Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Δεκέμβριος, 2013

Κωνσταντίνος Μπογδάνος: "Διαθήκη"

Σιγανό της αγάπης μας γλύκισμα, Τρυφερό ποιητών το απάνθισμα, Μιας πατρίδας βελούδινης χώρα, Των θεμάτων των λέξεων κύματα, Ορεινές κορυφές νοήματος γράφουν
Νέο θάρρος στ' ωραίο κοσμοσύντριμμα, Οιμωγές πιο σωστές κι από γέννα, Πιο ορθές κι από δόξα - από πίστη Στερεότεροι φθόγγοι, του τέλους Στολισμοί ενός κόσμου απροσμάχητου
Το τραγούδι μιας πάταξης τύρρανου Πονηρού, νοσουργού κι αεικίνητου, Λαβωμένου εξ αρχής φόβου φύλακα Του αδύναμου φαύλου απεκρίζωμα Ως υπόσχεση, όρκο θεάρεστο άδουν.
(από τη συλλογή "ΟΝ", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Ιάσωνας Σταυράκης: "Το κέλυφος και το χώμα"

Πάει ο παλιός ο χρόνος. Μαζί του ψόφησε κι ο απόκρυφος έρωτάς του για το σκοτάδι. Πάει κι ο χαμένος χρόνος που τον έβρισκε γονατιστό να πελεκάει τις λέξεις και ν’ αναμένει. Νιώθει πως έρχεται η αλήθεια να τον δικάσει. Η ασυνείδητη έκρηξη της εφηβικής έπαρσης βυθίζεται στα μπουντρούμια του μυαλού και ξεψυχάει. Τώρα δεν ξέρει τι να περιμένει. Η ποίηση δεν είναι κτήμα της φαντασίας, ούτε το ονειρικό μονοπάτι της σιωπής. Η ποίηση είναι το κέλυφος του σαλιγκαριού που απομένει στα χωράφια σαν τα κόκαλα της ελπίδας κι ο ποιητής είναι το χώμα που πλένει με χώμα το κορμί της.
(από τη συλλογή "Το Τσίρκο των Στοχασμών", εκδ. Ακτίς, 2012)

Γιώργος Γκανέλης: "Αθώοι"

Αρχίσαμε νωρίς το παιχνίδι που τελειώνει αργά δώσαμε την ευχή στους ζωντανούς, κλείσαμε το παράθυρο και μετά αντικρίσαμε τις μορφές πάνω στο ταβάνι, δίπλα στον τοίχο, παντού.

Το νερό πια είναι πικρό και αλμυρό σαν τους σκυφτούς εργάτες των ναυπηγείων που δουλεύουν μέσα στα σίδερα του χειμώνα και το αγιάζι γίνεται αίμα τους κι οι καπετάνιοι περιμένουν σινιάλο για να σηκώσουν άγκυρα, για να σηκώσουν τη ζωή μας λίγο πιο ψηλά, μεταξύ ουρανού και θάλασσας ενώ στη στεριά τα ίδια και τα ίδια ανέκδοτα χωρίς γέλιο μια βουβή κατάληξη κάθε φθόγγος, κάθε ήχος κι εσύ να χαίρεσαι τη λύπη σου σαν κι εμάς που έχουμε αντλήσει τα χρώματα απ' τις πληγές· προχωράμε με βήματα άχαρα και κίτρινα μια αρρώστια εγκυμονεί στα όνειρά μας ανήλικα σώματα κοριτσιών προσφέρουν τη γύμνια τους κι ενώ πλησιάζει η Πρωτοχρονιά χωρίς υποσχέσεις μονάχα ύμνοι και ψαλμωδίες από το ράδιο ηχούν στ' αυτιά μας σαν μια χαμένη πατρίδα χωρίς πόλεμο, χωρίς μάχη.
Κύριε των συναισθημάτων και της ευαισθησίας δώσε πνοή στις…

Ελένη Σεργίου: "Ο χρόνος τελειώνει"

                                   ''Poetry is the spontaneous overflow of powerful feelings.''                                                                                         (William Wordsworth)
Ο χρόνος τελειώνει σε μερικές ημέρες. Ο δικός μου χρόνος όμως; Όχι ακόμα. Έχω να ολοκληρώσω το πορτραίτο της ποίησής μου. Δεν είμαι ζωγράφος σας διαβεβαιώ. Λέξεις ζήτησα και μου δόθηκαν πινέλα και μπογιές. Τα χρώματά μου όμως ξεθώριασαν, τα πινέλα μου υποφέρουν και η ποίηση δεν έχει πρόσωπο μάτια, βλέμμα. Την κορτάρω σαν ερωτευμένη φλεγόμενη άπειρη γεμάτη από το άγχος της απόρριψης. Αδέξια προσπαθώ να αποτυπώσω τα συναισθήματά μου στο πορτραίτο της. Έτσι θα με βρει και το τέλος αυτού του χρόνου. Το έργο μου ανολοκλήρωτο μια εσωτερική κραυγή αγωνίας κατά μήκους του ποιήματος τόσο κοντά στην ποιητική ιδιοφυία και τόσο μακριά της.

Κώστας Κρεμμύδας: "Άτιτλο"

                                                  Η θέση της πολυθρόνας στη βεράντα μου                                                   το τέλμα, η προσήλωση σε παμπάλαια σχήματα                                                   το μονοπάτι ανθίζει σαν καινούργιο                                                                 (Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου)
Και το ΄λεγε ο πατέρας μου: - Μάθε σκοποβολή φρόντιζε τον εαυτό σου μη συνερίζεσαι τους πεθαμένους Μόνο τ’ αστέρια είναι αλεξίσφαιρα Με τέτοια όνειρα εκεί κάτω σίγουρα θα φας το κεφάλι σου.

(από τη συλλογή "Σαντιγκάρ", εκδ. Μανδραγόρας, 2013)



Άσπα-Μαρία Αλεξοπούλου: "Φως…"

Πυρακτωμένη λάμπα Πάνω από ένα δοχείο μεγάλων ιδεών. Φεγγοβολούν κι αυταπατώνται Πως βρήκανε τον Ήλιο. Φως κενό, κοινό κι άχρωμο Ο καθένας μπορεί τη λάμψη του Να τη διεκδικήσει Και στη παλάμη του μέσα να τη κρύψει.
Μα όσοι εγεύτηκαν Του Ήλιου τη μαγεία Δεν κοίταξαν ποτέ ξανά τούτο το χώμα Με τα ίδια μάτια Λούστηκαν, ντυθήκαν Το φως το ανώτερο Είδαν με τα μάτια της ψυχής Το υπέρτατο Αγαθό Και ’βαλαν στόχο την ανθρωπότητα Να κουβαλήσουν στις αδύναμες πλάτες τους Περπατώντας στο αιώνιο το μονοπάτι της αλήθειας Γίνανε συνειδητά κι ασυνείδητα Τα πινέλα μιας νέας αυγής.

Κούλα Αδαλόγλου: "Θέλει δε θέλει ο χρόνος"

Από τον ιμάντα πήρα τις βαλίτσες βγήκα στην αίθουσα αφίξεων ήσουν τριών και με υποδέχτηκες. Από τον ιμάντα παίρνεις τις βαλίτσες βγαίνεις στην αίθουσα αφίξεων είμαι πενήντα δυο και σε υποδέχομαι. Θέλει δε θέλει ο χρόνος μίκρυνα ένα παιδάκι. Κλαίει ήσυχα και χώνεται στην αγκαλιά σου.
Κι όμως, να σου κι εσύ της διασποράς, κεντρομόλο σε είχα στη σπιτική εστία. Έφευγες λίγο μα ερχόσουν πάλι. Έχασε η Ιθάκη το νόημά της. Ιθάκη είναι τέρμα δεν είναι αφετηρία. Και μια ανεξαρτησία που δεν ζήτησες, για μένα μιλάω, είναι μοναξιά του κερατά.
(από τη συλλογή  «Οδυσσέας, τρόπον τινά», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2013)

Μάνος Ελευθερίου: "Τα θαύματα"

Δίπλα μας γίνονται τα θαύματα. Δίπλα μας γίνονται ως μέσα στα ερείπια των παλαιών σπιτιών με τις εξαίσιες σκάλες που οδηγούν στον ουρανό-
πόσοι τις κατεβήκανε για τελευταία φορά κοιτάζοντας προς τα ταβάνια
(προς τη ζωή του φοβερού νοήματος κοιτάζοντας)
ελπίζοντας πως από κει θα ’ρθεί μια σωτηρία.

(από τη συλλογή "Το νεκρό καφενείο", εκδ. Καστανιώτη,1997)

Αντώνης Σκιαθάς: "Aυτόχειρας εξ ετεροχθόνων"

Στην πόλη άρχισαν να φτάνουν, περιηγητές της εσπερίας και ναυαγοί απ’ τα πλησιέστερα βυθισμένα πλοία.
Ανεβήκαμε όλοι μαζί συνοδεία της φιλαρμονικής, στα πρώτα σκαλιά του λοιμοκαθαρτηρίου. Σπασμένα φτερά και ύαλα της τελευταίας νίκης των αδίκων.
Χαθήκαμε στους παράξενους φόβους της ξενιτιάς. Αλλού η μάνα,  αλλού τα παιδιά, αλλού οι φασκιές της γέννας.
Αλλού και τα απογεύματα με τις κόκκινες ομπρέλες, που θύμιζαν τους ήλιους, στα τρωτά του σταυροφόρου αιώνα.

Κατερίνα Ζησάκη: "Μην πεις αύριο"

τώρα είναι δεν το θέλω να περιμένω τον έρωτα ή το σώμα σου ή αυτό το ρίγος απ’ τα δάχτυλά σου όλα πιο τώρα από ποτέ αν θες να τρέξεις έλα να τρέξουμε τώρα να πιάσουμε χίλιους υάκινθους αυτή τη βροχερή ημέρα μέσα στ’ όνειρο που θα ζωγραφίσουμε στο μαγικό μας πίνακα των παιδικών εικόνων και το άδικο κι αυτό τώρα είναι περίμενες να ξημερώσει για να χαϊδέψεις τα παιδιά να παίξεις με τα αδέσποτα σκυλιά και με τον ήλιο όμως εδώ τώρα είναι μέρα και νύχτα κι όποιος πεινάει όποιος κοιμάται στο δρόμο όποιος πεθαίνει και προσπέρασες όλα είναι τώρα τι περιμένουμε ο κόσμος καταποντίζεται τώρα η φωνή καιρό ακονισμένη να φωνάξουμε τώρα και να δώσουμε τώρα να αγγίξουμε τώρα να διεκδικήσουμε όλα για το τώρα μας και τα ταξίδια εκείνα που αναβλήθηκαν για αύριο κι όλα εκείνα τα λόγια που κρύψαμε στο στόμα να πετάξουμε τώρα πιασμένοι απ’ την ουρά ενός μπαλονιού ψηλά ως τα σύννεφα γιατί κι οι άνθρωποι τώρα είναι κι όλες οι σκέψεις αύριο θα ’ναι κουρασμένες και το δίκιο μας μέσα σ’ όλα το δίκιο μας που όλο…

Σοφία Μπεκιώτη: "Αριστερόχειρη νέα γραφή"

Δεν σου αρέσει λες η γενιά μου.
Τη βρίσκεις άκρως άκομψη κι ανίδεη.
Έτσι λοιπόν με σιγουριά με καταδίκασες·
μου ’κοψες το δεξί μου χέρι το καλό καιμ’ άφησες τ’ αριστερό να βγάζω φάλτσους στίχους.
Σεβαστέ μου παλιέ ποιητή, λείπει στην ποίησή μου, λες, η απαραίτητη ιδιομορφία.
Σεβαστέ μου παλιέ ποιητή, δε μ’ ένιωσες.

(από τη συλλογή «Βήματα», εκδ. Ωρίωνας, 2012)


Βάσος Γεώργας: "Άτιτλο"

όταν ήμουν μικρός μεγάλη τύχη και χαρές θα δεις μου είπαν οι καφετζούδες στο αναποδογυρισμένο φλιτζάνι αλλά όσους αιώνες κι αν έζησα δεν είδα τίποτα άλλο εκτός από αδηφάγες ρυτίδες και ένα ασήμαντο μηδέν
θα μεθύσω ένα βράδι επικίνδυνα και θα ξαναγεννηθώ στα ταραγμένα μου όνειρα μικρό παιδί ντυμένο τσολιαδάκι και μ’ ένα άσπρο ποδηλατάκι θα γυρίσω στις αλάνες που μεγάλωσα καλεσμένος στο δικό μου μυστικό δείπνο θα κάτσω σ’ ένα τραπέζι παρέα με άκλαυτα βουβά συγγενικά πρόσωπα με τον πατέρα μου στη μέση με ένα φωτοστέφανο στο κεφάλι να μοιράζει ψωμί και κρασί και με τη χαροκαμένη μου μάνα να χτυπά η πληγωμένη της καρδιά σα να κουδουνίζει τη Κυριακή η καμπάνα της εκκλησίας να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και να μου λέει μπράβο που κάθομαι φρόνιμα
μια μέρα θα σταθώ σαν τον Λάζαρο ανάμεσα σε ζωή και θάνατο και θα αναγγείλω "γεννηθήτω ευτυχία" και μ’ ένα κύβο ζάχαρης να μοιράσω σ’ όλους τρισδιάστατες πληγές και χαμογελαστές ήττες
δεν συγχωρεί ο χρόνος ούτε δίνει άφεση αμαρτιών όταν με τα …

Χάρης Μιχαλόπουλος: "Ημερομηνία λήξης: βλ. στο καπάκι"

Στο ψυγείο ένα μπουκάλι χαλασμένο γάλα (έληξε χθες ή προχθές, δε θυμάμαι). Στο σώμα μια ψυχή που έχει λήξει από καιρό (κι αυτή η ακριβής ημερομηνία μου διαφεύγει). Στην αγκαλιά ένας έρωτας που έχει λήξει χρόνια τώρα (τα πρόσθετα συντηρητικά στις μέρες μας όντως κάνουν θαύματα!)
(από τη συλλογή "Πιο Νύχτα", εκδ. Μανδραγόρας, 2007)

Λιλή Ντίνα: "Αποχωρισμός χωρισμού"

Γέμισε ένα βάζο σύννεφα και το σφράγισε Ξεκόλλησε τα γραμματόσημα από τις σκέψεις της και δεν τηλεφώνησε Έσβησε απ’ το μυαλό της το σενάριο κι ετοιμάζει ατμόλουτρο στην ηρωίδα που υποδύθηκε εν αγνοία της
(από τη συλλογή "Η γραφειοκρατία του δισταγμού", εκδ. Γαβριηλίδης, 2013)

Παυλίνα Μάρβιν: "Είσοδος στην πολυκατοικία"

Το θέμα αυτής της φασαρίας είναι τα θαύματα που γίνανε εδώ μέσα― κι όσα δε ’γίναν· μαιτρ, πλάι μου μείνε ’συ, θαυματοποιέ, που έχεις τα μπέσα
ν’ αφηγηθώ βοήθα με ορόφους τέσσερις ―τρεις για την πολεοδομία· δεν θα σταθώ απλώς στην ανομία: για των φωταγωγών τους δίκαιους ζόφους,
επίσης θα μιλήσω. Μόνο μ’ ένα μάτι βλέπει ο Πολύφημος. Κι εμένα, δεν με τιμά η όρασή μου. Βέτο
κι η ακοή μου ασκεί. Ποιος ξέρει αν τα ’δα ή το όραμα «Πολυκατοικιάδα» είχα ―είναι πολλά, κι απ’ το σονέτο
πάντα κάτι περισσεύει.

Στέργιος Μήτας: "Μισθός, αξία, κέρδος"

Αλλόγλωσσες οι μέρες, όμοιες, όπως τα πλήκτρα
γραφομηχανής. Γράφουν μηχανικά: την καλύπτρα
τους υφαίνουν. Η μέρα μετανάστρια: ιδρώνει αμισθί.
Δεν αναμένει επισκέψεις. Μόνο (ίσως) τον κομιστή:
μιας νέας ημέρας. Όμως, του ιδρώτα σου το θειάφι
κάποια νυκτερινή αλχημεία: το τρέπει σε χρυσάφι.

Γιώργος Πρεβεδουράκης: "Εφύμνιο"

Η λύπη σου είναι ένα ποίημα του δρόμου σε ράφι αστού λακαριστό άκοπο ελεγείο ένα αστείο παρακμής σε κάποιο μπαρ ώρα αιχμής με ξώπλατα και τατουάζ ηθοποιός - γκαρσόνα είναι σκυλί που αλυχτά μες σε στρατώνα
H λύπη σου είναι ένα ποίημα του δρόμου σταυρόλεξο σε κατάστρωμα, βιοσοφία τσέπης σ’ ένα υγρό λιθόστρωτο αρχοντικός επαίτης νυχτερινή περπατησιά, σύνορο της ματιάς σου μια μαγιάτικη πηγή να ξεδιψά η χαρά σου.
(από τη συλλογή «Στιγμιόγραφο», εκδ. Πλανόδιον, 2011)

Λένα Καλλέργη: "Λίφτινγκ"

Δεν σιδερώνω. Είναι ύβρις Να ακυρώνονται οι ζάρες.
Δεν είδα χαρακιές ποτέ Να σβήνονται τόσο εύκολα.
Γιατί τα ρούχα τις ουλές τους να ξεχνούν Τόσο ομαλά.
Ποιος μας λειαίνει εμάς.
(από τη συλλογή ''Κήποι στην άμμο'', εκδ. Γαβριηλίδη, 2010 )

Γιάννης Τόλιας: "Tο σεσημασμένο ποίημα"

Στάζει η σελήνη από τα κεραμίδια Το αγιόκλημα της αυλής υποθάλπει μια αδιόρατη μελαγχολία Μουσική μακρινή επώδυνη πυρπολεί του κορμιού σου το θέρος
Όσες λέξεις απόμειναν τις κλέβει το σεσημασμένο ποίημα.

Εσμεράλδα Γκέκα: "Το αληθινό παραμύθι"

Μια μούσα που κυοφόρησε παρένθετα την ποίησή μου και τώρα απογαλακτισμένη μύρισε της ψυχής μου τον ιχώ.
Τι πορτοκάλι και τι μέντα έκοψα απ' τις φλέβες μου ως και σάρκα ζωντανή νεράιδων μα είν’ ακριβή η μοίρα των θεών και κάτι ακούγεται για αναστήλωση του Ολύμπου.
(από τη συλλογή «Pulchritudo Bestiae», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Άννα Γρίβα: "Πλάνη"

Φορτώνω στη ράχη μου δύο νεκρά πουλιά τα φτερά τους -και πεθαμένα- κροταλίζουν κρυφά περάσματα στις φυλλωσιές και λιτανείες στο νότο κι έναν παλμό που ήτανε κάποτε κήπος ατίθασος στην όψη του αμάραντου και στην οσμή της σάρκας
φορτώνω στη ράχη μου δύο νεκρά πουλιά κι όνειρα αμέριμνα που δεν κουράζονται ποτέ να επιστρέφουν στη φωλιά τους όπως το ψάθινο καπέλο του καλοκαιριού που εκτελεί πάντα την ίδια πορεία μακριά απ’ το κεφάλι μας όταν τ’ αφήνουμε να το ρουφήξει το πρώτο μελτέμι και τα ξερά φύλλα του φθινοπώρου κι ύστερα η μνήμη που δε συγκρατεί τίποτα αληθινά δικό μας παρά αυτή την τελευταία ανέλιξη σε μιαν αόρατη σκάλα
ταλαντεύομαι και πληρώνω το βάρος μου σε κάθε βήμα η πτήση ξεκινά από την πλάτη μου και τελειώνει εκεί δεν είναι ύψους ενατένιση αλλά παράταση αναπνοής.
(από τη συλλογή «Οι μέρες που ήμασταν άγριοι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Σπύρος Ποδαράς: "Ο ποιητής"

Αυτός ο ένοχος αισθημάτων που στην χαρά ματώνει μιας και γνωρίζει το διάβα της περαστική είναι Αυτός ο ένοχος αισθημάτων που στην θλίψη του δακρύζει από χαρά μιας και ξέρει ότι αύριο θα φύγει Αυτός ο ένοχος αισθημάτων που αν δεν είναι άνθρωπος είναι ποιητής Τα δάκρυα στα μάτια του ευλογία γι’ αυτόν

Χρήστος Αγγελάκος: "Άτιτλο"

Αν πάρεις αναστολή θα ’ναι ωραίο να θυμάσαι πόσο λεπτός είναι ο φωτισμός σ' ένα κινέζικο χάρτινο βλέμμα ταπετσαρία με μπαμπού και σκοτωμένα έντομα στους τοίχους
Μόνο να λείπει η μουσική καθώς αδειάζεις το λερωμένο νερό στο ποτήρι και πίνεις -χωρίς συναίσθημα- βαμβακερούς υπότιτλους του χωρισμού
(από τη συλλογή "Τα φώτα απέναντι", εκδ. Ίκαρος, 2008)

Δημήτρης Μούχας: "Προς ποιητές"

Έγιναν οι φωνές μας Ένα... Λόγος πεπερασμένος στ’ Απειρο... Πόνος εκδηλωμένος Άδηλος... Μέσα απ’ τις Σπηλιές των σκέψεων... ανυπότακτοι εξουσιών-ορέξεων γλυκών στεναμών και έξεων καρτέρι στήσαμε, όλα τα τρίξαμε τρύπες μπαλώσαμε, με σθένος πεισμώσαμε Ματώνει η Βούληση Οι πένες ρέουνε καταρρίπτουν τον Μύθο...

Γιώργος Πολίδης: "Τα πορτρέτα"

Τα πορτρέτα που έχω στο σπίτι μου θέλω να τραβούν όλο του ήλιου το φως γι’ αυτό τα κρέμασα στους τείχους ανάποδα.
Όταν νυχτώνει φωτίζουν το χώρο πάνω στα ίδια καρφιά που είναι πιασμένα καίνε λυχναράκια με πορφύρα δεμένα.
Στα πορτρέτα τα πρόσωπα είναι δικά μου ζωές πολλές έκανα μέσα στον κόσμο γλυκιά μου αγρότης επίσκοπος βιομήχανος βασιλιάς μα πάντοτε έλειπα σαν κατσαπλιάς.
Κι αν γκρεμίσει το σπίτι που τα πορτρέτα κρατά δυνατά να φωνάξεις γλυκιά μου ασήμαντο πρόσωπο ήταν σ’ αυτά.

Νίκη Ταγκάλου: "Σε εσένα ποιητή"

Σε εσένα ποιητή,
που άφησες λουλούδια στα όνειρά μου, που τα μπαλώνεις να μην στάζουν οι σκέψεις μου κάτω..
Σε εσένα που ανάβεις τις σκιές μου για να φωτίσουν.. Σε εσένα χαρίζω τις φλέβες μου γεμάτες αίμα .. όχι άδειες..
Σου χαρίζω τα μάτια μου, που τα σκοτάδια μονοπωλούν ..
Σε εσένα ποιητή, αφιερώνω αυτές τις ανάπηρες ώρες.. ότι ακόμα σαλεύει μέσα μου..

Ελισσαίος Βγενόπουλος: "Δρόμος"

ντύθηκε κατάσαρκα ένα όνειρο από τον τελευταίο του ύπνο φόρεσε δυο ασφαλτοστρωμένους δρόμους για παπούτσια έσιαξε τη γραβάτα της σκέψης στο στήθος μιας επισφαλούς απόφασης έριξε τα χέρια στις τσέπες σαν δυο ρόπτρα σκουριασμένα
και πήρε την ανηφόρα της μέρας
καθ’ οδόν προσπάθησε να εφαρμόσει στην παλάμη της πραγματικότητας κάτι μισοτελειωμένες ανεφάρμοστες ιδέες και κείνες λιώνανε χωνεμένα κάρβουνα
στους δρόμους αριστερά και δεξιά κάπνιζαν αποκαΐδια από των άλλων τα όνειρα
έτσι πεταγόταν από τον ύπνο του μέσα στη νύχτα με μισοφορεμένο κάποιον εφιάλτη κι ένα δρόμο γεμάτο αδιέξοδα αντί για παπούτσια

Φαίη Πασβούρη: "Το άρωμα της ορχιδέας"

Βάλε ένα φύλλο ορχιδέας στου κόσμου τη ράχη. Μα να 'σαι προσεκτικός, πολύ προσεκτικός. Στο πίσω μέρος, - μην το ξεχάσεις. Γιατί στο στέρνο, τίποτα άλλο παρά αγκάθια.
Θα συνθλιφθεί.
Ο κόσμος έχει μάτια μα δε γνωρίζει ακόμα από μυρωδιές. Σ’ αυτές αιωρείται το πιοτό της αφθαρσίας.

Χριστίνα Γωβέττα: "Oρχήστρες - δάκρυα"

Αγρίως συγκινούνε οι ανάσες τους πάθος φωνές ενθουσιασμού χαράς και ηδονής κόκκινα φρούτα αμύγδαλα -κερδίζει το πορτοκαλί μπαίνοντας στο σταθμό τους- Δάκρυα στα μάτια τα πνευστά. Ακόμα κι όταν κλαίνε πικρά φυτρώνουν.

Σοφία Ν. Μαρτίδου: "Άλυτα μυστήρια"

Άκουγα συχνά τα λόγια τους,
μα, τα έβλεπα ασύμφωνα με τα έργα τους.
Άπειρες φορές προσπάθησα,
το μυστήριο τούτο να λύσω,
έτσι, όπως τους έβλεπα,
στα πελάγη της ζωής τους,
να σέρνονται,
όπως ο βοριάς,τα στειρολίθαρα
γκρεμίζει.
Έβλεπα συχνά, λόγο στο λόγο,
να πιάνονται στα χέρια.
Μα ούτε και τούτο το μυστήριο το έλυσα.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Ψευδώνυμη φυγή"

Σάστισα σαν είδα
Το δείπνο των ανέμων
Στο δείλι της βροχής
Κι αναστέναξα απορώντας

Τι θέλω εγώ απρόσκλητος
Ανάμεσα σε ήχους
Γέλιων και θρήνων
Σε αλήθειες και ψέματα
Γάμων και κηδειών;

Δείκτης σιωπής
Φως αντοχής
Και δώδεκα χτύποι
Της καρδιάς μου
Σαν χάθηκα χαράματα
Στα εντός μου

Ανήμπορος πειρατής
Στα ίχνη
Ψευδώνυμης φυγής