδή στους χαμένους φιλοσόφους"

H αυλαία έπεσε... πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Tίποτα δεν είναι όπως πριν... Zούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. O καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Oι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες” κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη. Kοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο ζωολογικό μας κήπο. Oι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Aνοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Aσφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους... του απρόσωπου πλήθους. H πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Mην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πως δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Xρυσού Aιώνα του Περικλή; Eρευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πως φτάσαμε ως εδώ, πως ξεχάστηκαν IΔANIKA κι AΞIEΣ. Mα εμείς πάλι κρυφά όπως τον παλιό καλό καιρό μέ…

Βάσω Μπρατάκη: "Νύχτα ηνίοχος"

Στη διχάλα της σιωπής πνιγμένη επιθυμία φυγής το τελευταίο σφύριγμα της αμαξοστοιχίας που δεν έφτασε στο τέρμα. Και μείναμε στην αποβάθρα προσμένοντας με τις βαλίτσες γεμάτες τριμμένα πανωφόρια... τα όνειρα μας τις νύχτες που η πόλη πουλιέται σαν πόρνη πολυτελείας σε σοκάκια σκοτεινά και άδεια, ενώ οι ποιητές στων στίχων τη σκακιέρα παίζουν την ψυχή τους, με λόγια φιλήδονα και λάγνα στον έρωτα ποιος θα κερδίσει. Και η νύχτα, σαν άλλος ηνίοχος, έχοντας τα μάτια κλειστά με ένα κόκκινο της φωτιάς μαντίλι στο χρώμα της καρδιάς αιώνες τώρα κρατά τα ηνία, κάτω από το φεγγάρι, φυλακίζοντας το χλιμίντρισμα που ξυπνά ο έρωτας.
(από τη συλλογή "Νύχτα Ηνίοχος", εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης: "Η έννοια της ταχύτητας"

Ποτέ δεν σταμάτησε Ποτέ δεν θα σταματήσει Οι ράγιες ήσαν εκεί απ’ την αρχή Κι αυτός, δεσμώτης του ιλίγγου
Ο μηχανοδηγός να παίζει φυσαρμόνικα Ο ήλιος να γέρνει πορφυρός πάνω απ’ το λόφο Οι εύμορφες να λούζονται στη λίμνη Κι αυτός να θρηνωδεί με μαντολίνο
Το τρένο να τρέχει τρίζοντας Η τρέλα να τρίζει τρίμματα
Οι μεντεσέδες βγήκαν απ’ τις θύρες Όλα αλλάζουν άλαλα

Γιάννης Σμυρλής: "Ονειρικό"

Ξεσκόνιζα τα καλά μου ρούχα από λύπες περασμένων καιρών. Γέμιζε το δωμάτιο γιορτές και όσα θυμόντουσαν τα υφάσματα. Έτρεχα να προφτάσω τα παπούτσια μου, που καθώς άνοιγα τη ντουλάπα, ανέβαιναν ψηλά στο φεγγάρι. Κι έτσι, καλοντυμένος, περιμένοντας το χάδι των ονείρων, έβλεπα τη ζωή μου να χάνεται για πάντα.
(από τη συλλογή "Κονσέρτο για σιωπή", εκδ. Ηριδανός, 2013)

Ιωάννα Π. Κρανιώτη: "Ψευδομάρτυρες"

Τα βήματα μπερδεύτηκαν μες στις αλήθειες κι εγώ μαζεύω ψευδομάρτυρες για να μου πουν πως έφταιγε το φως.

Νικόλας Σμυρνάκης: "Απ’ την αρχή"

Πιο πηχτή η μελάνη απόψε, σβήνει πάνω στο λευκό χαρτί
τις μελαχρινές μου σκέψεις Καθρέφτης του μυαλού οι λέξεις γεμίζουν τις γραμμές με καμπυλώσεις κι όσες γωνίες μείνανε, μαζεύτηκαν στο τέλος κάθε πρότασης τόσο αιχμηρές που κόβουν των μικρών λεκτικών προορισμών τα τελικά μου σίγμα.
Άκου πως στάζουν οι καταλήξεις νοηματικές αλήθειες κι ας μοιάζουν οι λέξεις πονεμένες από τις τόσες αναγνώσεις
Μούσες, έρωτες, πληρότητες, κόκκινα ορνιθοσκαλίσματα του χθες Μούσες, έρωτες, πληρότητες, λευκές ακέφαλες υπερβολές Μούσα μου, έρωτα, πληρότητα, μάνα των νεογέννητών μου άλφα Μούσα μου, έρωτα, πληρότητα, φόνισσα των νόθων αριθμών μετά το ένα
Καταρρέουν οι γραμμές χιλιάδων τετραδίων, σωρός τα γράμματα που κρέμονται από τα τελευταία τους γιώτα και φτιάχνουν κεφαλαίους  αφορισμούς σχήματος Χι Από τη μέρα που μου έμαθες να γράφω στη νοηματική, δεν ξεπατικώνω πια νοήματα αυτοκόλλητων λέξεων μιας ζωής καρμπόν της ανάγκης για ζωή
Κι όσες λέξεις μείναν στα συρτάρια, ζητιανεύοντας μικρές τελείες σκόνης γί…

Παναγιώτης-Θεοτόκης Λάκκας: "Ζωής άστεγος"

Ικέτης της ροής των άδολων πραγμάτων,
και στο στόμα μου βαθαίνουν οι πληγές της αλήθειας. Στο κρεβάτι που ξάπλωσα χθες βράδυ μάταια πρόσμενα συντροφιά τη γαλήνη, τύψεις και ενοχές συνάντησα γι’ αυτά που δεν έπραξα. Επαναστάτης στους χάρτες των τυφλών «πρέπει», κέντησα το λάβαρο με το νήμα της αντίληψης. Ζήτησα το βήμα και ο λόγος με συνάντησε, έπραξα με ποίημα τη μάχη που ξεχάσατε. Στον τόπο αυτό μονάχα οι στέρφες ελπίδες κατοικούν, έτσι σας είπαν κι εσείς πιστέψατε. Καπνός και φωτιά, όλα θα καούν για το λίγο από εσάς που δώσατε. Διστάσατε… κι εγώ άγνωστος για εσάς χάθηκα μια ξεχασμένη αυγή του φθινοπώρου.

(Λάκκας Π. Θεοτόκης)

(από τη συλλογή «Ορίζοντες…», 2011)

Δημήτρης Χουλιαράκης: "Το μαύρο κουτί"

Το μαύρο κουτί ποιος θά ’βρει της ζωής μας
μέσ’ από θλιβερά συντρίμμια καπνισμένα ποιος απαλά θα τ’ ανασύρει κι ύστερα ποιος απάνω του θα σκύψει ζοφερός τα αίτια της τραγωδίας ν’ αναλύσει.
Αλλά κι αυτό ακόμη να συμβεί ποιο τ’ όφελος αφού έγινε πια ό,τ’ ήτανε να γίνει αφού χλομοί στης νιότης μας το ρημαγμένο το λιθόστρωτο γυρίζουμε κι ούτε κανέναν πια γνωρίζουμε ούτε πια τίποτα ζητούμε.
Καλύτερα λοιπόν να μη βρεθεί το μαύρο της ζήσης μας κουτί κάλλιο χαμένο κάπου στα χωράφια να σαπίζει και το χορτάρι πάνω του ν’ απλώνεται βουβό ώσπου να το σκεπάσει ολότελα κι ένα εξόγκωμα στη γης μονάχα ν’ απομείνει.

Τούλα Μπαρνασά: "Άτιτλο"

Δεν προλαβαίνω να αγγίξω
το εφήμερο,
τρέχω να απλώσω
του ουρανού
τα εσώρουχα ,
να σιδερώσω
σύννεφα να αλλάξει. Πρέπει να ξύσω
και να ψήσω άστρα
για να φάει. Ας είναι σήμερα
να βρω στα σύννεφα
ένα μπουκάλι
παλιά, καλή βροχή, ίσως αν πιει την ίδια
την πελωριότητα
να ζαλιστεί, να ηδονιστεί, μήπως γλυτώσω
και δεν μου κακιώσει
όταν δει, πως όταν γλίστρησα
κι έπεσα στα γκρεμνά
του υπέροχου,
από της ποίησης
την οροφή, έσπασα όλα τα κρύσταλλα
της αιωνιότητας,
τα σπάνια τιμαλφή.

Πάνος Παπαγεωργίου: "Λίμνες της Σελήνης"

Η μικρή πέτρα
που ριγά στ' άγγιγμά σου κι η κραυγή του σύμπαντός σου είμαι.
Και στέκω εκεί και θωρώ στα μάτια σου τους ουρανούς και τους πλανήτες και τις λίμνες της Σελήνης. Και μένω εκεί κι αναζητώ στην ανάσα σου τον άλλο ορίζοντα και τα νησιά που δεν ανακαλύφθηκαν ακόμη.
Η μικρή φλόγα που θεριεύει στ' άγγιγμά σου κι η γαλήνη του Απείρου σου είμαι.
(από τη συλλογή "Λίμνες Της Σελήνης", εκδ. Τα Τραμάκια)

Τίτος Πατρίκιος: "Σε βρίσκει η ποίηση"

Eκεί που ξανασκέφτεσαι αν γίνεται οι άνθρωποι να σμίξουν
όχι μόνο την ώρα μιας επικείμενης καταστροφής αλλά και μέσα στη βολή των ήσυχων ημερών τους αν γίνεται να συναντηθούν οι φίλοι που έχουνε ξεκόψει όχι μόνο στην έξαρση των λυτρωτικών τους οραμάτων αλλά και μέσα στην τριβή ατομικών επιδιώξεων αν γίνεται οι άλλοι να χωρέσουν στον προσωπικό σου χρόνο μαζί τους να μονοιάσεις μες στον απόρρητό σου χώρο αν γίνεται μονάχος σου να βρεις έναν καινούργιο φίλο ανάμεσα σε επιθετικούς γνωστούς και προσηνείς αγνώστους αν γίνεται να συμπορευτείς με τους παντοτινούς χορτάτους που τώρα κόπτονται για εκείνους που πεινούν εκεί που αναλογίζεσαι αν μπορείς ακόμα να απευθύνεσαι σε όσους απορρίπτουν πριν καν ακούσουνε τα λόγια σου να μην σιωπάς μπροστά σ αυτούς που δεν θέλουνε να ξέρουν πως όλοι μαζί βαδίζουμε προς τον θάνατο εκεί που προσπαθείς να μεταπείσεις όσους αρνιούνται πως η ζωή είναι από μόνη της ένα θαύμα…
Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.

(απόσπασμα από τη συλλογή "Σε βρίσκει η ποίηση"…

Ζαχαρίας Στουφής: "Η ταξιθέτρια του χάους"

Από τότε που διορίστηκα ταξιθέτρια του χάους δεν προλαβαίνω να ασχοληθώ καθόλου με την ποίηση.
Εσείς όμως, οι νεο-μυημένοι στη γραφή και εσείς οι ακούραστοι διώκτες της σιωπής είναι καιρός, νομίζω, να γράψετε τα αδιάβαστα ποιήματα. Δεν θα τα τραγουδήσουν οι γενιές που δεν θα ’ρθούν θα παραμείνουν σε βιβλία κλειστά όταν οι σαβάνες θα πολιορκούν τα τσιμέντα. Στο ενδεχόμενο ενός οριστικού τέλους να γίνετε οι πιο μάταιοι προφήτες (αφού κανένας δεν θα υπάρχει για να σας δικαιώσει) γράφτε την ατραγούδιστη και ύστερη κατάσταση του τέλους.

Αργύρης Μαρνέρος: "Ο τάφος του θεατρίνου"

Πέθανε ντυμένος σάρκα θεάτρου. Αυτά έγραφε πάνω στην επιτύμβια πλάκα. Ήταν ο τάφος του θεατρίνου που πέθανε πάνω στη σκηνή προτού καρατομήσει η αυλαία του ρόλου την ψυχή. Το δικό του κορμί και η δική του ψυχή έμειναν για πάντα στο καμαρίνι του θεάτρου θαμμένα μέσα στον καθρέφτη εκεί που τους αποχαιρέτησε λίγο προτού βγει στη σκηνή.
(Β’ βραβείο διαγωνισμού ποίησης 22ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Ποιητών, Λάρισα 2011)

Νάνος Βαλαωρίτης: "Το μάθημα της χαραυγής"

Με το κόκκινο φίδι που γεννιέται στο αίμα τους με τη διπλή φλογέρα που κοιμάται στο βλέμμα τους τα παιδιά σας θα μεγαλώσουν κι αυτά θα τινάξουν το βαρύ χαλινάρι που εμποδίζει τα όνειρά σας θα φορέσουν τα αστραφτερά σας πουκάμισα θα παρατήσουν τους χορούς και τα παιχνίδια στα τρυφερά λαγκάδια και θα περάσουν σιωπηλοί μαρμαροτράχηλοι τις ατσαλένιες πόρτες να πλημμυρίσουν τη γερασμένη σας πολιτεία και τ’ αγέρωχα παλικάρια μεθυσμένα από το αίμα της χαραυγής θα τιναχτούν να γιορτάσουν το ξύπνημά τους να τραγουδήσουν με τη δική σας φωνή ένα δικό τους αστέρι να ταξιδέψουν με τα δικά σας καράβια ένα δικό τους ταξίδι ν’ αγναντέψουν με τα δικά σας βλέμματα ένα δικό τους ήλιο να κοιμηθούν με το δικό σας ύπνο ένα λαφρύτερο ύπνο και θα ’ρθουν αστροντυμένοι όπως έρχεται το φεγγάρι να λιώσει στην αμασχάλη του βουνού και θα ’ρθουν ηλιολουσμένοι όπως έρχεται το μαχαίρι αστραφτερό να βρει το κοιμισμένο χέρι και θα ’ρθουν ανεμοπόδαροι θαλασσοφιλημένοι να τινάξουν στην μαραμένη σας αγκαλιά τη ζωντανή το…

Άγγελος Μητσόπουλος: "O χρόνος"

Ήταν απλά μια πρόσκληση.
Δεν με πήγε κάπου.
Είχαν στεγνώσει και τα δάκρυα.
Είχε παγώσει και το βλέμμα.
Ο δρόμος, χάθηκε μπροστά μου.
Δεν ξέρω, αν έζησα αυτή τη στιγμή,
μπορεί να ήταν ένα ψέμα.
Αφήνω πίσω τις προκλήσεις
κι όταν ξυπνήσω θα ’χουν σβήσει.

Ήταν απλά μια νύχτα.
Δεν φοβήθηκα τον άνεμο.
Άντεξα τη λάμψη των ματιών σου.
Είχε χαθεί ο χρόνος
κι έψαχνα λύσεις σε βιβλία.
Δεν ξέρω πως έφυγες από εκεί,
μπορεί και να μην ήρθες.
Αφήνω την σκέψη να ακμάσει
μήπως μπορέσω και πετάξω.

Χαρά Ναούμ: "Του ποιητή στον αναγνώστη"

                                                                   My red filaments burn and stand, a hand of wires.
                                                                  Now I break up in pieces that fly about like clubs.                                                                   A wind of such violence                                                                  Will tolerate no bystanding: I must shriek.                                                                                                         SylviaPlath
Τα παραμύθια φορούν τακούνια Χαράσσουν τα πεζοδρόμια Διαδηλώνουν για το ένα μου χέρι Το άφησα να ταλαντεύεται στον απλωτό Κυριακές πρωί Απεχθάνομαι το σιδέρωμα παθητικές στοίβες ρούχων -δεν θα με φορέσουν ποτέ
Σου μιλάω για τα παραμύθια που χθες -Κυριακή- μάζεψαν το χέρι μου εκείνο που γράφω Αυτό εδώ
Ανυπόμονο όπως πάντα έγινε αλεπού κι αρπακτικά φωνήεντα
Στο πρόσφερα (το χέρι λέω) προστακτικά να το εξημερώσεις Μαζί με δάχτυλα κοφτερά νύχια και το σφην…

Βάγια Κάλφα: "Οικειότητα"

Πόδια, για πού το βάλατε;
Ποιες προσδοκίες φορέσατε
Ψηλές
Πάνω σε αυτό το
Παραιτημένο πλακόστρωτο
Που σας μαγκώνει;

Πού πήγε η φυσικότητα
Ο ένστικτος ρυθμός σας
Το ξάφνιασμα του ξένου
Και με δυσφορία περνάτε
Σαν να το ξέρατε καιρό;
Σε ποιες άγριες ομορφιές
Ζητάτε να βγείτε, πόδια;
Αυτό το δειλινό
Μειδιώντας μπροστά στο αταίριαστο
Σας βρίσκει από παντού

(από τη συλλογή «Απλά πράγματα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Τζένη Μαστοράκη: "Η πόρτα"

Τώρα, επάνω στην πεσμένη πόρτα
περνάνε και κρεμάνε τα τραγούδια τους
δεμένα με χρωματιστές κορδέλες
σαν τάματα σε κάποια
Παναγία τάδε, τη θαυματουργή.
Ο ποιητής κουβαλάει
την πόρτα στην πλάτη
και σωπαίνει.
Θα τόνε δεις καμιά φορά λοιπόν
να περπατάει σκυφτός
ή να περνάει με το πλάι τα στενά
και κείνο το κάγκελο
στραβωμένο
αφήνει βαθιά χαρακιά
πάνω στην άσφαλτο. (από τη συλλογή «Το σόι», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1978)

Αντώνης Φωστιέρης: "Τα γραπτά πετούν"

Ο αναμάρτητος πρώτος βαλέτω. Αυτός Που δεν του πέρασε ποτέ απ' το νου Πως τα πτερόεντα πετούν κουρνιάζουνε Σαν τρομαγμένα πάνω στα γραπτά Μήπως και βρούνε τρόπο κάπου να τρυπώσουνε Να μείνουν όπως μένουν τα αιώνια όλα Στον αιώνα.
Πτερόεντα είναι, αφελή, τι να σκεφτούν.
Όμως ετούτα εδώ, τα αιώνια, Δεν ξέρουνε Για πόσο μόνο θάλλει μια αιωνιότης; Και αγάλλονται Τ’ ονοματάκι τους χαράζοντας βαθιά Στην πιο πολύτιμη Άπεφθη Λυδία των πάντων Λήθη.
(από τη συλλογή "Πολύτιμη λήθη", εκδ. Καστανιώτη, 2003)

Αντώνης Ψάλτης: "Ακούραστα να συνοδεύει ο John Coltrane"

πόσο μπορεί
να κλάψει αυτό το ποίημα γδέρνοντας τους στίχους του παράφορα ουρλιάζοντας κάθε βεληνεκές και χρόνο εξαργυρώνοντας τους φθόγγους του να εξαντλήσει ωσότου οι λέξεις να σκιστούν το πάλλευκο χαρτί χαράζοντας τα χέρια σου με ποίηση ματώνοντας (dear) σε δάκρυα απόκρημνα ακροβατώντας πόσο το πιότερο το θλιβερό τ' απρόσμενο να εξηγήσει πόσο λοιπόν (γιατί γυναίκα ίσον πραγματικότητα και γη κι άλλο τίποτα απ' όσα λένε) το άτεγκτο υφάκι σου να συνθλίψει πόσο μπορεί και με λυτρωτική αποστροφή σχεδόν αηδιασμένη το επικίνδυνο ποίημα να πετάξεις στο πάντα ασφαλές σου παρελθόν
δες' το εκεί καρφώθηκε αιώνια θα σου θυμίζει
(από τη συλλογή «Το καντήλι και άλλα ποιήματα», εκδ. Αιγαίον, 2012)

Λίνα Φυτιλή: "Η παντοδυναμία της αφής"

Ήταν η σκληρή εποχή της αμφιβολίας Έβλεπα τα δέντρα πίσω από την κουρτίνα Να τρεμουλιάζουν στον αέρα που κλαψούριζε σα νηστικό σκυλί Σε θυμόμουν πάντα να στέκεσαι Στη γωνία του δρόμου Νοσταλγούσα Τα μαγικά σου τσίνορα Όταν γελούσες

Σίγουρα ήταν άλλη χρονιά Άλλη εποχή
Δεν κρύωνα Δεν κρατούσα το απουσιολόγιο των παρουσιών και των απουσιών. Αγαπούσα βλέπεις, τους μυστικούς νόμους των σωμάτων
Ήλπιζα στην παντοδυναμία της αφής Έλεγα Δεν μπορεί, θα γυρίσει, δεν μπορεί- Αν τα ποιήματα λένε αλήθεια- ότι το σώμα νικάει το μυαλό

Δανάη Σιώζιου: "Το εργόχειρο"

Χρόνια όσα και τα δικά μου
κεντούσε η γιαγιά μου
δαντέλα  ολόλευκη
στο γάμο μου να τη φορέσω
και τώρα που στο τέλος πλησιάζει
παίρνει σιγά σιγά
κι αθόρυβα να τη χαλά
θα φτιάξει, μου λέει, άλλα μοτίβα
πιο όμορφα και τυχερά
κι όλο ξηλώνει και ξαναράβει
το φυλαχτό της ενάντια στο χρόνο.

Έλενα Πολυγένη: "Πλυντήριο"

Παραδόξως, ήταν τότε Εκείνη η στιγμή που σου έγνεψα, με τα χέρια Τεντωμένα σαν ένα σκοινί που επρόκειτο Να κοπεί (το σκοινί τηςμπουγάδαςή το σκοινί Τηςτρέλαςμου Που φεγγοβολά μες στο σκοτάδι) Παραδόξως, ήταν τότε Εκείνη η στιγμή που σε κράτησα κάποτε σίγουρα Και η πόρτα του πλυντηρίου ανοιχτή Με τα ρούχα πεταμένα στο πάτωμα Πάνω στο κρύο Πάτωμα Τρομαγμένο μου πουλί, κατακερματισμένο μου Παραμύθι, σε ψάχνω κι αυτό το απορρυπαντικό Ήταν απάτη, το μυαλό μου παραμένει θολό Και Απροσάρμοστο.
(από τη συλλογή «Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα», εκδ. (.poema..), 2012)

Βύρων Λεοντάρης: "Άτιτλο"

Κλειστό είναι το ανοικτό βιβλίο που κρατάς.
Αλλιώς θα ανοίξει. Όπως ανοίγει σφαλιστή δίφυλλη πόρτα. Από τη μέση. Στο στάχωμά τους θα χωρίσουνε τα φύλλα και με τις έξω άκρες τους στα δάκτυλά σου τρίζοντας αργά σαν σε ρεζέδες θα περιστραφούν.
Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό - γιατί, ποιό άνοιγμα χωρίς κενό;
Έτσι κι όταν ανοίγω την ψυχή μου. Για το κενό του ανοίγματος και μόνο. Όλα τ` άλλα είναι γνωστά. Σαν "ανοικτό" βιβλίο.

(από τη συλλογή "Εν γη αλμυρά", εκδ. Έρασμος,1996)


Γιάννης Αντιόχου: "Παραισθησιογόνο"

Και καταστέλλοντας σώμα και επιθυμία σημαδεύουμε τα πρόσωπά μας με βάσανα γράφοντας με μαύρα μολύβια τις κόρες των ματιών μας
κι ό,τι απομένει μια σκούρα αποπλάνηση ένα ανήμερο βλέμμα που στοχεύει και εκπυρσοκροτεί τραυματίζοντας —ενίοτε θανάσιμα— το πρώτο οικείο βλέμμα που ηθελημένα θα διεισδύσει
και συ μην έχοντας δοκιμάσει εδώ και σαράντα περίπου χρόνια την αίσθηση του γαλάζιου φορέματος ενός κοριτσιού που ολόγυμνο σαν το καλοκαίρι θα τυλίξει τα πόδια του γύρω από τα δικά σου δεν δίνεις σημασία
μόνο καπνίζεις το βαρύ σου τσιγάρο λαμπηδόνα νικοτίνης φέγγοντας ένα μέτρο γύρω όλο κι όλο ταξιδιώτης του μακρινού δρόμου που έχεις διαλέξει σκύβοντας από το βάρος αποκάμνοντας από την κόπωση ώσπου γίνεσαι ένα με τη γη σέρνεσαι μες στο κενό με τι νερό τι στεναχώρια σκίζοντας το στόμα να φτιάξεις χαμόγελο και να το προσφέρεις
Κι η κάμαρά σου είναι άδεια Ψυχή δεν υπάρχει Ούτε η ψυχή σου
μόνο «τραύμα» αρθρώνεις προσπαθώντας και ουρλιάζεις το «πονάω» την ώρα που σε τσιμπά το σιδερένιο έντομο τη…

Θάνος Λουμπρούκος: "Συναισθηματική ρητορεία"

Συναισθηματική Ρητορεία
με αποκάλεσες Όνομα και Επίθετο
ξέχασες το Πατρώνυμο θυμήθηκες όμως την Αξία
τέχνη μιας γλώσσας άγνωστης
θέλεις να με δεις τυπωμένο; θέλεις να ζω καταγεγραμμένος στα κατάστιχα της φαντασίας σου;
το άψυχο χαρτί θα μου δώσει την ουσία που ψάχνω την υπερφίαλη χαρά μου
συνθηματική απόλυση από πνευματικές εργασίες
μια έκρηξη νύχτας διαμονή σελίδων λευκών έτσι με αποκάλεσες
Συναισθηματική Ρητορεία
Συναισθηματική ρητορεία το όνομα και το επίθετό μου

Νίκη Χαλκιαδάκη: "1984"

Κρύβομαι κάτω απ’ το κρεβάτι
Είμαι τεσσάρων
Χωρίς κυνόδοντες
Με άσπρο δέρμα / Μνήμη από βούτυρο
Μαδάω τ' όνομά μου
Δεν είμαι σίγουρη αν μ' αρέσει
[μ' αρέσει
δεν μ' αρέσει
μ' αρέσει
δεν μ' αρέσει]
ο μπαμπάς είχε τα μάτια μου
και η μαμά ήταν σίγουρα κορίτσι
- βγαίνει απ' τους τοίχους όταν πεινάω -
Δεν με ψάχνει κανείς πια
Είμαι ακόμη τεσσάρων και κάτι
Σ' αυτό το σπίτι
το χτισμένο από τσιμέντο και θάνατο
υπάρχει μόνο ένα κρεβάτι
για να μπορώ
να κρύβομαι
από
κάτω


(από τη συλλογή "Ανάσκελη με πυρετό", εκδ. Μανδραγόρας, 2012)

Θάνος Γώγος: "S. P."

Όταν κλείδωσες ποιητικά το σολ
Από το μανίκι σου κρέμασες το γαληνό άδειο της θάλασσας Δέσμες υγραερίου ποιοτικού χαμένου φωτός Για τα μικρά σου αστέρια Και για όλους τους ήλιους που έπεσαν Κόκκινα μπλε πράσινα -Αυτοκτονικά Εσύ ανακάλυψες το ίδιο χρώμα – Το μάτι σου είναι το μάτι της κουζίνας Η θεραπεία που έσβησε Άρωμα Αρωγός Πνεύμα Και εφαλτήριο για το μεγάλο μηδέν Στην σαγηνευτική λήξη των πραγμάτων Η μικρότητα της αιωνιότητας και των θεών που χλεύασες- Πες μου, Σύλβια, Υπάρχει ο ουρανός από μέλισσες; Ή στην αυτοκτονική ποίηση με λέξεις πεθαίνουν οι κηφήνες;

Ελένη Κοφτερού: "Παραδοχή"

Κανένα ποίημα
καμίας λέξης ασταθής προορισμός ούτε τα χάδια τ’ απαλά των φωνηέντων και των συμφώνων οι μικρές δαγκωματιές δεν σφετερίστηκαν ως τώρα (όσο κι αν το προσπάθησαν) τη σιγανή κυρτότητα των λιγοστών χαδιών μας.
Όμως η αμετάφραστη καμπύλη των φιλιών με λέξεις και ποιήματα πάντα συνηγορεί…

Γιώτα Αργυροπούλου: "Διηγήματα έστω"

Όταν προ ετών απηύθυνα νερά απαρηγόρητα σε οίκο εκδοτικό ειλικρινώς μας ενδιαφέρει η γραφή σας είπε η υπεύθυνη αλλά ξέρετε δεν κινείται η ποίηση. Μήπως έχετε κάποιο πεζό, νουβέλα ή μυθιστόρημα; Διηγήματα έστω. Η ποίηση δεν κινείται.
Και όμως κινείται αντέτεινα ασυναίσθητα και στην πυρά το ίδιο θα απαντούσα. Δεν είχα υπόψη μου στατιστικά κι ευπώλητα μονάχα αποστολές των ποιητών με τα ταχυδρομεία κι ακόμη τις αμέτρητες μποτίλιες που αφήνουν κάθε βράδυ ναυαγοί στου διαδικτύου τους ιστότοπους, αυτούς τους έστω τόπους το ίδιο για μένα ακατανόητους με αυτούς που όριζε ο μαθηματικός στον πίνακα σε ένα μαύρο πουθενά στη στερεομετρία.
Και όμως κινείται. Υπερασπίστηκα ασυναίσθητα την ταπεινή μου τέχνη, ασυναίσθητα της αφιέρωσα τις ιστορίες μου όλες. Διηγήματα λοιπόν. Διηγήματα έστω.
(από τη συλλογή "Διηγήματα", εκδ. Μεταίχμιο, 2010)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Υψικάμινος"

Πρώιμη στάχτη
Της υψικαμίνου
Πεταμένη στο πέλαγος
Σαν άλλη ξενιτιά
Της μοίρας μας

Το αβέβαιο
Της θέλησής μας
Και το άβατο
Της ηθικής μας

Κάθε πρωί
Που θρηνούμε όνειρα
Κάθε βράδυ
Που κερνάμε υποσχέσεις