Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Δημήτρης Μποσκαΐνος: "Μητέρα κουρασμένη"


Την είδαν σύρματα να σφίγγει  με τα χέρια,
μιας φυλακής, τη σάπια την περίφραξη,
Αιθέρια μα λυπημένη ύπαρξη,
θολά πλεγμένα στα μαλλιά, φορούσε αστέρια.

Με παγωμένο βλέμμα ως του Αιγαίου,
θωρούσε κάτι που κανείς δε βλέπει.
Σε ποιον στ’ αλήθεια τέτοια μοίρα πρέπει ;
Όνειδος, η κατάρα του Ωραίου.

Να έχει κάποιον να του δώσει την Ευχή της;
Μάνα, Αδερφό, να νοιάζεται για εκείνη;
Στη ζήση της τι να ’χει απομείνει;
Μον’ η Ελιά, Η Θάλασσα κι η Γη της.

Σκυμμένη σα τον Άτλαντα απ’ το βάρος,
Βαριά η Ιστορία, μα αντέχει.
Γυρεύει κάποιον ν’ αγαπά και να προσέχει,
Ή έστω κάτι που να της εμπνέει Θάρρος.

Με δυο Μαιάνδρους για να της κρατούν τα γράδα,
Κι εν’ άγαλμα σκοπό να αγναντεύει
Τη ρώτησα "ποια είναι", "τι γυρεύει",
Και μου αποκρίθηκε ψιθυριστά "Ελλάδα".

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλή ποιήματα του μήνα