Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάϊος, 2013

Έλενα Κοσμά: "Μίλα"

Ουρλιάζεις Μα δεν ακούγεσαι Το άδικο πνίγει Ακόμα και πνιγμένους Ας τραβήξει κάποιος Τα μαλλιά Ας κόψει τα δίχτυα Που τ’ άγκιστρα Γαντζώθηκαν στο πόδι Ας λύσει τις άγκυρες Ποιος δίνει σημασία Στα μουρμουρητά Με τα μεγάλα νοήματα Δεν ακούγεσαι Πιο δυνατά Πάντα ο αντίλαλος Βρίσκει αντίκρισμα Σιωπή Η χειρότερη συνήθεια


(από τη συλλογή"Στο Χαρτί και στον Αέρα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Βασίλης Αμανατίδης: "Το αβαρές ποίημα"

υπάρχει ένα πουλί που τις νύχτες δεν κατεβαίνει ποτέ να κοιμηθεί στα δέντρα αυτό κοιμάται με κλειστά φτερά ακίνητο στο κέντρο του αέρα
Δεν το κρατάει κανείς από ψηλά
όσο είναι μέρα, κουράζεται πετώντας χτυπά με βία τα φτερά γιατί τα πόδια του έμειναν στ' αυγό, δεν έχει πού να ξέρει ότι άλλοι πατάνε κιόλας έτσι, χτυπά με βία τα φτερά
όμως τις νύχτες βαλσαμώνει κοιμάται κάθετο κι είναι μικρή όρθια κάσα μα δεν πατάει, μπορείς να το πεις και ξαπλωμένο
Τη μέρα πετάει πάλι
(από τη συλλογή "Υπνωτήριο-Εννιά νυχτικές παραβολές", εκδ. Εντευκτηρίου, 1999)

Αναστάσης Βιστωνίτης: "Ars Poetica"

Το ποίημα δεν είναι σαν τα φύλλα που ο άνεμος σέρνει στους δρόμους. Δεν είναι η ακίνητη θάλασσα, το αραγμένο καράβι. Δεν είναι ο γαλάζιος ουρανός Και η καθαρή ατμόσφαιρα.
Το ποίημα είναι ένα καρφί στην καρδιά του κόσμου. Ένα φωτεινό μαχαίρι μπηγμένο κάθετα στις πόλεις. Το ποίημα είναι σπαραγμός. Κομμάτι γυαλιστερό μέταλλο, πάγος, σκοτεινή πληγή, το ποίημα είναι σκληρό-πολυεδρικό διαμάντι. Συμπαγές-λαξευμένο μάρμαρο. Ορμητικό-Ασιατικός ποταμός.

Το ποίημα δεν είναι φωνή, πέρασμα πουλιού. Είναι πυροβολισμός στον ορίζοντα και την ιστορία. Το ποίημα δεν είναι άνθος που μαραίνεται. Είναι βαλσαμωμένος πόνος.



(από τη συλλογή "Μετοικεσία")

Θεοδόσης Βολκώφ: "Στίχοι μου"

Στίχοι μου
εσείς γνωρίζετε ποιος είμαι ποιους δρόμους διέτρεξα για να σας δέσω και πώς – με πόσο κόπο – γίναμε ένα.
Αυτός που βλέπετε είμαι αυτός που μες στη νύχτα ομολογείτε πλησίον της σιωπής στα ρείθρα του αίματος κινούμενος
αυτός εδώ και τώρα
μια φορά – και για πάντα.
Στίχοι μου δείξτε μου πού είναι ο Πόλεμος απόψε - πού ματώνει ο άνθρωπος πού στενάζει - θέλω να σύρω εκεί τον Έρωτά μου κι ολόκληρο να του τον παραδώσω.
Άλλο δεν έχω από το στίχο και τη νύχτα.
Απ’ την Αυγή θα λείπω.

Γιώργης Κασιμάτης-Δρυμωνιάτης: "Αίολος στο έωλο"

Κολυμπώ μέσα στο αμνιακό υγρό της ύπαρξης.
Μετέωρος κι αίολος στο έωλο σύμπαν διάγω βίο. Πλανητεύομαι πέριξ ενός Ήλιου Θεού, έμβρυο φωτός. Ορώ μόνο τα όρη των ματαιοτήτων. Διάττων παρελθοντικός χρόνος έρμαιο του μηδενός. Πριν τι, μετά τι; Ολούθε χάος ολόγυρα απ' το εγώ κι απ' το είμαι. Αλλά κι εγώ κι όλοι γύρω μου, μετέωροι κι αίολοι, όλοι κάτι νομίζουμε πως είμαστε , ύλη, αιθέρας, κάτι.... Κάτι φρέσκο στο έωλο λέμε...κάτι ημέρας αυγό…κάτι.... Νομίζουμε. Δεν είναι ενύπνιο. Νομίζουμε.... Κι είναι όμορφο μες στο σύμπαν το νομίζειν!!!
(από τη συλλογή "Πυρηνική Ποιητική")

Θανάσης Κριτσινιώτης: "Copy-Left ή Μεταφιλοσοφία"

Ότι σκέφτομαι είναι η σκέψη μου Σκέφτομαι το πράγμα καθ’ αυτό Άρα υπάρχει Το πράγμα καθ’ αυτό με σκέφτεται Άρα υπάρχω Είσαι η causa sui generis της ύπαρξής μου Όταν είσαι στο μυαλό μου, είσαι και στις αισθήσεις μου Όταν με ονειρεύεσαι, υπάρχω Υπάρχεις για να με ονειρεύεσαι Ο ύπνος της αγάπης σου γεννάει τέρατα Το νερό είναι η μήτρα που μας γέννησε γι’ αυτό θέλω να σε βλέπω να βγαίνεις γυμνή απ’ τη θάλασσα Μ’ αρέσει να κρύβομαι στη σπηλιά σου Αλλά όχι αλυσοδεμένος Κάθε πρωί ξυρίζομαι με το ξυράφι του Okham και σπάζω μερικά αυγά του Κολόμβου, ύστερα φεύγω για ταξίδι στην Ικαρία…

Θωμάς Τσαλαπάτης: "Ποίημα ενός κακού ανθρώπου"

"Τώρα, οι μέρες μου περνάνε ήρεμα και τη νύχτα κοιμάμαι αμέριμνος και βαθιά" Τζακ Λόντον, Ο Φεγγαροπρόσωπος
Πρώτα της κόψαμε την καλημέρα. Αργότερα της κόψαμε το κεφάλι. Η Μαντάμ ντε Σταλ είχε ένα μεγάλο καπέλο, τρεις γάτες και ένα καλάθι γεμάτο σαύρες που νυστάζουν. Ήταν μία απ’ αυτές τις γυναίκες, τις στιβαρές γυναίκες, τις γυναίκες με τις μεγάλες λεκάνες, έτοιμη να γεννήσει μια λεγεώνα αγουροξυπνημένων, έτοιμη να συγκρουστεί με τα τροχοφόρα, βλέποντας τη λαμαρίνα τους να τσαλακώνεται ενώ αυτή θα ξεφύγει με λίγες μοναχά γραντζουνιές και ίσως ένα ελαφρό χαμόγελο ικανοποίησης. Ζωή γεμάτη μουγκρητά, κάλους και σώμα. Ω, ζωή, με τα μπράτσα σου κρεμασμένα, άπλωσε στο πάτωμα τις πλαστικές σου σακούλες πάνω τους τώρα θα περπατήσει μια σιωπή στραβοκάνα, την ώρα που κοιτάς, μόνο κοιτάς και απλά κοιτάς. Μα, πρώτα την καλημέρα και αργότερα το κεφάλι. Παλιά απειλή της νωπής μου αρχαιολογίας, επιτέλους ξεμπερδεύω μαζί σου. Αραιωμένο αίμα παλιά μου συγγένεια. Παράλογε φόβε των παιδικών μου χρό…

Εσμεράλδα Γκέκα: "Ένας πλανήτης που προσμένει"

Είχαμε φανταστεί πως για χάρη μας ο πλανήτης θα γινόταν άστρο. Και τι έγινε; Έβρεξε… οι πλεξούδες της γης λύθηκαν και μείναμε ολόγυμνοι…
Με ένα βλέμμα που ανακλάται φτωχό στις επιφάνειες, κι επιστρέφει πίσω… πιο άδειο.
Μα κρύβω τόση ποίηση μέσα μου που αγανακτούν τα σωθικά μου. Το στόμα μου σαν ουρανός, με τη λαλιά του και το χάος του.
Κι επιθυμώ να στάξει χαμομήλι και μέντα η μέρα σαν δαγκώσω τη ματαιότητά της.
Στα δύο να σκίσω τον ουρανό να κρυφτώ και να χλευάσω τους πλανήτες.
Και οι αίολοί σου, ανθρωπότητα, να συνάξουν τα φτερά μου και ζυγίσουν: 47 κιλά ουρανό.
Κι ό,τι αφήνω πιο επίγειο:
οι νεραϊδισμοί μου στον καθρέφτη που ακτινοβόλησαν το Είναι.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: "Το επιδόρπιο"

Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο. Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε.
Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί και πλαγιάζαμε καμιά φορά δίχως συγχώρεση ήταν γιατί πιστεύαμε πως οι αιφνίδιοι χωρισμοί δε θα μας αφορούσαν.
Ένα στασίδι ελεύθερο πάντα κρατούσαμε γι’ αυτούς όμως πόσα εγκλήματα θαρρείς πως είναι προμελετημένα;
Ελπίζαμε – οι αφελείς - σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία. Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη που δε γνωρίζαμε ποτέ σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε.
Μα η απειλή ήταν εδώ. Κι είναι και τώρα. Προπόσεις και σφυρίγματα ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.
Για όλα αυτά, λοιπόν, αγαπητοί και για μια πρόληψη ας φάμε απόψε πρώτα το επιδόρπιο.
(από τη συλλογή "Το επιδόρπιο", εκδ. Κέδρος, 2012) 

Κατερίνα Καντσού: "Άτιτλο"

Θα μπορούσαμε να τα έχουμε όλα· το βάζο με τα άγρια τριαντάφυλλα τις μπλε ηδονές τη συστάδα με τους θάμνους όλα σε αφθονία· μα πιο πολύ εκείνη την άσπιλη ανόθευτη γενναιοδωρία σου σε λάθη, απαγορεύσεις και ματαιώσεις
όχι πια διαβρωτικές συνήθειες να μην τα ξαναλέμε.
(από τη συλλογή "Οι απαρχές των ονείρων", εκδ. Vakxikon.gr, 2012 ) 

Παναγιώτης Φερεντίνος: "Να γιατί βγήκα"

Να γιατί βγήκα, Δευτέρα βράδυ, έξω στην πόλη. Κανείς δεν με ξέρει – κανέναν δεν ξέρω. Τι κάνω εδώ; Μ’ ένα σημειωματάρι, Θεμιστοκλέους μεριά, να γράφω ορθός. Άνθρωποι περνάνε, με κουνάνε με χτυπούν με τον ώμο. Η γραφή τρέμει, γιατί μ’ ακουμπάνε; Ας το δεχθώ… Είναι κι αυτό ένα άγγιγμα, μια επαφή. Κι αναρωτιέμαι: «Μάθαμε κάποτε άλλο χάδι; Ονειρευτήκαμε το χάδι;» μα το βουλώνω στη στιγμή. Καλύτερα άγγιγμα κι ας με κουνούν, ε και; Ένα ποίημα είναι μόνο, τ’ άλλο είναι η επαφή. Τι κι αν μείνει στραβή η γραφή; Στραβοί καιροί, στραβοί άνθρωποι, στραβή κι η γραφή. Ας με σκουντούν λοιπόν. Χαλάλι. Δεν με πονούν, άγγιγμα είπαμε. Έξω είπαμε, έξω. Αυτό αρκεί.
(από τη συλλογή "Αφέντης του «τόσο δα»", εκδ. Άνεμος, 2011)

Χάρης Μελιτάς: "Η μπουγάδα"

Ποτέ δεν βγάζω τ’ άπλυτα στη φόρα.   Τα συγκεντρώνω στα συρτάρια της σιγής ή στις βαλίτσες της φυγής - ανάλογα το μέγεθος, την πλέξη και το χρώμα. Πλύσιμο στις κατάλληλες στροφές με ειδικά μαλακτικά της μνήμης και στην απλώστρα της βεράντας να στραγγίσουν από ψιχάλες ενοχών που περισσεύουν ή περιττεύουν εντελώς, κατά τους νομοθέτες. Σίδερο, δίπλωμα, πάλι καινούργια. Εν τούτοις, η ντουλάπα μου μυρίζει.

Παναγιώτης Κ. Ψαριανός: "Σίγμα"

Το αγαπώ - ρήμα
θρονιάστηκε γυρτά στο τελικό ς – σίγμα, επίθετο του ενάγοντος, συνώνυμο με το ονοματεπώνυμό σου. Το Σ’ αγαπώ - στέργω θριάμβευσε μοναδικά στο κεφαλαίο Σ – σίγμα, ουσιαστικό της σύμπτυξης, συνώνυμο με το ονοματεπώνυμό μου. Το μέγεθος του αστείρευτου σ – σίγμα μας, ούτε κατά διάνοια ομόηχο, μόνο ουσιαστικό αντώνυμο.

Γιώργος Χουλιάρας: "Οι χαμένες λέξεις"

Ο ξερός, βιαστικός κρότος της πένας
διασχίζει την αρυτίδωτη επιφάνεια του χαρτιού -μια μηχανή καϊκιού στη δικιά της θάλασσα
ο θόρυβος τρομάζει τ' άγρια κοπάδια των λέξεων που ορμητικά ξεχύνονται προς το βυθό και χάνονται αφήνοντας πίσω τους σύννεφα μελάνης
συσκοτίζοντας τη φυγή τους σαν τις πονηρές σουπιές που χάνονται για πάντα απ' την ολιγωρία του άναρθρου ψαρά
(από τη συλλογή "Η άλλη γλώσσα", εκδ. Ύψιλον , 1981)

Γιάννης Δάλλας: "Ανάδελφε αναγνώστη"

Μη μου αναιρείς τη μαγική τεχνοδομή την πρόσοψη και την πλοκή της έμπνευσης
Μη πιάνεσαι απ’ τη γλώσσα μην τραβάς των φράσεων την περιβολή ξηλώνοντας το υφάδι και το στρίφωμα του λογισμού την εγκεφαλική ραφή του λόγου, φτάνοντας στη ρίζα της σιωπής και του ψελλίσματος
Μ’ έγδυσες και δεν ένιωσες το σκίρτημα; Δεν σε διαπέρασε η ενέργεια που εκλύθηκε δεν σου είπε τίποτε η γυμνή ποιητική μου ανάδελφε μου ανόμοιε ανυποψίαστε καννίβαλε αναγνώστη;

(από τη συλλογή "Περίακτος", εκδ. Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ, 2011)

Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος: "Εκείνα Που Ήδη"

Αν το τραγούδι καταλήγει μελαγχολικό
Είναι γιατί τα μάτια μένουν κλειστά Μπροστά στο παρελθόν τα όνειρα Μπροστά και στο μέλλον η ζωή Μα για τη στροφή στο παιχνίδι που αλλάζει Μόνο τα δάκρυα χαράς κρατάω 
(από τη συλλογή «Κ-On», Εκδ. Εντευκτηρίου, 2011)

Σοφία Μπεκιώτη: "Βήματα"

Είπα να βγάλω την ψυχή μου σε δημοπρασία. Με τέτοια κρίση δε θα έβγαζα πολλά μα θα εξασφάλιζα δυο-τρία νοίκια. Εξάλλου θα τη λανσάριζα καλά: Αμόλυντη με πιστοποιητικό πλήρους διαχωρισμού απ’ το ακαλαίσθητο σώμα. Δώρο το καλογυαλισμένο γυάλινο κουτί της! Ποιος αγοράζει; Να κάνει ένα βήμα μπροστά!
Θα πλειοδοτούσε τότε ίσως ο Θεός μ’ όλα τα διαφορετικά του ονόματα. Κάθε φορά θα πρότεινε γι’ αντάλλαγμα ένα διαφορετικό μελλοντικό διαμέρισμα, πάντοτε υπερπολυτελές. Θα κέρδιζε όμως τελικά η Ποίηση μ’ αντάλλαγμα δυο-τρία νοίκια και μια συγκίνηση. Θα χτυπούσα τρεις φορές το σφυρί μου και θα ’κανα ένα βήμα μπροστά.
Θα ’λεγα τότε με ηρεμία: Ψυχή επωλήθη.
(από τη συλλογή "Βήματα", εκδ. Ωρίωνας, 2012)

Ελένη Γκίκα: "Εν ύπνω"

Είδε το αύριο εν ύπνω κι αυτή δεν ήταν αυτή μπαινόβγαινε αόρατη σε σώματα ζούσε φορώντας κάθε τόσο άλλη ζωή σε μιαν άλλη εποχή. Πέθαινε και γεννιόταν σαν πρωινό όνειρο εν ύπνω έτσι είπε, κι αυτή υπνοβάτης πέρασε μια ζωή επειδή θα επιλέξει το πότε θα ξυπνήσει.
(Σα. 31 Δεκ. 2011)

Θοδωρής Ρακόπουλος: "Μακέτα"

Χτίζω το ποίημα κεραμίδι Ορθώνονται οι ντουβάρια φράσεις χύνονται των ρημάτων τα μπετά Κι από γκαράζ το κάνω πυλωτή Στο εργοτάξιο της γλώσσας Eχω παραλάβει εργολαβία εν λευκώ από τη Μούσα αε Και μία μία Δίνω τις λέξεις μου αντιπαροχή.
Δίπλα στο κύμα και με θέα κολώνες αγνώστου ταυτότητος -αυθαίρετοι θα ήταν κι οι αρχαίοι- Στήνω ταμπέλα τo πιo δικό μου Από τα αυτοπαθή: ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ.

Γιάννης Πατίλης: "Άτιτλο"

Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία. Από κει κουβαλάω με κόπο Υπέροχα ποιήματα. Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα. Αλλά στο δρόμο μου πέφτουνε, σπάνε. Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις. Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε. Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω. Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.
(από τη συλλογή «Ζεστό μεσημέρι», εκδ. Ύψιλον, 1984)

Βερονίκη Δαλακούρα: "Εικόνα"

Εδώ κατάκτησε τη βρεφική αύρα
Βγαίνοντας από το σοκάκι Στο ανοιχτό χώρο Ως το άδειο τάφο που Ακτινοβολεί
Τι θα ’θελα Τώρα που αρχίζει Το θανάσιμο ποίημα Και η αρχή κομματιάζεται Σαν εκείνο που ψάχνει Τη νύχτα Με θαλάσσιο φως;

Μαρία Κατσοπούλου: "Μια μέρα σαν όλες τις άλλες"

Όλοι μου λένε "Μη μιλάς" "Είναι δύσκολοι καιροί" Κι έτσι λοιπόν Δε μιλάω Σε κανέναν Το πρωινό μου είναι Ένα φλυτζάνι τσάι Το μεσημεριανό μου Ένα τοστ Το βραδυνό μου Ένα κρουασάν με σοκολάτα Πριν κοιμηθώ διαβάζω λίγο Να ξεχαστώ μέχρι το αύριο Όταν θα φορέσω ξανά το ταμπελάκι μου Θα τους κοιτάξω και πάλι σιωπηλή Ήρεμη και ταπεινή Και όπως πάντα Μ’ ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη Θα πω "Καλημέρα σας"
(από τη συλλογή «Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Λάσκαρης Ζαράρης: "Ποίημα της καρδιάς"

Ένα ποίημα ξεχάστηκε στο δρόμο του... Γραφόταν μόνο του χωρίς τον ποιητή που μαγεμένος άκουγε τη σιγανή βροχή, που πληγωμένος πάσχιζε να βρει διαφυγή, κοιτάζοντας στα μάτια σου μια πόρτα αληθινή. Κι αν άκουγε ψιθύρους της καρδιάς σου κι αν άστρα μάζευε τα λόγια σου στη σκέψη του, δεν θα μπορούσε να ποθήσει άλλο ουρανό για όνειρα, που γέμιζαν με βλέμματα του πόθου. Το ποίημα αυτό κανείς δε γίνεται να σβήσει ούτε με πόνους, ούτε μ’ εγωισμούς γιατί το χαρτί όπου γράφτηκε, έχει το βάρος της ψυχής! Τα χέρια γίνονται φτερά μέσα στα ποθητά αγκαλιάσματα όταν οι δυο ψυχές ενώνονται στον κύκλο της χαράς κι οι ελπίδες χαράζουν ευτυχία, στο γαλήνιο πρόσωπό σου! Ένα φεγγάρι χάνει το δρόμο του συχνά και πότε-πότε αχνοφέγγει στα μαλλιά σου, πότε σκιρτά σαν πληγωμένο κύμα στον καημό της θάλασσας, πότε μ’ ανέμους σιγοπαίζει ένα αρμονικό τραγούδι: "Σαν κύμα θα σε πιω, διψασμένος βράχος εγώ, που στα πόδια μου ξεσπάς και φιλιά αναζητάς!".

Γιώργος Τσακιράκης: "Η μαριονέτα"

Ταξίδευε μυημένη στην ικετική ροή των χρωμάτων, με την έπαρση μιας αιωρούμενης προσμονής ορατής μέρα μεσημέρι, οδεύοντας "εντός ψυχής" την οδό, με το λίκνισμα ενός αρχαίου χορού, μετέωρη, μέσα από επίμονες επικλήσεις φωτεινών οραμάτων.
Παραδομένη στην απαστράπτουσα- πλην λανθάνουσα - Άνοιξη, έτρεφε μιαν απατηλή μολυβένια σύνδεση με κλωστές χωρίς πρόσωπο, που χάθηκαν πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών.
Κι απόμεινε ο ανεξίτηλος χρωματισμός μιας μινωικής πριγκίπισσας, να απωθεί μελανούς ορίζοντες μπροστά στον "μολυβένιο ψίθυρο", στον τοίχο των δακρύων και στον πρωινό εραστή ήλιο

Χαριτίνη Ξύδη: "Λαϊκός κινηματογράφος"

Λένε πως έχεις μνήμη μετά τα τέσσερα. Σε μένα λοιπόν συνέβη το αντίθετο. Ως τα τέσσερα είχα ζήσει κιόλας δύο ζωές και τις θυμόμουν με λεπτομέρειες. Μία ενιαύσια σε καζίνο της Αλεξάνδρειας η άλλη σε φυλακή της Κωνσταντινούπολης. Μετά τίποτα. Τα ξέχασα όλα. Σπάω τα δάχτυλά μου κάθε μέρα να θυμηθώ. Κάθε μέρα. Καλά τα πηγαίνω με τα δάχτυλα όπως σχεδιάζουν στο χαρτί τα καλοκαίρια. Ή μόνο αυτά ορέγονται… Κάποιος ονόματι Πνεύμα μού φύτεψε βδέλλες στο δέρμα τίποτα δεν βγήκε με τόσο αίμα. Όσο προχωράει η λήθη γίνεται πιο πολύ παλιρροϊκό κύμα. Όχι. Πιο πολύ σκυλί. Μου δαγκώνει τις γύμνιες. Οι βίοι των ωραίων αντρών αλείψανε τον κρόκο στο στήθος των γυναικών. Τσακίζοντας τα χέρια σου ως τους ώμους πολλά πράγματα δεν μπορείς να κάνεις. Ίσως μόνο να μετανιώσεις για κατασκευασμένες εποποιίες. Ευτυχώς σε αφήνουν με μάτια κι έτσι παρακολουθείς το φιλμ της μνήμης σου σε λαϊκό κινηματογράφο.

Βαγγέλης Φίλος: "Έξοδος"

Μαύρα παλτά συνοδεύουν ημίγυμνες κυρίες. Νομιμοποίηση κρυφής πρόκλησης το σαββατόβραδο. Ανάπηρα σαββατόβραδα στην υγρασία, με τα βυσσινί κορίτσια να σερβίρουν καθαρά τασάκια. Με το τσιγάρο αντίδοτο επικοινωνίας και τον καπνό να καυτηριάζει τις πηγές των δακρύων.

Ρούλα Τριανταφύλλου: "Φαντάσματα"

Στη σκέψη μου βαριά
η όψη του θανάτου
που σκεπάζει με σύννεφα
τον μικρό μου κόσμο.

Με μάτια δακρυσμένα
κοιτώ στους κήπους τα λουλούδια.
Εκείνα ξέρουν την αλήθεια,
γιατί έχουνε ρίζες.

Αλίμονο!
Σε ψεύτικο κόσμο έζησα
κάνοντας όνειρα,
γεμάτα ίσκιους φαντασμάτων.

Και τριγύρω μου, μια κλωστή να με κρατά,
σαν περίτεχνης αράχνης ύφανση...

Κατερίνα Μαυρομμάτη: "Άτιτλο"

Η ζωή μου άνοιξε τα δικά σου άρμενα.
Και βούλιαξε στο δικό σου βυθό…
Γίνομαι κύμα, μηδέν από μηδέν.
Χωρίς την καρδιά σου για φεγγάρι,
πού να κοιτάξω για τον ουρανό;…
Υπηρετώ τη φυγή σου.
Αναλώνω το κενό
ενός ελώδους μπλοκαρίσματος,
αλλάζοντας βήματα
μες στον αναγραμματισμό
του πάθους…

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Γραβάτα δημοσίας αιδούς"

Άρχισα να ξηλώνω
Τα ρούχα μου
Ώσπου έμεινα γυμνός
Στη μέση του πουθενά


Φωνάζοντας
Σε μια γλώσσα άγνωστη
(Έτσι κι αλλιώς
Ποιος θα με καταλάβαινε;)


Μα δεν με συνέλαβαν
Για προσβολή δημοσίας αιδούς

Για να σταματήσω τις φωνές
Με κέρασαν αψέντι
Και μ' έντυσαν στην τρίχα
Όμως τα κορδόνια μου
Δεν ταίριαζαν
Με τη γραβάτα τους

Δεν άφησα ρέστα
Για πουρμπουάρ
Δεν σκόνταψα διαγωνίως