Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοέμβριος, 2013

Λίνα Φυτιλή: "Οι νοσοκόμες"

Θα στείλω τις λέξεις μου Στην κατασκήνωση Ένα καλοκαίρι, Ντυμένες μ’ άσπρα ρούχα Να ξεσηκώσουν Όσους πρόωρα γερνούν. Θα τους κρατούν παρέα τα μεσάνυχτα κι εκείνοι έκπληκτοι θα τις κοιτούν Να λεν χορεύοντας τα ακονισμένα τους τραγούδια.

Θάνος Πάσχος: "Ελευθερία"

Έβγαλες από πάνω σου και το τελευταίο εμπόδιο για να με συναντήσεις. Πέταξες μακριά την τελευταία σκέψη που σ’ έκρυβε μισοβυθισμένη στο σκοτάδι. Απέμεινε το φως της σόμπας υποταγμένο στα κρυφά κίνητρα να ντύσει το δέρμα σου. Το προσωρινό παλιό δωμάτιο πλημμύρισε με την παρουσία σου κι η λησμονημένη πόλη φωταγωγήθηκε.
(από τη συλλογή "Έρως ονειρευόμενος", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Έφη Καλογεροπούλου: "Άτιτλο"

Τη νύχτα αδειάζει το δωμάτιο χαράζει κύκλο από σιωπή και σέρνει την καρέκλα του στο κέντρο. Από την τσέπη Βγάζει ένα αόρατο κάτοπτρο και του μιλά. Κι είναι φορές που σπάζει αυτό σκοτεινή άμμος τινάζονται οι λέξεις και πέφτουν και πέφτει.
Η νύχτα παίζει το παιχνίδι της άμμου.
(από τη συλλογή "Άμμος", εκδ. Μετρονόμος, 2013)

Ηλίας Κεφάλας: "Η ποίηση σε γονατίζει κι αδιαφορεί"

Το αν γυρίζω κατάμονος στους λόφους φταίει που είμαι ποιητής; Αν αποφεύγω το πυκνό και θορυβώδες πλήθος η ποίηση είναι μια αρκετή δικαιολογία; Αν απουσιάζω από δεξιώσεις και συναθροίσεις από αξιώματα και τιμές αν στέκομαι μακριά από φιλοδοξίες φταίει τάχα θανάσιμα η ποίηση που με ποδηγετεί; Και αν πράγματι έτσι πάντα και σταθερά συμβαίνει η ποίηση είναι εκείνη που με φυγαδεύει στ’ απόμερα κι ερημικά σκοτάδια; Η ποίηση – λέει μια φωνή – είναι μόνο μια αλήθεια – ανυπεράσπιστη κι αυτή – σαν όλες τις αλήθειες. Η ποίηση είναι μια αλήθεια που αντιστρατεύεται όλες τις άλλες τις αλήθειες. Μία φωνή που καταργεί όλες τις άλλες τις φωνές. Η ποίηση τίποτα δεν δικαιολογεί Η ποίηση είναι αυτή που όλα τα ανατρέπει Και εξάπαντος τον εαυτό της πάνω απ’ όλα. Τον ποιητή της θα σκεφτεί;

Κάλλια Βούλη: "Η βαφή"

Έβαψα μαύρα τα μαλλιά μου έβαλα πούδρα γύρω από τα μάτια να απαλύνω τις ρυτίδες να γλυκάνω το πέρασμα του χρόνου όμως τα παράπονα και μία τύψη παρέμειναν ανεξίτηλα ανθεκτικά.

Χρυσούλα Λουλοπούλου: "Αλεξίπτωτο"

Έτσι βίαια όπως με πέταξαν στη γη όταν γεννήθηκα, στην καθοδική πορεία μου από τον ουρανό, με χτυπούσαν τα ερωτηματικά για τη ζωή σα μαστίγια από βοριάδες, μου ’καιγε τα μάτια της ψυχής η αδικία σαν υπερόπτης ήλιος, όταν -ώ του θαύματος!- άνοιξε στους ώμους μου ένα αλεξίπτωτο για να με σώσει, δώρο Θεού στα ευαίσθητα παιδιά Του. Λευκό, γερό, δεν το αποχωρίζομαι ποτέ. Το ’χω δει που το φοράνε κι άλλοι τρελοί. Ποίηση το λένε.

Λουκία Πλυτά: "Πιάσε με"

Εντός μου, εσύ… δεμένο η αλήθεια παιδί ανάμεσά μας ανθών οβελίσκοι ατέρμονοι πομποί ερωτικός διακτινισμός του παντός.
Σκάνδαλο η αλήθεια…
Εντός σου, εγώ… πάθους δεμένο μελάνι της καρδιάς το αίμα φυσική πραγμάτωση πεμπτουσία Δική μου υπογραφή !

Σοφία Γιοβάνογλου: "Σφυρίχτρες από χλωρό στάχυ"

Την άλλη φορά θα φτιάξω σφυρίχτρες από χλωρό στάχυ.
Λεπτές και διαφανείς.
Με μια μικρή πνοή θα δώσω ώθηση στην ξεχασμένη ύλη,
η πρώτη, δεύτερη και τρίτη λέξη δεν θα προδίδουν τίποτε απ’ όσα ξέρεις,
στην τελευταία όμως θα’ χουν όλα ειπωθεί,
όσα σου έχω ξαναπεί αλλά και όσα έχω κρύψει,
ευλαβικά κλεισμένα σε ποθούν αλλά και σ’ έχουν πια εγκαταλείψει.

Τζούλια Φορτούνη: "Φυσικό αντίδοτο"

Ακολούθησα κατά γράμμα τη συνταγή Πώς γράφει κανείς ένα ποίημα Πώς ξανοίγεται με απλωτές στ’ άπατα Σε ποιους βυθούς ξεχνιέται Και τι ανάσες παίρνει ν’ αναδυθεί
Πώς βαδίζει με γυμνά πόδια στα χαμόκλαδα Πώς αφαιρεί τ’ αγκάθια ύστερα Από τις λέξεις που αντιδρούν Να γίνουν αίμα πηχτό
Πώς το δηλητήριο Εξουδετερώνεται
Με ποιο φυσικό αντίδοτο;
(από τη συλλογή “Φυσικό αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

Αιμιλία Πανταζή: "Σιωπηλό μωρό"

Σκύβω μαζεύω τις λαδωμένες λέξεις του. Μοιάζουν με σπόρια ριγμένα σε ξύλινο πάτωμα με ψίχουλα φρεσκοψημένου καρβελιού με ανθούς θυμαριού που οσμίζονται τον ερχομό μου. Χτες είχε βγει απ’ τα σπάργανα Σήμερα ενώνει τα μέλη του. Ανασυντάσσεται. Ένα ακόμη ποίημα στάλαξε στη νύχτα. Του ’ταξα την αυγή με περίμενε… Η νύχτα γεννά κι η μέρα τίκτει, έτσι το καλημέρισα. Άπλωσα τις παλάμες. Κουβάλησα το νεογέννητο, εύθραυστο, γυάλινο σώμα του με τα πύρινα δεσίματα των άκρων. Το τακτοποίησα. Του φόρεσα μάλλινα, Ολόλευκα. Καρτερούσα να τελειώσει το κυκλικό χορό του. Γύρω από τη φωτιά Καρδιοχτυπούσα. Ανήσυχα ήταν τα σαλέματά του. Το φως της μέρας με γάλα το ξεδίψασε. Η σκοτεινιά της νύχτας έλπισε στο μεγάλωμά του. Γύρεψε να το νταντέψει. Είχε έρθει η σειρά της. Νανούρισμα του ’πε, το αποκοίμισε σαν ώριμο στάχυ στην αγκαλιά της. Ένα καινούριο σπάργανο ύφανε στις σκοτεινές ζάρες των χεριών της φωλιά και γι’ άλλο νεογέννητο. Ένα ποίημα… Ένα σιωπηλό μωρό. Κλαίει ή γελά μόνο πάνω στη κούνια του. Κρυμμέν…

Γεράσιμος Δενδρινός: "Ambulance"

Με τη διακομιδή μου θ’ αποδείξω στους άλλους την αρρώστια μου και με την ταχύτητα των τροχών θα αποσπάσω το ενδιαφέρον τους για μένα.
Άνυδρα χρόνια λογχεύουν τη ζωή μου. Μήνες περίμενα έγκλειστος στο απομονωτήριο.
Οι γιατροί μου: μια πρωινή επίσκεψη των δέκα και δέκα κι ούτε ένα χάπι ευθανασίας.
Έσχιζα τις συνταγές κάθε τόσο.
Καμιά γνωριμία ενδιαφέρουσα και κάθε χειμώνα τον έβγαζα στα βαθιά.

Άρτεμις Αραμπατζή: "126 εραστές"

Οι μέρες είναι εραστές κάτω, ψηλά, στους σκονισμένους δρόμους διψάν οι σκιές του Αυγούστου ολόκληρο το χρόνο να τυλίξουν. Οι νύχτες είναι δολοφόνοι γίνονται τοίχοι και σε πνίγουν πίσω απ’ τα μάτια των δικών σου μια αγχόνη θα σε αγκαλιάσει. Οι άνθρωποι είναι μαχητές καμιά αγάπη δεν τους φτάνει μισούν κάθε μεγάλο πόλεμο που αυτοί δεν έχουνε κηρύξει. Ο πόνος είναι ναυαγός τρυπάει τους δυο ουρανούς που χάθηκα πέλαγος γίνεται στα βλέφαρά μου νοσταλγός του άσχημου εαυτού μου. Οι μέρες είναι λιγοστές οι δολοφόνοι ναυαγούν στον Άδη οι μαχητές αγαπούν κι εγώ φοβάμαι ότι ποτέ δε θα γυρίσεις πίσω.
(Β’ βραβείο 2ου μαθητικού ποιητικού διαγωνισμού 2013 Ένωσης Λογοτεχνών Συγγραφέων Λάρισας)

Φωτεινή Γκούμα-Τενεκετζή: "Παραχάραξη"

Πλαστογραφίας σύλληψη η μορφή μου
Κι εγώ παραχαράκτης σκοτεινός σημαδεύω το ατελές και το σβήνω. Μεθοδικά τραβάω του λίγου τις γραμμές και τις μακραίνω. Όλες στον υπερθετικό. Όλες στον πληθυντικό. Τεχνηέντως γεμίζω της αύρας μου τα κενά με υποκλοπής μελάνι.
Και λάμπω στης ολικής μου παραχάραξης το πέλαγος. Φάρος επισφαλής κι ανίσχυρος και ευρέως αποδεκτός…
(από τη συλλογή "Σαν θηρευτής και σαν αγρίμι…", εκδ. Ωρίωνας, 2011)

Μόσχος Λαγκουβάρδος: "Άτιτλο"

Αν κάτι ισχύει για σένα 
Αν κάτι ισχύει για σένα 
ισχύει και για μένα και για τον κάθε άνθρωπο 
Γιατί η ανθρώπινη φύση είναι μία 
Γιατί η ανθρώπινη φύση είναι μία

Στέργια Κάββαλου: "Αβρίλ"

ιδρώτας ποτίζει σαλεμένα λουλούδια. άρωμα σκοντάφτει σε ευχετήριες λίστες. κεφάλι σκύβει στην έφηβη υγρασία. επιθυμία ζυμωμένη με θάνατο, ηττημένη;
κι εμείς, οι πρωτότοκοι της ζέστης, να μασουλάμε το ανθισμένο γάλα. εμείς, οι εχθροί της άνοιξης, να τριγυρνάμε κόντρα στη Γη. 
(από τη συλλογή «Πλαστική άνοιξη», εκδ. Εκάτη, 2013)

Σταύρος Γκιργκένης: "Υδάτινο έσοπτρο"

Βλέπεις τον οίκο σου σε υδάτινο έσοπτρο. Αγωνίζεται να σβήσει με την αντανάκλαση που θραύεται. Κι όμως θέλεις να βλέπεις. Ίσως να θυμάσαι ότι κάπου εκεί, στο τρομώδες παράθυρο, ο αετός περιμένει να πετάξει, κεραυνός που ορθώνεται, αντιστρέφοντας τη φορά, προς τον ουρανό.

Πάνος Κεφαλάς: "Την ποίηση ονόμασα..."

Την ποίηση ονόμασα θρησκεία χωρίς θεούς να ορίζουν μοίρες μόνο ανθρώπους να ορίζουν πορείες σε μαύρο και άσπρο. Εκεί δεν υπάρχουν εντολές, ούτε κανόνες για να υπακούσεις μόνο μέτρο και ρυθμό έχει σκέψεις και αισθήματα που κατευθύνουν τις λέξεις.
Την ποίηση ονόμασα πατρίδα σε αυτήν δεν έχει σύμβολα, σύνορα, χρώματα για να διακρίνεις. Είναι παγκόσμια και μπορείς να ταξιδέψεις ανά πάσα στιγμή στον χωροχρόνο. Εκεί δεν έχει κυνηγητό με τον χρόνο και την καθημερινότητα, μόνο παύσεις έχει ανάμεσα σε λέξεις και παραγράφους.
Την ποίηση ονόμασα το ''άλλο'' μου μισό, εκεί δεν έχει ψεύτικα αισθήματα, θηλυκά να σε προσπερνούν σαν να είσαι άγνωστος. Μόνο αλήθειες της καρδιάς που κρύβονται σε λέξεις έχει, αισθήματα για εκείνη που σου 'κλείσε τα μάτια και τα χείλη σας έγιναν ένα.
Την ποίηση ονόμασα οικογένεια εκεί δεν θες να κρυφτείς για να μείνεις μοναχός σου μόνο ζωντανά δωμάτια με χιλιάδες τόμους και βιβλία έχει, μυρωδιές κίτρινης παλαιάς βιβλιοδεσίας, χαμηλό φωτισμό μια ευφρο…

Αλέξανδρος Ίσαρης: "Θα επιστρέψω φωτεινός"

Έφτιαξα μια ζωή από πηλό Που ράγισε στα χέρια μου Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών Μέχρι που κομματιάστηκε Ζωγράφισα τη μοναξιά Με βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή. Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζοντας. Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια Κρατώντας το κορμί να μη σκορπίσει Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση. Πύργους ονειρεμένους έχτισα Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν Στο δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι. Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια.
Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά Μέσα από τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω Και θα επιστρέψω φωτεινός.
(από τη συλλογή "Θα επιστρέψω φωτεινός", εκδ. Άγρα, 2000)

Γιάννης Γκιόκας: "Μηδέν"

Χειμώνας ήταν κι έξω έβρεχε Λευκά κεριά καίγανε Μες στο γυμνό δωμάτιο Εγώ έπαιζα πιάνο Κι η αγαπημένη μου έκλαιγε Για τις παλιές Χαμένες μου απόπειρες
Τώρα ξέρω Πως να ξεκινάς απ’ την αρχή Σημαίνει να δαμάζεις
(από τη συλλογή "Μηδέν", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Αντώνης Τσόκος: "Το μέλλον είναι πάντα"

Βρήκα τον ουρανό νεκρό στο μαξιλάρι μου. Γυμνό από σύννεφα… Στεγνό από αίματα… Απαλλαγμένο απ’ το δυσβάσταχτο φορτίο των άστρων.
Με μια επίτιμη οπή στον άπειρα γαλάζιο θώρακά του. Το μέλλον ήταν κάποτε, σφύριξαν αναιδώς
τα μεγαλοφυή δάκρυα απ’ το σεντόνι… Το μέλλον είναι πάντα, απάντησε προκλητικά
ο φλιτζανένιος ήχος των ματιών της…

Παντελής Χούλης: "Κτητική αντωνυμία"

Το παραμιλητό των αισθήσεων αντηχεί στη βουβή λογική. Οι αγκαλιές γέμισαν από αγκάθια και τ’ αγκάθια, γλυκόξινα μούρα. Ασυνάρτητες λέξεις κι ύστερα σιωπηλός κόσμος. Νωρίς δύει ο ήλιος της ημέρας μα η ανατολή πεισματάρα έφηβη. Ξεφυλλίζω το λεξικό γυρεύοντας την κτητική αντωνυμία. Κυνηγητό στα καλντερίμια του μυαλού, κυνηγός το πνεύμα που απέδρασε. Κτήμα μου, χέρσο χωράφι η κάθε λέξη που ανταλλάχτηκε. Ενέχυρο για λιγοστά χαρτονομίσματα.

Θανάσης Μάργαρης: "Requiem"

Υπάρχεις παντού. Στις όχθες των ονείρων θολή οπτασία. Στις εκβολές της μνήμης περιρρέουσα ανάμνηση. Στις αινιγματικές ώρες της νύχτας μαγική εικόνα. Στη σιωπή της σελήνης χείμαρρος δακρύων. Στα μονοπάτια των άστρων αιμάτινα ίχνη. Στην απεραντοσύνη του σύμπαντος πικρή ιδεατή παρουσία. Υπάρχεις παντού και πουθενά.


Αναστασία Γκίτση: "Ίσως και να ’μουν παρούσα"

Ποιος θα μου καταλογίσει εξάλλου                                                                 μαθητικό λάθος;

Να κρυφτώ πίσω από το θρανίο ή απ’ το δάκτυλο; Διογκώμενη απορία χωρίς να σηκώνω χέρι.
Ξέχασα να μετρώ απουσίες ή απλά δεν ήθελα. Άλλωστε βαρέθηκα να γερνάω !
Μίκρυνε η ποδιά η μπλε ή εγώ μεγάλωσα; Διογκώμενη απορία δίχως μαυροπίνακα.
Κιμωλία παρούσα δηλώνω σε πάλαι ποτέ αγγαρείες. Πάλι ξέχασα να μπω στην τάξη!

Κατερίνα Σημηντήρα: "Είμαι εδώ"

Είμαι εδώ Εδώ. Εδώ στον ακίνητο χρόνο Εδώ στον ακίνητο χώρο Αυτή η στιγμή που δεν υπάρχει, Ούτε στο παρελθόν ούτε στο μέλλον Δηλώνω παρόν Στο χρόνο τον άχρονο Εποχές μετρώ Έρωτες μετρώ Οδύνες μετρώ Θανάτους Αρχή και τέλος Η αρχή είναι το τέλος Το τέλος στην αρχή τοποθετώ

Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης: "Η μάνα του βρέφους"

Εννέα η ώρα. Η βόμβα σε πέντε λεπτά. Ο καμικάζι καραδοκεί μες στο αμάξι του. Σε πέντε λεπτά ο διάολος δηλώνει παρών.
Εννέα και ένα λεπτό. O χρόνος βιάζεται. Μπροστά ένα ζευγάρι χαζεύει τη βιτρίνα, ο παππούς πέφτει, κανείς να τον σηκώσει.
Εννέα, δύο λεπτά και οκτώ δεύτερα. Την περιμένει με ανθοδέσμη στη γωνία, αυτή κρύβεται, αλλάζει πορεία, αυτός εκεί.
Εννέα, τρία λεπτά, δεκαεφτά δεύτερα. Κλαίει στο παγκάκι. Την πλησιάζει γλυκά, φεύγουν, ξέχασε το σακίδιο και γυρνούν.
Εννέα, τέσσερα λεπτά, είκοσι δεύτερα. Το πούλμαν έπαθε βλάβη. Κατεβαίνουν. Απόψε οι ειδήσεις θα πουν τους αριθμούς.
Εννέα και πέντε. Αυτή! Με αυτοκίνητο… ανυποψίαστη προς τον καμικάζι; Πιο κοντά… “Φύγεεε”, αναφωνώ. Ακαριαία τον βλέπει, αρπάζει και ρίχνει το βρέφος στο δρόμο.
Το βρέφος κρατώ καθώς την παίρνουν νεκρή. Το νιώθω πως μου χαμογελά
με τα συντρίμμια των σαγονιών της.

Μαρία Τσιράκου: "Ενοικιάζεται"

Ενοικιάζεται ένα μέτρο και εβδομήντα δύο εκατοστά Σώμα. Απόπειρες συνουσίας, πολλές. Απόπειρες έρωτα, μετρημένες. Απόπειρες αυτοκτονίας, μια.
Σε περίοδο κρίσης ενοικιάζεται, έφτασε πια τη μέση ηλικία με μόνη κατάχρηση αυτή των αισθήσεων, κυρίως, της όρασης.
Ενοικιάζεται. Δεν πωλείται, αφού η κάτοχός του επιστρέφει κάθε που, ο άνθρωπος νυχτώνει δίχως φως.
Πληροφορίες εντός.
(από τη συλλογή "επιΣτροφή από την απόΣταση" , εκδ. Μανδραγόρας, 2012)

Ειρήνη Βεργοπούλου: "Άτιτλο"

Και όμως, παρά τα δεινά και τους κόπους, με τη ζέση της μέλισσας θα επιστρέφω, απεγκλωβισμένη από ιστούς, και ορθή.

Δημήτρης Αθηνάκης: "Σκηνοθεσία"

Με λέξεις μόνος γονατίζω ― μια θάλασσα λέξεις γύρω μου ― τα μάτια μου τα χάνω μέρες οχτώ· έξι της δημιουργίας, μια της ξεκούρασης, και μια της δυστυχίας.
Η ανάσα μόνη της μιλά την κόβω ― συνεχίζει την τιθασεύω ― με προσβάλλει την καταπνίγω ― γίνεται απαραίτητη.
Κι ένας ολοκαίνουργιος καιρός τα μάτια μου μού επιστρέφει τα βάζει με στοργή στα γόνατά μου πάνω το χώμα πιο κοντά να βλέπω
να με ζητώ, να σε ζητώ το σώμα σου στο σώμα μου να καταδίδω. 
(από τη συλλογή «Δωμάτιο Μικρών Διακοπών», εκδ. Κέδρος, 2012)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Ανόητα "ξ"

Δαπάνη φωτός
Για αγορές
Φτηνών εσωρούχων
Σε ταξίδι του μέλιτος
Στην έρημο

Κάθε αναστεναγμός
Σε σκονισμένα φιλιά
Κάθε ύβρις
Σε σκουριασμένα λάβαρα

Με ανόητα "ξ"
Σε ήξεις, αφήξεις

Από ανθρώπους
Σαστισμένους
Απέναντι στη μοίρα τους
Ανήμπορους
Να την αλλάξουν