Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2013

Νίκος Λυγερός: "Δεν είμαι ευγενικός"

Δεν είμαι ευγενικός έχεις δίκιο μόνο ευγενής. Δεν είχα τη χαρά να απολαύσω τον βόθρο. Τα γουρούνια τρώνε τα βελανίδια ευγενικά δίχως να αντιληφθούν το έργο των αιώνων. Και τώρα με κατηγορείς για τα χρώματα.

Παρασκευή Κωστοπούλου: "Κάποια άσκεπτη στιγμή"

Τη μέρα σχεδίαζα το καταφύγιο της νύχτας Και τη νύχτα τα ίδια για τη μέρα. Κάποια άσκεπτη στιγμή Η διαχωριστική γραμμή έπεσε Και μόλις ο κύκλος έκλεισε Μια φωτεινή γραμμή Εξακοντίστηκε στο διάστημα.

(από τη συλλογή «Εδώ θα είμαι», εκδ. Μέγας Σείριος, 2012) 

Κωνσταντίνος Δεληγιαννίδης: "Βυθίζομαι"

Βυθίζομαι σε άστοχο εγωισμό, ενώ κύματα παρορμητικών εμμονών πνίγουν την αξιοπρέπειά μου, στο νησί των στεναγμών ξεβράζεται το κουβάρι των ονείρων μου, ενώ τα λιμάνια της απόγνωσης δέχονται με ευλάβεια τα καράβια της μοίρας μου, στο μουράγιο της λύπης δένω τα δάκρυά μου, κάθε που κλαίω στην προβλήτα των ευχών, ήμουνα καπετάνιος στο πλοίο της αυγής,
μα ξαφνικά ναυάγησε σε πέλαγος σιωπής.

Κωστής Γκιμοσούλης: "Ένα πετυχημένο ποίημα"

Να γράψεις ένα πετυχημένο ποίημα δεν σημαίνει απαραίτητα πως είσαι κάτι παραπάνω από τους άλλους.
Ούτε άμα γράψεις ένα πετυχημένο ποίημα σημαίνει αναγκαστικά πως έχει κότσια.
Κότσια έχουν οι πυροτεχνουργοί οι εργολάβοι κηδειών κι οι ακροβάτες
Να γράψεις ένα πετυχημένο ποίημα σημαίνει μονάχα αυτό :
Σφραγίζεις τέλεια ένα χαλασμένο δόντι. Δηλαδή κλείνεις με κάτι στερεό τον άδειο χώρο που έχει καταλάβει ο πόνος.


Τζούτζη Μαντζουράνη: "Κ"

Καλύτερα έτσι. Πολύ καλύτερα... Το σπίτι είναι άδειο και σιωπηλό. Στο ψυγείο έχουν ήδη αρχίσει να μουχλιάζουν τα τελευταία μας ψώνια... Κάποιο κομμάτι παρμεζάνας έχει περισσέψει ξερό πια κι’ αυτό, μόνο για τρίψιμο κάνει, αλλά, ποιος μαγειρεύει πια; Ένα μισοάδειο μπουκάλι κρασί, πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, κοντεύει να γίνει ξύδι. Τα τασάκια είναι όλα στιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, πλυμένα και καθαρά... Δεν χρησιμοποιούνται πια. Η σιωπή, απλώνει τον ιστό της μαζί με τις αράχνες, στις μπαλκονόπορτες που έχουν να ανοίξουν από τότε που έφυγες. Ο κήπος είναι πάντα δροσερός, και ευωδιάζει. Έτσι μου λένε όσοι τυχαίνει και περνούν απ’ έξω. Ο κηπουρός πρέπει να έρχεται πάντα, δεν τον βλέπω ποτέ, ούτε και εκείνος βλέπει σημάδι ζωής στο σπίτι. Κι' όμως, μέσα είμαι! Εδώ! Ακόμα! Στο μπάνιο, το μπουρνούζι μου, μιλάει στην μόνη πετσέτα που υπάρχει στην πετσετοθήκη. Κάνουν, το ένα παρέα στο άλλο. Αυτά δεν αντέχουν να είναι μόνα τους... Το μαξιλάρι σου, το βράδυ, έρχεται κρυφά προς τη μεριά μ…

Δημήτρης Λυάκος: "Ζ213: Έξοδος"

Ο ήλιος που βγαίνει από το σταθμό σε κυνηγάει, ανεβαίνει,
μπαίνει μπροστά σου, να βρεις εκεί που είχες μείνει, ψάξε, εκεί ή
κάπου αλλού, στις γκρίζες προσόψεις που δε σε γνωρίζουν, τι
θυμάσαι απ’ το δρόμο που χάνεται, γύρισε πίσω σε μια γωνιά
κάτσε για λίγο, και πάλι ξανά, οι δρόμοι που αλλάζεις ώρες που
περπατάς, γριές που σε κοιτάζουν πίσω απ’ το τζάμι μεγαλώνουν
μικραίνουν περπατάς χωρίς να βγεις πουθενά μεγαλώνουν οι
δρόμοι, μικραίνουν, γέρνουν κάτω απ’ τα πόδια σου, σηκώνονται
ανεβαίνουν ξανά, σηκώνεσαι κάθεσαι πας λίγο πιο πέρα, κάποιον
ρωτάς, μπαίνεις, μια εκκλησία γεμάτη, κάποιος να πέθανε,
ξεκουράζεσαι λίγο, κλειστά γόνατα, μάτια κλειστά, κάτι θυμάσαι
βγαίνεις πάλι έξω, κι άλλοι μαζί, το κουδούνι, η πόρτα που
ξεκλειδώνει, θυρωρός, μπαίνεις πίσω τους μέχρι μέσα στο
διάδρομο, μετά δεξιά κι επάνω τη σκάλα, χοντρά γυαλιά, και μια
κοκκινίλα κάτω απ’ τη μύτη, δε σε πρόσεξε ή σε πέρασε για
άλλον, πώς να σε δει απ’ το φως στο σκοτάδι, ή δε βλέπει καλά,
ανέβα τις σκάλες, μέχρι επάνω,…

Ντίνος Χριστιανόπουλος: "Απόγευμα"

Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατέλειωτη συζήτηση στο πεζοδρόμιο. Τα πουλιά κελαηδούσαν, οι άνθρωποι πέρναγαν, τ’ αυτοκίνητα τρέχανε. Στο απέναντι παράθυρο το ράδιο έπαιζε ρεμπέτικα και το κορίτσι του διπλανού μας τραγούδαγε το ντέρτι του. Φυλλορροούσε η ακακία κι ευωδίαζε το γιασεμί και μες στην Τάπια τα παιδιά παίζαν κρυφτούλι και τα κορίτσια γύρναγαν σκοινί – παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από θάνατο, παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από τύψη, κι εγώ τους αγάπησα πολύ τους ανθρώπους εκείνο το απόγευμα, δεν ξέρω γιατί, πολύ τους αγάπησα, σαν ένας μελλοθάνατος.

(από τη συλλογή "Ποιήματα", εκδ. Διαγωνίου, 1998)

Θανάσης Χατζόπουλος: "Κατάλογοι"

Λίστες με ονόματα Πολλά ονόματα ανόμοια Πολλά ονόματα περιώνυμα Ονομαστικά κι επώνυμα
Με ένα σταυρό για πρόσημο Σταυρό που συμπληρώνει τα ονόματα Ρίχνοντάς τα πια οριστικά Στην τάφρο της ανωνυμίας

(από τη συλλογή "Κελί", εκδ. Το Ροδακιό, 2000)


Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: "Παιδικό κουρείο"

Τιτίβισμα ψαλιδιών στο παιδικό κουρείο· μαλλιά στο πάτωμα έρπουν πλέκοντας αθώα συμπλέγματα ηλικιών αδιάκριτα. Αλλού χιονίζει ακόμα ενώ στην κάτασπρη ποδιά του εκδορέα αίμα και ήχος δερμάτινου ακονίσματος μπροστά στο γλαρωμένο βλέμμα του παιδιού που αρνήθηκε πεισματικά τη μάσκα του άντρα.

(από τη συλλογή "Παιδικό κουρείο", εκδ. Κέδρος, 2013)


Δημήτρης Μποσκαΐνος: "Μητέρα κουρασμένη"

Την είδαν σύρματα να σφίγγει  με τα χέρια, μιας φυλακής, τη σάπια την περίφραξη, Αιθέρια μα λυπημένη ύπαρξη, θολά πλεγμένα στα μαλλιά, φορούσε αστέρια.
Με παγωμένο βλέμμα ως του Αιγαίου, θωρούσε κάτι που κανείς δε βλέπει. Σε ποιον στ’ αλήθεια τέτοια μοίρα πρέπει ; Όνειδος, η κατάρα του Ωραίου.
Να έχει κάποιον να του δώσει την Ευχή της; Μάνα, Αδερφό, να νοιάζεται για εκείνη; Στη ζήση της τι να ’χει απομείνει; Μον’ η Ελιά, Η Θάλασσα κι η Γη της.
Σκυμμένη σα τον Άτλαντα απ’ το βάρος, Βαριά η Ιστορία, μα αντέχει. Γυρεύει κάποιον ν’ αγαπά και να προσέχει, Ή έστω κάτι που να της εμπνέει Θάρρος.
Με δυο Μαιάνδρους για να της κρατούν τα γράδα, Κι εν’ άγαλμα σκοπό να αγναντεύει Τη ρώτησα "ποια είναι", "τι γυρεύει", Και μου αποκρίθηκε ψιθυριστά "Ελλάδα".

Ευσταθία Οικονόμου: "Παιδιά Αγκάθια"

Μες τα βαθιά του ωκεανού μύριες γοργόνες αρμενίζουν κάνουνε κόντρες στα δελφίνια του Θεού ζητώντας τον Αλέξανδρο να μην τον χαραμίζουν
Δελφίνια και γοργόνες στήνουνε χορό ικεσίας για ανεκτίμητες χαμένες αξίες και αρχές μάταιος να ακουστεί στον κόσμο αυτό άλλου πλανήτη όντα ανάξιοι μαθητές
Στα όρη τα περήφανα της Γης αετοί και κουκουβάγιες προσπαθούν το ίδιο μα πως να γκρεμιστεί των γήϊνων όντων το προπύργιο αφού το αντίθετο έχουν θεσπίσει για αξία ζωής
Όντα άνοα αλλού στραμμένα παιδιά αγκάθια μιας εξαίσιας μάνας Γης γυρίζουνε με θράσος τα πλευρά τους στα ιστορικά τους θεία δώρα που θα έπρεπε να ήτανε σημαία τους καμάρι τους και λεβεντιά τους

Λευτέρης Πούλιος: "Το Θεώρημα"

Στο μετρό ονειροπολώ κι ανασαίνω βαριά απ’ το κάπνισμα.
Για μια στιγμή ζαλίζομαι και πέφτουν πάνω μου πολλά φώτα. Θλίβομαι νιώθοντας την ανέλπιδη τέχνη του ποιητή.
Πόσο απλός ο κόσμος, αυτό το μεγάλο τίποτα, και πόσο δυστυχία και βάσανα σε ραγισμένες καρδιές και ψυχές πεθαμένες.

(από τη συλλογή "Το Θεώρημα", εκδ. Κέδρος, 2005)

Νατάσα Χατζιδάκι: "Επίγονος Άγνωστος"

Αναπνέω. Οξυγόνο 2 Υδρογόνο. Ζεστά σκεπάζομαι Γυμνή σαν τη Βασίλισσα της Σαβά ο αέρας με αμείβει κόκκινα φύλλα. Πλημμυρίζω τις τρέσες της Κοίμησης -κυλάω. Σε λίμνες ασκεπείς σκοτεινοί ήλιοι. Κάλεσε σμηναγό σμήνους αρσενικών χελιδονιών Πέρσης ψυχρότερο σασί του έρωτα θα φτιάξει και το παιδάκι σου- στριμωγμένο στο πορτμπαγκάζ της πιο κοινότοπης μάρκας αυτοκινήτου θυροκόπος στο κενοτάφιο της Άννας Φρόυντ θα φτάσει κάποτε εκεί όπου αποκλείονται όλα. Πρυμναία Φρύνη Κανείς δεν του δίδαξε το κόλπο του αιώνιου πόκερ. Σκαρφαλώνει θυννώδης στ’αγάλματα Κοιμωμένη Ιστορικών Φιλημάτων η σπαστική των μη θαλλόντων με τις ελάχιστες κατόψεις- αυτό το πράο δίδαξε να σκαρφαλώνει τα αλογάκια επιτέλους να κόβει βόλτες περιμένοντας τον στυγερά ερωτικό και στρατιώτη. Απλανές βλέμμα μ’ έριξε στην κατωφέρεια κάποιας εκποίησης. Αέρας μπόσικος. Ασήμαντης γονυκλισίας.

(από τη συλλογή «Άδηλος Αναπνοή», εκδ. Ύψιλον, 2008)

Χρήστος Σ.: "Ξεπερασμένα περάσματα…"

Η αλλαγή μου δίνει ζωή κι εγώ τη σπέρνω και τη γεννώ... Κι είναι οι αντιφάσεις που αγάπησα περισσότερο, το δεύτερο συστατικό της αποτυχημένης συνταγής που είμαι αποτέλεσμα.. Διότι αρχικά είμαι το σύνολο των όχι που είπα και άκουσα με πλεονάζουσα -πάντα- ευγνωμοσύνη...
Άνθρωποι... γεγονότα... ιδέες... Είμαι κάπου ανάμεσα σ' όλα κι ακόμη με ψάχνω... αν με βρείτε , σπρώξτε με από της φθοράς τη λάσπη, και μον’ αφήστε με... ίσως τελικά να γεννιέσαι για τη μοναξιά... Ο Κανόνας επομένως ορίζει να είσαι μόνος σου και οι άνθρωποι γύρω σου να αποτελούν προσωρινές, παροδικές εξαιρέσεις για να μη πεθάνεις από την πλήξη.. Ελευθερία, ορίων έλευσις, τα όρια που δεν είδα ποτέ μα ξεπέρασα....

Γιώργος Κ. Ανυφαντής: "Taedium Vitae"

Τα ίδια πράγματα, τα καθημερινά, μέγαρα κι αυτοκίνητα και δρόμοι. Ο ίσκιος π’ αντιστέκεται ακόμη σε παραθύρια μαύρα, βορινά
Οι σκέψεις, που τις πούλησα φτηνά το χρήμα, ο χαρτοφύλακας, οι νόμοι. Οι ώρες που σπατάλησα κι οι τόμοι στα δημόσια γραφεία, τα σκοτεινά.
Κι όλα να φωνάζουν μ' ένα στόμα καθώς η μέρα σώνεται και σβήνει: "Τι σ' έκανε να σέρνεσαι στο χώμα;"
Και να ’ναι το μυαλό, που δεν αφήνει, τη γλώσσα μου, κομμάτι μιας αβύσσου, ν’ αποκριθεί: "Το φως του Παραδείσου"

Γιώργος Βέλτσος: "Το πνεύμα της ποιήσεως"

Λοιπόν, το στοιχείο που θα επικρατήσει όταν δεν θα προστίθεμαι στη γη θα είναι ο αέρας Ρεύμα αέρα, δυνατό θα επιλέξει από τη δέσμη των χαρτιών μου τον δισταγμό Θα τον λικνίσει λίγο πλάι σε πράγματα ανθεκτικά κι ύστερα, θα τον ανορθώσει εμψυχωμένο σαν την καρδιά μου
Σε εισπνέω πνεύμα της ποιήσεως και θα σε εισπνέω όταν το σώμα μου γίνει λέξη

Σοφία Πιπέρου: "Το μέτρημα"

Μπαλκόνι ! Οδός Αντιφίλου, αριθμός το δώδεκα και επάνου το φεγγάρι σε συμμετρία με μένα δεν έχει αριθμούς. Πόσο ελεύθερο να νιώθει χωρίς τη μαθηματική παραπλάνηση ότι ανήκει κάπου Χωρίς συνείδηση δε ξέρει ότι μόνο αυτό ελπίζει να βρει παρηγοριά στο κενό που έχει γύρω του . Δε ξέρει να μετρά ίσως παραπάνω από το ένα αλλά και αυτό φορές το αγνοεί ή το ξεχνά μπροστά στον κόπο να γεννήσει την ημέρα, να φωτίσει το ένα μισό της γης και το άλλο να το φυλακίσει σε ένα ακατάστατο δωμάτιο με όλα τα θνητά αντικείμενα τριγύρω, αυτά όλα που μας θέλουν ντυμένους. Και συ με το ένδυμα φτηνό γιατί τη πόρτα μου χτυπάς σε συγκεκριμένο δρόμο ! Αυτά δεν είναι του φεγγαριού καμώματα, και γω πόσο θέλω να ξεχάσω το μέτρημα και να γεννήσω με κόπο την ημέρα.

Γρηγορία Πελεκούδα: "Δυο ίσκιοι"

Δυο ίσκιοι περνούσαν αργά σα σε όνειρο. Όμορφη βραδιά που οι άνθρωποι περπατούν σε αόρατους δρόμους σαν πουλιά.
Μα αυτοί δε βάδιζαν.
Κυλούσαν απόκοσμα με τα χέρια δεμένα,
με τα κορμιά κοντά....

Πανέμορφη ώρα,
που κανείς δε σε καταράστηκε,
κανείς δεν σ’ απαρνήθηκε,
κανείς ποτέ δεν σου είπε “φτάνει”.
Κανείς…

Μαρία Λαϊνά: "Η ταβέρνα της Τζαμάικα"

Η ζωή μας έχει αλλάξει κάπως· δεν μένουμε μέσα στην πόλη πια αλλά στον δρόμο για τη θάλασσα. Τα βράδια μας απασχολούν οι διαδρομές του φεγγαριού τα φτερουγίσματα στους λόφους και τ’ άλογα που κατεβαίνουν στον νερόλακκο.
Αν τελικά αποφασίσεις να ’ρθεις θα μου κρατάς τη νύχτα συντροφιά τώρα που μπαίνει το φθινόπωρο κι οι μεντεσέδες τρίζουν στο σκοτάδι. Θα μάθεις να προσεύχεσαι με δύναμη κι απελπισία και το παράξενο αυτό συναίσθημα θα συνδυάζεται με τις σκληρές γραμμές της φύσης.
Να φέρεις λίγα ρούχα και βιβλία κρατούν αλλιώς εδώ τα ίδια· και μην ξεχάσεις τα κατάλληλα παπούτσια γιατί ο βάλτος είναι πίσω απ’ το σπίτι και τον χειμώνα έχουμε πολλές βροχές.
Σ’ αφήνω τώρα· να προσέχεις, και σ’ αγαπώ πολύ το ξέρεις. Σε σκέφτομαι στον καναπέ εκείνο πλάι στο παράθυρο να σκέφτεσαι τον χρόνο και τα σώματα όταν γερνούν. Όλα αυτά είναι της φαντασίας πράματα εδώ δεν έχουμε παρά μια δυνατή και καθαρή αιωνιότητα που δεν κουράζει, αλλά μερικές φορές πονούν τα μάτια σου.
Να κλείσω τώρα το παράθυρο σηκώθ…

Κατερίνα Σημηντήρα: "Δρόμος 2013"

Δυτικά η οδός Σαπφούς. Θλιβερές πολυκατοικίες, εγκαταλειμμένες αποθήκες ξυλείας, υπόστεγα, χειρονομίες, σκουπίδια. Στη γωνία δεξιά η καντίνα "Το Ζουμερό Λουκάνικο" με μεγάλα κόκκινα γράμματα. Τα τρία γατάκια τρομαγμένα κάτω απ' τον κάδο. Τα παλιά ανταλλακτικά σάπισαν. Τα εικονίσματα πάνω στο πατάρι με τις κατσαρίδες. Στάζουν οι σωληνώσεις μέσα στον τοίχο. Αυτός βρίζει συνέχεια, φτύνει και σκαλίζει με το νύχι του, μια τον σουβά, μια το σπυρί. Στον άλλο τοίχο απέναντι η μνήμη. Φτιασιδωμένη γριά πόρνη του κλείνει ξεδιάντροπα το μάτι. Και από πίσω πεταμένη μια μοναδική ζωή, που δεν της απόμεινε τίποτα. Κάθε μέρα τώρα αυτό το χαλασμένο ρολόι εμποδίζει το θάνατο.

Βαγγέλης Κούτσης: "Η αποχώρηση μιας κυρίας"

Το τσαρδί της στη Νιο ρημαγμένο με τη ρώμη την παλιά ξεπνεμένη, η ποίηση σ' εμμηνόπαυση δε βογκάει πια. Γέρασε στην αρχιτεκτονική του άστεως ένα στενό μπαλκόνι πήρε αντιπαροχή πρόγκηξε τα χελδόνια κι εκτρέφει μια παχιά ανοιχτομάτα πουλάδα. Το απαύγασμά της, τηλεοπτικά τσιτάτα κι επιμύθια του παρακμάζοντος Τύπου. Στη φωτιά που λιγοστεύει τ' άστρα απεμπολούν τη νυχτοσύνη και οι νοικοκυραίοι ξεδιαλέγουνε φακές.
(από τη συλλογή «Τοις κυνών ρήμασι πειθόμενοι", εκδ. Προμετωπίδα, 2013)

Γεσθημανή Σιδερίδη: "Ο ποιητής"

Επέστρεφε απ’ τις επιθυμίες Βασανισμένος ο ποιητής Έπνιγε την κολασμένη αλήθεια Στην απραξία των συντεταγμένων στιγμών Στο πέρασμα της νύχτας Ξεπούλαγε την ηδονή σε μελανιασμένα χαρτιά Είχε μάθει καλά να βυθίζει -το εγώ- Στη μαύρη θάλασσα της ψυχής Κι έτσι αγνός κι αμόλυντος Ν’ αποχαιρετά θλιβερά τις λέξεις -Ζήσε όσο μπορείς-

Γιώργος Γώτης: "Σύζυγοι του δειλινού"

Είμαστε σύζυγοι του δειλινού σύζυγοι του ημίσεως της ημέρας. Μέχρι να έρθει η στιγμή που θα ανθίσει η κοινή ζωή μας, ένα αόρατο χέρι χαμηλώνει τον ήλιο και ανάβει ένα - ένα τα αστέρια μας χαρίζει τις ώρες, τις λέξεις που θα μοιραστούμε.
Με πρωτόφαντη λάμψη σ' αυτές τις στιγμές σε μικρές γουλιές τη ζωή μας γευόμαστε προσπαθούμε η ώρα να χωρέσει τη μέρα τον ρυθμό της ανάσας αλλάζοντας να μην καταλήξουμε της συνήθειας δεσμώτες.
Γυρνάμε σαν τις χρυσαλίδες γύρω από της φαντασίας μας το φως και από την μία όχθη κατά πώς θέλει η ζωή πηγαίνουμε στην άλλη.

Κωνσταντίνος Μελισσάς: "Η Γυμνή Πλευρά"

Ο γυμνός αναγνώστης κάθεται σε μια φθαρμένη πολυθρόνα με το ρολόι χειρός στη μια παλάμη κι ένα βιβλίο ποίησης στην άλλη. Ο γυμνός αναγνώστης κοιτά συνεχώς την ώρα. Δεν διαβάζει στοχαστικά, δεν συναντά ούτε τον Λόνγκλεϊ ούτε τον Πάουντ. Ο γυμνός αναγνώστης δεν ανοίγει το βιβλίο. Περιμένει απλώς ένα μπουρνούζι νυκτός από την άλλη πλευρά του δωματίου.

(από τη συλλογή «Αθώες Λογοκλοπές», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2013)

Δημήτρης Τσίτος: "Οι ακροβάτες"

Χωρίς περιθώρια ο έρωτάς μας ακροβατούμε συνεχώς,
όμως ούτε και οι επαγγελματίες ακροβάτες δεν μπορούν αυτήν την αγωνία για πάντα
ή πέφτουν κάποτε, αν ανοήτως επιμείνουν, ή σταματούν έγκαιρα…
(από τη συλλογή "Αντιμήνσιο", εκδ. Πανδώρα, Αθήνα, 2004)

Χρυσούλα Μιχαλοπούλου: "Έξω από τη Σφαίρα της Γης"

Έξω από τη Σφαίρα της Γης Απομνημονεύω τους Αιώνες Αρχαίους  Τρανούς  Φιλοσόφους Αθάνατους  Μικρούς  Θεούς. Αποθανατίζω  Ανεπανάληπτες  Εποχές
Θυσιάζομαι Αμερόληπτη στις Αγάπες, Ερημώνομαι στην Παράδοση των Λαών. Συγκρούομαι με τα Κράτη Γυμνώνομαι από Πάθη. Ταξιδεύω Ξυπόλητη στο Άτεχνο Μέλλον Στο Άκοσμο Παρόν.
Δεν Ζω στο Παρελθόν, Υπάρχω σε  Ιστορίες  Δύσεων κι Ανατολών. Ύστερα Πάλι Γυρίζω Στην  Άτοπη  Ψευδαίσθηση του Χρόνου Και γράφω με Πένα, για του Κόσμου Την Άγνοια και την Οργή.

Νίκος Παϊζάνης: "Μη με ψάξετε"

Μη με ψάξετε, σε σημαιοστολισμένες γιορτές, σε φλογερούς λόγους, σε πανηγύρια.
Μη με αναζητήσετε. Σε μεγαλεία και τιμές, σε κολακείες κι υποκρισίες, σε πορείες εύκολες κι ανώδυνες.
Ρωτήστε για μένα, μόνον στα ερημητήρια, που ποτέ δεν πάτησε, ανθρώπου βήμα.
Δείτε με, στα μάτια κάποιου, που είναι μόνος, ανεξάρτητα απ’ τα αίτια.
Μιλήστε μου, με το στόμα κάποιου, που δεν φίλησε και δεν τον φίλησαν.
Ακούστε, την καρδιά μου, όταν χτυπά, χτισμένη, μέσα σ’ ένα ζωντανό κουφάρι.
Κρατήστε, το χέρι μου, όταν βεβαιωθείτε ότι θέλετε, να διώξετε το κρύο.
Χτίστε ναούς, για να χωρούν οι άπιστοι. Να περιφέρονται άσκοπα, όσοι δεν άντεξαν.
Γράψτε τραγούδια, για εκείνους, πού δεν έχουν φωνή. Τραγουδήστε προς τιμήν τους.
Χαμογελάστε, μόνο τότε: Όταν το χαμόγελο σας, είναι παιδικό.


(από τη συλλογή "Τρεκλίζοντας στις σκαλωσιές της ύπαρξης")

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία: "Μέταλλα"

Είχε μέσα της μια ουσία που γεννούσε μέταλλο. Την τάϊζαν άχυρα και γεννούσε βιβλίο χάλκινο. Την πότιζαν βρόμικο νερό από ποτίστρα ζώων και γεννούσε ασημένιο βιβλίο. Την τάϊζαν ξερό καλαμπόκι που μήτε τα πουλερικά και γεννούσε βιβλίο χαλύβδινο. Ενοχλούσε. Την πότισαν δηλητήριο. Πριν κλείσει τα μάτια της γέννησε βιβλίο χρυσό.

Γιάννης Υφαντής: "Τελεία με πόδια"

Ένα ζωύφιο περπατά πάνω στο χάρτη αυτού του βράχου. Είναι μια κόκκινη τελεία με πόδια. Περπατά. Δε σταματάει· περπατά· γιατί το τέλος του Κόσμου βρίσκεται παντού και μια τελεία που περπατά δεν ξέρει που να σταματήσει.

(από τη συλλογή "Οι μεταμορφώσεις του Μηδενός", εκδ. ΑΧ, 2009)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Ιανός"

Πολυκατοικία πια
Η γειτονιά μας
Το ασανσέρ κολλημένο
Μεταξύ ρετιρέ
Και ουρανού


Κι εμείς μέσα
Συνωστισμένοι άνετα
Χωρίς ανάσα
(Και χωρίς σήμα
Το κινητό μας)

Στο παραπέντε απόδρασης
Από το savoir vivre
Σαν έτοιμοι από καιρό
Για περιπτύξεις
(Πότε προλάβαμε άραγε
Να ερωτευτούμε;)

Στο απόγειο
Μετέωρων βημάτων
Στο υπόγειο
Ημι-διλημμάτων
Του Ιανού