Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούλιος, 2013

Ανδρονίκη Ατζέμογλου: "Μυστικό μονοπάτι"

Οι διαβάτες δεν έχουν σύνορα, περπατούν με την αναπνοή του ανέμου, φουσκώνουν τα πανιά της πλώρης τους. Περνούν από τ’ απόρθητα κάστρα των Μυστηρίων της Ζωής. Γυρνούν το τιμόνι του χρόνου και τον εξαντλούν μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Ξέρουν να σβήνουν τα ίχνη τους μέσα στο απάτητο χιόνι της Ψυχής τους. Ακροβατούν στο τεντωμένο σχοινί της Θέλησης τους, κρέμονται αιωρούμενοι από την τελευταία Ελπίδα τους. Αφήνονται στην μυσταγωγία των οριζόντων τους με ιθαγενείς άλλων πολιτισμών. Κερνούν το πολύχρωμο τους στην κούπα του μοιράζεσθαι. Τεντώνουν το τόξο τους της Ευαισθησίας τους, μοναδικό όπλο τους στην αδιαφορία με φαρέτρα την χορδή της Ψυχής τους. Πετούν με τα φύλλα της καρδιάς τους σε μονοπάτια δικών τους οριζόντων. Σφραγίδα, η πόρπη της Ύπαρξης τους. Ο Θεός πυροσβέστης των φόβων τους, μόνο σ αυτόν θα λογοδοτήσουν. Η πατημασιά τους δεν αναγνωρίζεται εύκολα.

Θάνος Κόσυβας: "Εξόριστες λέξεις"

Εξόριστες λέξεις ξεστομίζω βλέμματα θωπεύουν την αγάπη και στην αλήθεια ασελγούν.
Ενωμένα δάχτυλα τρέμουν στον άνεμο να σχηματίσουν το σταυρό. Οι ήρωες πέθαναν στην ομίχλη της ιστορίας και τώρα πάνω τους ρίχνουν σκιά ο εγωισμός και η υποκρισία που ψήλωσαν τριάντα πήχεις.
Τα εμβατήρια πια δεν εξυψώνουν ραδιενέργεια πάλλεται στη ψυχή.
Φόβισε το φόβο σου, κατά ριπάς θυμήσου να χαμογελάς.
Τα μάτια σου μη ρίχνεις στον Καιάδα.

Λένα Παππά: "Πολύ σκληρό"

Άλλοι σε κυοφορούν, άλλοι σε γεννάνε για να υπάρξεις τίποτε δε χρειάζεται να κάμεις εσύ
Μ’ αφόντας γεννηθείς πρέπει να μάθεις να πεθαίνεις.
(από τη συλλογή "Αρτεσιανά", εκδόσεις των Φίλων, 1988)

Τζούλια Φορτούνη: "Φυσική κατάσταση"

Μερικές μέρες έχουν ύλη συμπαγή Στερεά και άκαμπτα τα υλικά τους Χωρισμός και θάνατος Ιδίως τα απογεύματα Μιμούνται την αιωνιότητα Καθώς αυτή αγνοεί τα όριά της
Άλλες πάλι είναι ρευστές Ιδίως τα πρωινά Ρετσίνι στο ράμφος αηδονιού Μέλι στη γλώσσα των ερωτευμένων Που παγιδεύει τη νομοτέλεια
Μα υπάρχουν μέρες Τα μεσημέρια κυρίως Που είναι από σύννεφο Ή από όνειρο Αέρας Μέρες πουλιά Μέρες που πέρασαν Που ίσως ποτέ δεν ήρθαν
Εξαϋλώνονται οι μέρες Όταν μόνο βαθιά τις νοσταλγήσεις

Γεωργία Τρούλη: "Και στα ενδιάμεσα"

Δυο κατεβασμένα παραθυρόφυλλα καθημερινότητας Και στις ρίγες που δημιουργούν σχίσματα Βάζεις χαρτοταινίες σε παραλληλία Σε διάταξη που συναγωνίζεται τη δίψα του νερού
Από πάνω στέκουν κονταροχτυπημένα Τα χαρτιά της λειψυδρίας
Δεν καίγεται κανένα τίποτα Τόσο αργά όσο θα έπρεπε Δεν νιώθεις καμιά στιγμή πιο δικό σου Το δικό Παρά μόνο τη στιγμή που το βλέπεις Να χάνεται Κι έτσι να ξεγλιστρά στις χαρτοταινίες Και στα ενδιάμεσα Σαν έντομο να ξεφεύγει Την ώρα που μοιάζει οκτάβα σε πεντάγραμμο Και το λουκέτο σε όλες τις γραμμές Και το κλειδί να έχει οξειδωμένες κλειδώσεις Και εγκοπές Πουθενά να μην ταιριάζει Μόνο αντίγραφα Και κάθε φορά ένα λιγότερο Και
(από τη συλλογή "Ακρογωνιαία πορεία στο και", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2012)

Αθηνά Τιτάκη: "Παρένθεση"

Να σκεφτώ σκοτάδι. Η αγέλη ξεκουράζεται χορτάτη στο δασώδες στήθος. Η πανάρχαια οργή, σα χθες γευμάτισε το αντίπαλο σώμα. Ο ήχος σπασμένων ξερόκλαδων, γρυλίσματα, η σκιά του αναπόφευκτου, και μια ριπή απόλαυσης στο βλέμμα. Επιστρέφω αργά, πλήρης. Φτύνω τις τρίχες απ' το στόμα μου. Ξημερώνει, και οι καμπάνες της ζωής χτυπούν ομαλότητα, μέχρι να γεμίσει και πάλι το φεγγάρι.

Ελένη Αλεξίου: "Το πέτρινο σπίτι"

Μεγάλωσα χωρίς πατέρα
-κι εκείνος χωρίς γιο-. Έτσι δεν έμαθα να ξυρίζομαι και να παίζω πόλεμο.
Η μητέρα δεν ήταν άνθρωπος ήταν η κούκλα που δεν πρέπει να παίζουνε τ' αγόρια. Μου αγόραζε όπλα και στρατιωτάκια. Τα έθαβα, τα ξέθαβα έπαιζα "κηδεία".
Μεγάλωσα με ιστορίες για Κύκλωπες και Δούρειους Ίππους. Οι φίλοι μού έλεγαν πως μόνο ο κακός ο λύκος είναι αληθινός.
Μια μέρα η γιαγιά μου έβγαλε απ' την κοιλιά του τις πέτρες της απουσίας. Χτίσαμε μ' αυτές ένα σπίτι -έμπαινε μέσα και φώναζε "γιε μου, γιε μου" -χωρίς βεράντες -όλοι φοβόμασταν ότι θα έπεφτε μια μέρα από το μπαλκόνι. Εκείνη προτίμησε κάτι πιο θεαματικό. Πνίγηκε μόνη τη νύχτα.

Βασίλης Λαλιώτης: "Μάσενκα, ένδεκα"

Υπάρχει μια μητέρα που κοιμάται όλων των βροχών
και που ξυπνάει μέσα μας κάθε βροχή. Σε περιέχει. Φιλιά βρεγμένα ύστερα από τρέξιμο σε στέγαστρα κάτω από θόρυβο χόρτων λες από νερό κι αέρας που φυσάει μιαν άγνωστη μορφή προς τη μορφή σου μια επιθυμία χωρίς όνομα που έψαχνε τ’ όνομά σου.
Μάσενκα, όνομα από βροχή από βλέμματα σε τζάμι βρεγμένα ρούχα αφημένα από σώμα ένα γυμνό που έχει στο στόμα γεύση από λευκό βαμβάκι και που ξοδεύει νύχτα δίψας για πανάρχαιες αγκαλιές να μεγαλώσει ένα παιδί να ’ρθει να σ’ αγαπήσει.
(από τη συλλογή "Μάσενκα", εκδ. Ενδυμίων 2012)

Μαρία Ντότσικα: "Σαν"

Μπορείς να έρθεις σαν νερό σκιερής πηγής που αναβλύζει απείθαρχα το πρωινό. Μπορείς να τρέξεις σαν στάλες βροχής που αντιπαλεύουν λιοπύρι μεσημεριανό. Μα εγώ θέλω να ξεσπάσεις σαν άφατη καταιγίδα για ν’ ανατρέψεις όσα με τα μάτια μου είδα. Αλλιώς, πες μου, τι νόημα θα έχει να κλείσω στα χέρια σου τον επαναστατημένο μου ουρανό.

Έλσα Κορνέτη: "Φτερωτές Ποιήτριες"

Κυρίες και Κύριοι Θα ήθελα να σας εξομολογηθώ τον εθισμό μου Είμαι κλεπτομανής Κλέβω το οξυγόνο των λέξεων Εισπνέω τις φωνές τους Γιατί μόνον έτσι αναπνέω Η σειρά σου τώρα: Κυρίες και Κύριοι Θα ήθελα να σας εξομολογηθώ τον εθισμό μου Είμαι αυτοκτονική Συλλέγω τους υποψήφιους θανάτους μου Όπως οι γάτες τις ζωές τους Έχω επτά ολόκληρους θανάτους για να ζήσω Αφήστε την επιτέλους Να γδυθεί με την ησυχία της Τα σώματα είναι ανέκφραστα Δηλώνω εχθρός της κίνησης Κι όμως όλο και πιο συχνά Πέφτω, πέφτω ... Πρόσεξε Στη διαχωριστική γραμμή στέκεται Ο αντίπαλος εραστής – Η αντίπαλη ερωμένη Περιμένουν στωικά με μύτες γαμψές Το αρσενικό πάντα πρώτο οσμίζεται τη γονιμότητα Βοήθεια – Δεν θυμάμαι τίποτα Οι κλεμμένες στιγμές διαρκούν λίγο Μισώ τη διαίσθησή μου Για περάστε παρακαλώ Εδώ πωλούνται τα φθηνά ηλιοβασιλέματα Σου χαρίζω Την καταραμένη μου ομορφιά Σε μωβ χαρτί Κι εγώ σου χαρίζω Το καταραμένο μου μυαλό Σε μωβ κουτί Vanitas – Λέγεται η τιμωρία μας Μετά από κάθε δυνατό μεθύσι Μένουμε όλο και πιο δ…

Αρχοντούλα Διαβάτη: "Άτιτλο"

Ένα κορίτσι με κουρεμένο κεφάλι Μπαινοβγαίνω στο ορφανοτροφείο της ημέρας Χωρίς να δεχτώ μιαν επίσκεψη από σένα Μια μέρα όλο φως εκεί έξω Κι εγώ χαμένη στον ιδρυματισμό Της αγάπης σου, Είμαι στα σκοτεινά. Μια μέρα χαμένη Η μέρα που δεν μου μίλησες Η μέρα που δεν με έκανες να γελάσω

Χλόη Κουτσουμπέλη: "Τέχνη"

Ποτέ δεν συμπάθησα τις τέλειες οδοντοστοιχίες τους σιδερωμένους άντρες τα ανατομικά στρώματα με τα αναπαυτικά όνειρα, πούπουλα χήνας στην ομίχλη. (ακόμα και ο ύπνος μου είναι τεμαχισμένος). Γι αυτό και ζω σε ερειπωμένα σπίτια Κάτι να χάσκει κάτι να λείπει κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.
Γιατί τέχνη είναι πάντα η οροφή που λείπει.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα: "Το κρησφύγετο"

Στο δωμάτιό σου που κάναμε έρωτα κυριαρχούσε ένα σκούρο, καφέ χρώμα, από τη μοκέτα, τα έπιπλα, τα σκεπάσματα. Σχετικά σκοτεινά ήταν, γιατί όταν μπήκα - απομεσήμερο, τέλη Μαϊου- είχες ήδη κατεβάσει τα ρολά, και οι κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα δεν άφηναν κανένα φως. Σαν σκοτεινή σπηλιά και κρησφύγετο κολασμένων έμοιαζε το δωμάτιό σου, σε συνδυασμό με την ηδονή στο κρεβάτι. Μετά, όταν κατέβηκα στο δρόμο και περπάτησα αρκετή ώρα, το δυνατό και διάχυτο φως του Μαϊου, η πανδαισία των χρωμάτων παντού, και η ζεστή ατμόσφαιρα που τόσο ταίριαζε με τη διάθεσή μου.
(από τη συλλογή «Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2012)

Γιώργος Μαρκόπουλος: "Οι παλαιοί εαυτοί μου"

Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν; Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν, ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος, ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος, των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη, πού πήγαν, πού χάθηκαν; Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε. Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία, ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.

(από τη συλλογή "Κρυφός κυνηγός", εκδ. Κέδρος, 2010)

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου: "Εμπράκτως"

Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη, Ο τόπος μου είναι το νόημα. Τα μέσα μου είναι τα φτερά Και ασαφής ο σκοπός μου.
Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου, Η σκέψη μου είναι τα φτερά. Το νόημα είναι τα μέσα μου Και ακαθόριστος ο τόπος.
Αν τρέμει το νερό στην πηγή του, Το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται. Κάποιος πέταξε και του 'φερε να πιει, Για να 'χει η σκέψη του νόημα. (από τη συλλογή “Ο τρόμος ως απλή μηχανή”, εκδ. Πατάκη, 2012)

Χάρης Βλαβιανός: "Χαρτοκόπτης"

                                             ("χαρισμένο" από τον Ρ. Β.)
Τόσα χρόνια κλειδωμένος στο συρτάρι του γραφείου ανάμεσα σε συνδετήρες, φακέλους, κουμπιά κι ακόμη μυρίζει πορτοκάλι.
Δώρο δικό σου στη γιορτή μου. Τι παράξενο. Το μόνο που μας ενώνει πια ένα αντικείμενο που σχεδιάστηκε να κόβει.

(από τη συλλογή "Διακοπές στην πραγματικότητα", εκδ. Πατάκη, 2009)


Γλυκερία Μπασδέκη: "Don’t smoke in bed"

εννιά Μαρτίου πέθανες
κανονικά
με έμφραγμα, εντατική, νεκρώσιμα, σαράντα
απ’ τη Μαρί  το έμαθα
πάει ο Πανούλης, κλαίγαμε, πέφταν  σακούλες,σαμπουάν, χαρτιά υγείας
 έβγαινα, βλέπεις, απ’ τον Μαρινόπουλο -ώρα που βρήκα

(από τη συλλογή  «Σύρε καλέ την άλυσον» , εκδ.  Ενδυμίων, 2012)

Βασίλης Σαμοΐλης: "Παράπονο"

Δεν είναι που αφήσαμε το όνειρο να σέρνεται ολόγυμνο στου χειμώνα την μανία. Ούτε, που σαν μανιασμένη θάλασσα, η σκέψη, θόλωσε. Ανήμπορη στέκει βουβή, σαν την αδυναμία, που ενώ δημιουργούμε, την αφήνουμε και θέριεψε. Όμως, από εκείνο το μικρό λουλούδι, που αφήσαμε χωρίς νερό στο μένος ενός λυσσαλέου αγέρα, να το ταράζει συθέμελα, βλέπουμε μόνο το παράπονο......
(28 Δεκέμβρη 2012)

Ελένη Σεργίου: "Μυστικό δείπνο"

Σκόρπιες σκέψεις κάνουν φασαρία καθώς προσπαθούν να μπουν σε τάξη.
Ένα όνομα έρχεται στο φως και ακολουθεί μελαγχολικός άνδρας. Μυστηριώδης φιγούρα με γυαλιά σοφού εισβάλλει στο λυκόφως του δειλινού και κατευθύνεται στο τραπέζι με τα εκλεκτά εδέσματα.
Στην οθόνη του μυαλού ξετυλίγονται οι εικόνες.
Ψάχνεις φύλλα ρητίνης να σκεπάσεις την οθόνη να μην βλέπεις πια αυτές τις ματιές, μαχαιριές στην ίδια πάντα πληγή να την μεγαλώνουν κι άλλο, και αυτό το στόμα με το σαρδόνιο χαμόγελο να καταβροχθίζει ό, τι εκλεκτό έβαλες πάνω στο δαντελένιο τραπεζομάντηλο.
«Μην χτυπάς άλλο. Η ζωή λείπει. Δεν είναι εδώ.»
Αδύναμη η γυναικεία φωνή σου δεν ακούγεται.

Σωτήρης Παστάκας: "Εγκώμιο της κινήσεως"

Κάποιος κάθεται σε αυτήν την πολυθρόνα.
Το βιβλίο ανοιγμένο στα γόνατα. Το μυαλό κλειστό στα γεγονότα. Πάνω από τις γλάστρες του βασιλικού Υψώνεται ο κισσός. Ρίχνει τα φύλλα της Η ροδακινιά. Γραμμή τη γραμμή, Σελίδα τη σελίδα, Αναπτύσσεται εξίσου σιωπηλά Η οριζόντια πρόοδος της αναγνώσεως.


(από τη συλλογή "Ύποπτος φυγής", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2010)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Λευκή μαρμαρυγή"

Δεν ήταν η σάτιρα
Του δωδέκατου λεπτού
Που βούτηξε
Τη λογική μου
Σε μειδίαμα
Λευκής μαρμαρυγής

Μα η νηφαλιότητα
Των αθώων
Που με οδήγησε
Σ' ένοχα μυστικά
Διττά κελεύσματα σιωπής
Επίορκων δωρητών ψυχής