Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Οκτώβριος, 2013

Θανάσης Κόλλιας: "Άτιτλο"

Βρέχει... Ο κήπος ταξιδεύει και τα λουλούδια μεθούν. Νιώσε την ενέργεια που ρέει στο σύμπαν. Τα μάτια κλείσε και δραπέτευσε...

(από τη συλλογή "Ξεχασμένες ιστορίες και άλλα δεινά", εκδ. ΑΩ, 2009)

Μαρία Δαλαμήτρου: "Οκτώβρης"

Η μνήμη είναι κακιά συνήθεια.
Ξέχνα την.
Είναι μια θάλασσα που πνίγει πάντα τους ταξιδιώτες της. Ό,τι κι αν θέλησα είναι αργά. Πιο αργά κι από τη λήθη κι η μνήμη είναι πια θάλασσα...
(απόσπασμα από τη συλλογή «Προτελευταία εποχή», εκδ. ΑΩ, 2010)

Βίκυ Δερμάνη: "Ο ίλιγγος του ελάχιστου"

Ο ίλιγγος του ελάχιστου Θρόμβος της εγκατάλειψης. Σφραγίδα σάρκας Του πελάγου το άγγιγμα.
Κλεμμένο εμπόρευμα Ο δαίμων ποταμός. Δεν τ’ άντεξες… Έφυγες.

(από τη συλλογή "Πάνε χρόνια που σαν αγρίμι", εκδ. ΑΩ, 2009) 

Θάνος Γώγος: "Άτιτλο"

Σαν παιδί δοκίμαζε τον ουρανό πετώντας τις προσευχές του έξω απ’ τον κόσμο
Τώρα πια χωρίς τετραγωνικές ρίζες για το κεφάλι του θέλει να ζήσει σε κάθε σώμα.
(από τη συλλογή «Μεταιχμιακή χαρά», εκδ. Φαρφουλάς, 2013)

Γιώργος Καρτάκης: "Κλωθώ"

Τα πνεύματα στην σιγαλιά κυκλοφορούν - κανείς δε βλέπει. - Κι εσύ μάνα στον ύπνο σου, ποιά μυρωδιά φοράς να σου την κλέψω, να τη λουστώ;
Ω, Θεέ μου πίκρα, θάλασσα, όψη και πέλαγος, αιώνια μουδιασμένη απ΄το φιλί. - Σπουδαίο γάμο λόγιαζες χωρίς εμάς: απατημένοι, γερά δεμένοι.
Τί να το ψαύω το κορμί, σα στάχι, απόκαμε΄ μια κρύα κούραση φέρνει ο χωρισμός, διπλώνει το σεντόνι στο προσκεφάλι σου΄ είναι στιγμές που φτάνει ο στεναγμός και κατεβαίνει σκύλος μουγγός κι αθάνατος ο θάνατος

Ιωάννα Π. Κρανιώτη: "Απέναντι"

Προχώρησα και έφτασα στ' απέναντι του "τώρα" και είδα που με κοίταζαν τα μάτια των παιδιών μου και άκουσα αναστεναγμούς σε χίλια δυο τραγούδια που έλεγαν για τόσα "μη" και άλλους τόσους φόβους, για τον κρυμμένο θησαυρό, για την πυκνή ομίχλη και για το φως που καρτερούν ώρα την ώρα να 'ρθει.

Χρήστος Σ.: "Ο κλήρος"

"Και τότε ρίξανε τον κλήρο, να δούνε ποιος θα φαγωθεί.. Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο" και κάπως έτσι προσπάθησαν από όταν ήμουν ακόμα μικρός να μου δείξουν τη βαρβαρότητα που διέπει τον κόσμο... Μα στις φωτό μου λέγαν πάντα smile - σαν να με δίδασκαν πως το χαμόγελο είναι μόνο για να θυμόμαστε στο μέλλον τα καλά, για να υποκρινόμαστε πώς ήμασταν καλύτερα κάποτε και πως τα δύσκολα δεν είχαν έρθει τότε - για να παίρνω σήμερα δύναμη νοσταλγώντας το χτες του χαμόγελου ή διεκδικώντας το αύριο του γέλιου για να με κάνουν είτε πιο δυνατό από την ελπίδα είτε πιο αδύναμο από την ψευδαίσθηση... Μπορεί και να με υποχρέωναν να γελάσω γιατί εκείνοι - οι μεγάλοι- βγαίνανε πάντα σοβαρότεροι στις φωτό κι ήταν τ’ απωθημένο τους η απεικόνιση του γελαστού προσώπου μου. Μα ήμουν μικρός και τώρα είμαι - και πάλι μόνο υποθέτω...

Αθηνά Παπαδάκη: "Αντιφάσεις"

Βαδίζω ξυπόλητη ανάμεσα στα φθινοπωρινά σαλιγκάρια, μην τα λιώσω. Απόσταση να πάρω από τη βαναυσότητα των καιρών. Εξάλλου με συμφέρει η αβρότητα. Ποιος ξέρει, ίσως αργότερα τα μαζέψω. Εκλεκτή τροφή.

Άρτεμις Βαζιργιαντζίκη: "Η γυναίκα του Λωτ"

Η γυναίκα του Λωτ παραμένει μεσ’ απ’ όλα τα στατικά δομημένα σχήματα. Να δείξω τη γυναίκα του Λωτ; Πως; Αφού είναι απ’ όλα τα βουβά το πιο αλάτι, το πιο ακίνητο του θανάτου ενός θανάτου επίμονου ακίνητου μέσα σε μια συνεχή περιέργεια που εκφράζεται με την κίνηση που απέμεινε την τελευταία φωνή κραυγαλέα : Ποιοι είσαστ’ εσείς οι κόκκινοι πυρωμένοι από φλόγες; Ποιος είναι ο ακόλαστος εγώ ή εσείς; Τι γυρεύω εδώ εγώ καταδικασμένη για πάντα στη σιωπή; Βλέπω το τρομερό ξέσπασμα της επιθυμίας σας και γω για πάντα θα μένω αμέτοχη, βρίζοντας και φτύνοντας κάτι κρυστάλλους επίμονους που μου κατατρώγουν το στόμα. Διψάω· δε θέλετε να μου δώσετε νερό μου δίνετε μόνο αδιάντροπα αυτή την τρομερή σας εικόνα. Το ψωμί σας είναι λυσσασμένο, μα εγώ θα ’δινα τα πάντα για ένα ψίχουλο· έναν μόνο κόκκο απ’ τ’ ατέλειωτα όργιά σας. Η μουσική σας με ξεκουφαίνει· βουτηγμένη στην αφόρητη μοναξιά μου καραδοκώ ν’ ακούσω τον ήχο ενός μικρού κύματος που θα ξεσήκωνε τ’ αλατερό μου μνήμα με παλμούς υπέροχους θα ’φτανε…

Χαρά Ναούμ: "Ες αεί"

Κι όποτε πότισα εκείνο το τριαντάφυλλο ποτίστηκαν μαζί οι εσταυρωμένοι Κάτω απ' το περβάζι μου
Γιατί τι άλλο είναι τα ποιήματα Από χιλιάδες χέρια που τεντώνονται αιμόφυρτα από λουλούδι σε λουλούδι
(από τη συλλογή "Άγρυπνες αντιλόπες", εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

Ορέστης Αλεξάκης: "Η μόλις μουσική"

Μην απορείς που δυνασχετώ ν’ ακολουθώ τα βήματά σου Μνήμη Γνωρίζω την αλήθεια τι ωφελεί αδιάκοπα σ' αυτήν να μ' επιστρέφεις; Για ποιο σκοπό ο χορός των ερειπίων; Η επαναβίωση τόσων χωρισμών; Η εκταφή του ενταφιασμένου χρόνου;
Σώπασε... σώπασε... η ψυχή κοιμάται Μην την ξυπνάς... κουράστηκε να ελπίζει Κουλουριασμένη μέσα στον εαυτό της έχει αφεθεί στη μόλις μουσική

που η αίσθηση του μάταιου αναδίδει
(από τη συλλογή "Το άλμπουμ των αποκομμάτων", εκδ.  Γαβριηλίδης, 2009)

Μιχαήλ Μήτρας: "Poems to let"

Ποίημα με θέα σε θάλασσα Ποίημα με θέα σε δάσος Ποίημα με θέα σε καφετέριες Ποίημα με θέα σε αυτοκινητόδρομο Ποίημα με θέα σε φαρμακείο Ποίημα με θέα σε λούνα παρκ Ποίημα με θέα σε μηχανοστάσιο Ποίημα με θέα σε ξενοδοχείο Ποίημα με θέα σε καταιγίδα Ποίημα με θέα σε σούπερ μάρκετ Ποίημα με θέα σε διαδήλωση Ποίημα με θέα σε σταθμό τρένων Ποίημα με θέα σε ανθοπωλείο Ποίημα με θέα σε τηλεοπτικές αντένες Ποίημα με θέα σε ερωτικό ραντεβού Ποίημα με θέα σε κεντρική λεωφόρο Ποίημα με θέα σε νεκροταφείο Ποίημα με θέα σε φωταγωγό πολυκατοικίας Ποίημα με θέα σε κινηματογράφο Ποίημα με θέα σε μαιευτήριο Ποίημα με θέα σε αστυνομικό τμήμα Ποίημα με θέα σε βιτρίνα με φορέματα Ποίημα με θέα σε τηλεφωνικό θάλαμο Ποίημα με θέα σε έναστρο ουρανό

Νάνος Βαλαωρίτης: "Το φάντασμα"

Εσύ που με ονειρεύτηκες όταν δε ζούσα πια Εσύ που με φαντάστηκες πριν να με δουν τα μάτια σου Εσύ που με αγκάλιασες χωρίς να υπάρχω ακόμα Για το χατίρι σου σαν τον καπνό θα γεννηθώ μια μέρα Γυναίκα που αγαπώ.
Μη με ρωτάς αν είμαι εγώ αυτός που σου 'ταξαν κει πέρα Μη μου ζητάς ταυτότητα μητέρα και πατέρα Μη μου ζητάς τα μέτρα μου το σόι το επάγγελμά μου Σαν τον καπνό θα σκορπιστώ στο πρώτο ερώτημά σου Γυναίκα που αγαπώ.
Στα τζάμια επάνω η βροχή χαράζει τ' όνομά μου Η χώρα μου μ' αυτήν εδώ δεν έχει γνωριμία Το κλίμα ειν’ ανυπόφορο και λέγεται αμαρτία Είναι καπνός τα σπίτια της κι οι δρόμοι μια οπτασία Γυναίκα που αγαπώ.
Εσύ που μ’ εμπιστεύθηκες με τόση αυτοθυσία Εσύ που δε μ’ αρνήθηκες μες στη δοκιμασία Μη μου μιλάς για το Θεό και για την ευτυχία Είναι καπνός τα χέρια μου κι ανύπαρχτη η πνοή μου Γυναίκα που αγαπώ.
Είμαι ένα γράμμα που έλαβες μετά την καταιγίδα Είμαι το ανατρίχιασμα του ιδανικού έρωτά σου Είμαι ένα ψέμα αληθινό ενός μεγάλου αγνώστου Είμαι ο καπνός που έπλασε…

Ειρήνη Ανδρέου: "Δεν έπαιξα πολύ με τις κούκλες"

Έχω μια έντονη επιθυμία, να μικρύνω, να μικρύνω, να συρρικνωθώ. Δεν θέλω να πεθάνω ακόμη... Δεν έπαιξα πολύ με τις κούκλες... Ήθελα να μεγαλώσω να γίνω όμορφη... Να ερωτευτώ... Είχα δει σε μια ταινία μια πανέμορφη κοπέλα να λέει σ’ ένα άντρα μετά από ένα φιλί: Με γέννησες!!! Μ’ ανάστησες!!! Άραγε γίνεται να συρρικνωθώ, να γίνω ένα κουβάρι, ένα μικροσκοπικό έμβρυο ξανά μέσα στης μάνας τη μήτρα... Δεν θέλω να πεθάνω ακόμη... Δεν έπαιξα πολύ με τις κούκλες... Ήταν πολύ ωραία ταινία...

Σίσσυ Αληφραγκή: "Με μια κίνηση"

Με μια κίνηση… Ρούχο σε πουλί σακατεμένο, μουγκό Με μια κίνηση… Θάνατος σε σώμα ξεχασμένο, μουντό
Καινό αόρατο στου κύματος το πεπρωμένο, Αγκάθι ιερό, ωδή στου έρωτα το σφαλισμένο Δώσε ζωή στην ομορφιά Και άνοιξε το στόμα της σιωπής το αποστεωμένο!
Με μια κίνηση…
(από τη συλλογή «Με μια κίνηση», εκδ. Ζάθεον Πυρ, 2013)

Γιάννης Ευσταθιάδης: "Αυτοπροσωπογραφία"

Σε κοιτώ στον καθρέφτη συγκάτοικος της σκιάς σου σ’ έμαθα καλά παρατηρώ τις ρυτίδες σου θυμίζουν τις δικές μου γιατί χαμηλώνεις το βλέμμα; ποια χαρά σε βαραίνει και μ’ αποστρέφεσαι; αξύριστος έτσι σχεδόν μου μοιάζεις χαμογελάς όπως εγώ πριν χρόνια που δεν ήρθαν γιατί δε μου μιλάς; δεν έμαθες παρά διαλόγους της σιωπής εξ αγχιστείας μόνος.

Μανώλης Αλυγιζάκης: "Καφές"

Τοποθέτησε το φλυτζάνι του καφέ στο τραπεζάκι
άγγιξε το χέρι της σαν να ’ψαχνε για τις λέξεις
ίσως το σ’ αγαπώ μετά έστρεψε το πρόσωπό του
στην άλλη μεριά χωρίς να δει τα δυο της δάκρυα
ξάφνου έπιασε το φλυτζάνι του καφέ ξανά ήπιε μια γουλιά κι αφού κατάπιε
της έστειλε ένα διάφανο φιλί
με μιαν ανεπαίσθητη κίνηση των χειλιών που μόνο τα έξυπνα μάτια της συλλάβαν

Κατερίνα Βεργετάκη: "Διαχειριστής συναισθημάτων"

Χρόνια σ' αυτό το τσίρκο της ζωής σε τεντωμένο σχοινί πάνω σε μια ρόδα στην κόψη του, ισορροπιστής συναισθημάτων διαχειριστής, ζογκλέρ και τα αισθήματα κορίνες. Κορίνα η χαρά, κορίνα η λύπη κορίνα ο έρωτας, κορίνα το δάκρυ κορίνα ο εγωισμός, κορίνες και οι τύψεις κορίνα κι η συνείδηση που μοιάζει με της θλίψης. Τόσες κορίνες έμαθα στα δάχτυλα να παίζω από παιδί μου έμαθαν ετούτο το παιχνίδι. Μεγάλωσα και βάρυναν τα χέρια μου οι κορίνες κι άλλες πηγαίνουνε ψηλά κι άλλες στον πάτο πάνε... και σκύβω κι από την αρχή τις πρόβες μου αρχίζω. Ως λένε μ' έχουν ικανό να παίζω στα δυο χέρια όποιο συναίσθημα βρεθεί στην πίστα αυτού του τσίρκου οι άνθρωποι που μ' έχρισαν ερήμην μου κι αδίκως στο τεντωμένο το σχοινί κορίνες να παλεύω.

Γιώργος Χ. Θεοχάρης: "Μη προσυνεννοημένη συνέργεια"

Κάθεται στην άκρη του κάβου. Ρίχνει ,κατά διαστήματα, στη θάλασσα συλλαβές σιωπής.
Τα ψάρια τις διεκδικούν, τις  γεύονται.
Κανένα δεν αγκιστρώνεται.

Αλέξης Σταυράτης: "Παλινωδία"

Γυρνάς συνέχεια στο ίδιο παρελθόν και λες ανοησίες στον καθρέφτη σου. Είστε οι δυο σας ολομόναχοι κι ο ποιητής δεν είν’ εκεί για να μπερδέψει τις αλήθειες σου. Αυτός θρηνεί πετάει πέτρες στο φεγγάρι και προξενεί πληγές στα διερχόμενα αισθήματα. Κάθε πετριά και σπάει ένας καθρέφτης.


Βασίλης Σιουζουλής: "Άτιτλο"

Είχα καιρό να φορέσω το σώμα μου Δεν αντέχω πια όσα μου δώρισαν με τόσο ενδιαφέρον για τις εξόδους. Τα πέταξα και με το δικό μου Πέρασα κρυφά σε μια θεατρική παράσταση παρέα με την Αντιγόνη. Τον έρωτα τον αφήσαμε σπίτι Να μη τον βλέπει ο άνεμος που του φόρεσαν ρεπούμπλικα μαύρα γυαλιά και καμπαρτίνα γκρι

Γιάννης Ποταμιάνος: "Τα τείχη"

Πρωί, μεσημέρι, βράδυ Όλοι μαζί Προχωρούν σε αγέλες Στο μετρό Στα λεωφορεία Στα τρόλεϊ Στις τράπεζες Στις εφορίες Στα υπουργεία Συνωστίζονται, σπρώχνονται Αγγίζονται, μυρίζονται, κοιτάζονται Και ενίοτε ερεθίζονται σεξουαλικώς Και όμως παραμένουν άγνωστοι
Φορώντας ακουστικά Υψώνουν ανάμεσά τους τείχη Μουσικής Πανύψηλα Υψώνουν ανάμεσά τους τείχη Μοναξιάς Πανύψηλα Υψώνουν ανάμεσά τους τείχη Με λέξεις Τυπικές, ανώδυνες, άχρωμες Και γίνονται Αόρατοι, άγευστοι και άοσμοι
Όμως κάθε μέρα Προχωρούν όλοι μαζί Ξεχωριστά Ένα ακόμα βήμα Προς την τέλεια αποξένωση Εισχωρώντας στις εικονικές Πραγματικότητες Του σαλονιού και του γραφείου τους
Κάθε μέρα αδιαλείπτως προχωρούν Όλοι μαζί Μέχρι να φτάσει Ο καθένας, μόνος του Στο έσχατο τείχος Της ακροτελεύτιας μοναξιάς

Νίκος Παπαγιαννάκης: "Έξοδος κινδύνου"

Ανέκφραστα έμειναν πάλι όλα εκείνα τα έναστρα βράδια μας, που γύρευαν ανέλπιστες τύχες κι ακουμπούσαν τα ωχρά τους δάχτυλα, στην άκρη μιας πύρινης μνήμης. Στις απο-στροφές του δρόμου μας, περιπλανώμενοι ακροβάτες, άφωνες σκιές πάνω στην άσφαλτο, μικροί τυμπανιστές της αυταπάτης μας. Γυμνά φυλλώματα δέντρων πεσμένα, πλάι στο τίποτα μιας βιτρίνας εκπτώσεων διαρκείας. Όταν κατέβουν τα ρολά των συνθημάτων σου, στους φανοστάτες κρέμασε ανάμεσα, το λευκό ξέβγαλμα της πρωϊνής νεροποντής και τη στολή του παλιάτσου, απαλλαγμένη, απ’ τα ζωγραφιστά χαμόγελα της προδοσίας τους. Τώρα ξέρεις. Οι κάδοι ψυχικής ανακύκλωσης γέμισαν. Οι έξοδοι ηθικού κινδύνου άνοιξαν. Βγαίνοντας, ρίξε κατράμι στη γυάλινη πόρτα, κανείς πια να μη βλέπει τι γίνεται μέσα μας...

Χαρά Ρίζου: "Ο μίτος της ποίησης"

Στο μελάνι ξεκλειδώνω τη σιωπή μεταφράζω τη φλυαρία της θάλασσας τα μουσικά πατήματα της βροχής ιχνογραφώ
Στην πένα φτερό νυχτερίδας
Σε ραγίσματα μοναξιάς ανθίζουν οι αναιμικοί μου στίχοι τσακισμένες λέξεις στα τραύματα του έρωτα
Με άπειρα πειράματα οι συνθέσεις μου στον ίσκιο της φωτιάς στοιχειώνουν τα δαιδαλώδη όνειρα
Η μούσα περιφρονεί το δικό μου λαβύρινθο
(από τη συλλογή «Στον αυτόματο πιλότο», εκδ. Γαβριηλίδης, 2013)

Μανόλης Ξεξάκης: "Άσκηση πουλιών"

Είδα και σήμερα αυτάρεσκα πουλιά απάνω στο ακίνητο νερό της αργυρένιας λίμνης να περιφέρουν τον μανδύα αυθεντίας εξαιρετικά αλλόκοτης, μιλώντας για ζητήματα ανίκανα να συγκινήσουν τους ανθρώπους.
Επιθυμώ την άλλη όχθη και προσποιούμαι συνεχώς.
Λέω πως είμαι παθιασμένος και τρελός, νυχτόβιος σ' ατέλειωτα χρωματικά, αλήτης, και όχι σαν κι αυτούς, άνθρωπος αρχηγός με γνώμη,
(αφού αυτοί οι μέντορες πολιτικοί, πάντα για το καλό της ανθρωπότητας, δουλεύουν με συμβιβασμούς, με οδηγό το εφικτό, τότε γιατί μας μάθαιναν οι δάσκαλοι απολυτότητες ακόμη και στα πιο μικρά δημοτικά σχολεία)!

Πρόδρομος Μάρκογλου: "Γράφω"

Νύχτα γεμάτη σιωπή, σκοτεινό φως ανερμήνευτο Καμιά αλήθεια δεν σε διαπερνά Κι έτσι οι χρησμοί ποτέ δεν τελειώνουν
Με λέξεις σφιγμένες στα δόντια γράφω Για τη διαρπαγή τού αίματος και των ονείρων Καθώς καμιά ανάγκη δεν διαρκεί πέρα απ' την ηδονή Επιθυμίες αρχέγονες ελπίζουν στη σωτηρία τού κόσμου
Με χέρια άδεια από δωρεές γράφω
Νύχτα γεμάτη σιωπή, σαρκοβόρο φως ανερμήνευτο Κάτω απ' τα δέντρα περπατώ Και στις φυλλωσιές ψιθυρίζει το άχρονο Καθώς η λάμψη του φωτός πεπερασμένα ερμηνεύει τη φωνή μου Στην ατέρμονη με παραδίνει κοινοκτημοσύνη του τίποτε.
Άσπρες φυσάει λέξεις, λευκές, η Σελήνη άγραφες.

(από τη συλλογή "Ονείρων κοινοκτημοσύνη",  εκδ. Νεφέλη, 2002)


Θωμάς Ιωάννου: "Στο βυθό του προσώπου"

Ούτε σήμερα ξύρισα τα γένια μου Μηδέ και τα ερωτηματικά μου
Προβάρω τον επικήδειό μου Στην κινούμενη άμμο του καθρέφτη Βγάζοντας απ' το στόμα Αφρούς και θρύψαλα
Ασφυκτιώντας Στο βυθό του προσώπου μου
Να αναδυθώ δεν τολμώ Δε διασώζει η επιφάνεια
Εκεί να δεις πνιγμονή Εκεί να δεις καταβύθιση
Ας μείνω εδώ να αισθανθώ το σώμα μου Καθαρό από την άνωση Αυτό το ένστικτο που σε τραβάει Με το ζόρι να επιπλεύσεις
Ορισμένως, κάποτε, όταν μπορέσω, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου
(από τη συλλογή «Ιπποκράτους 15»,  εκδ. Σαιξπηρικόν, 2011)

Στρατής Πασχάλης: "Ρόδο βερικοκιάς"

Μεθοδικά κλείνει βιβλία ο πόθος Κι ο θάνατος ένα βήμα πριν τη χρεοκοπία. Τα πουλιά τιτιβίζουν ανώριμα το ανερμήνευτο Η μηχανή του ανέμου ταλαντεύεται Μεταξύ ρυθμού και αποχαλίνωσης - Τακτική σκοταδιού των ματιών Σώμα γυμναστικής ταλαίπωρης Κρεβάτι από πηλό γυναίκας Για κάθε βράδυ τρυφερού βιασμού Για κάθε φιλί που τον λαιμό λαβώνει.
Πάνω απ' το είδωλο ταπεινού παραδείσου Κρέμονται αιμόφυρτες καρδιές και κοχύλια Από κεχριμπάρι, θαμμένα βάθη αναρριγούν -Ασκητική μεσημεριάτικού μόχθου- Ενώ τ' αγρίμι της καλοσύνης Λουφάζει αμετανόητο Πίσω από ένα αίνιγμα βάρβαρου λουλουδιού.

(από τη συλλογή "Εποχή παραδείσου", εκδ.Γαβριηλίδης, 2008)

Ευτυχία Καπαρδέλη: "Άρχουσα μέρα"

Χρώματα από του Ήλιου τα κρόσσια, διάχυτα στης ελπιδοφόρας αυγής το φίλημα χείλη κατακόκκινα, κερασένια
Έργο νέο γεννιέται νέα ακούραστη σκέψη στην συνωμοσία της σιωπής στις ακύμαντες επιφάνειες των νερών, στα φυλλώματα ταξιδεύει
Με τα ακροδάχτυλα πλεγμένα στην πλευρά του ουρανού ολοκληρώνεται η αγάπη Αχώριστη, Αξόδευτη, Αδιαίρετη , Άρχουσα

Γιώργος Νικολόπουλος: "Αργώ να γείρω"

Αργώ να γείρω. Στις λασπωμένες όχθες. Εκεί που κουρνιάζουν τ’ αγριοπερίστερα, σαν πέφτει η νύχτα. Στις μουσκεμένες όχθες. Ένα άλλο καλοκαίρι. Το τελευταίο καλοκαίρι, πριν από... Εκείνο το καλοκαίρι.
Αργώ να γείρω. Κοιτάζω τη μορφή σου, στο στερέωμα. Τα όνειρα πέφτουν πάνω μας σαν χρυσή βροχή, μας μουσκεύουν μέχρι το κόκαλο. Φιλντισένια πουλιά διαλαλούν το μούχρωμα. Τρελά πουλιά. Στον ορίζοντα. Τα κύματα πλησιάζουν, ορθώνονται μολυβένια. Μέχρι τα σύννεφα.
Αργώ να γείρω.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Άλλη γοητεία"

Πουλάω
Ό,τι μου χάρισες
Ένα βλέμμα
Κι ένα χαμόγελο
Σε οδοντοστοιχία
Απολύτως λευκή
Μα τόσο τηλεοπτική

Γιατί να θυσιάσω
Κι άλλες νύχτες
Θερινού σινεμά
Με πασατέμπο
Για παζάρια
Ημιθανών προσκλήσεων
Σε γεύμα υποκρισίας;

Μου αρκεί
Η ξέφρενη προσμονή
Μιας άλλης γοητείας
Που δεν ενοικιάζεται
Ούτε πουλιέται