Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2014

Γιάννης Υφαντής: "Τα αποκαλυπτήρια του κενού"

Σώμα μου όσο παίρνει σε φροντίζω σε πλένω, σε ταΐζω, σε ποτίζω, σε κοιμίζω, σου δίνω ηδονές και σε γυμνάζω να ’σαι σφιχτό και λυγερό, να ’σαι ανάλαφρο. Βάφω τα γένια σου, τα δόντια σου βουρτσίζω, κόβω τα νύχια σου, σε φέρνω μπροστά σε όντα που σου δίνονται χωρίς να σ’ ανακρίνουν. Σώμα μου όσο παίρνει σε φροντίζω. Mέχρι να ’ρθεί ο Ξένος, ο Επίσημος, ο Άρχων τ’ Ουρανού να σε τραβήξει σα λινάτσα και να κάμει τα αποκαλυπτήρια του κενού.

(από τη συλλογή «Ναός του Κόσμου», εκδ. Δελφίνι, 1996)

Γιώργος Χ. Θεοχάρης: "Δύστυχα για το χρόνο"

Νερό είν’ ο χρόνος και κυλάει μα οι άνθρωποι διψούνε.
Ο χρόνος χρόνια δεν κοιτά μονάχα εμείς μετράμε.
Του χρόνου ο χρόνος άσωστος τ’ ανθρώπου μια στιγμούλα.
Οι άνθρωποι θηράματα και κυνηγός ο χρόνος.
Οι ώρες βόλια είναι καυτά στου χρόνου το τουφέκι.
Πίσω απ’ τ’ ανθρώπου τα όνειρα κρυφογελάει ο χρόνος .
"Του χρόνου" λέμε οι άνθρωποι μα μόνο ο χρόνος ξέρει.
Πάλι με χρόνια με καιρούς θα τρώει ο χρόνος χρόνια.

(από τη συλλογή "Ενθύμιον", εκδ. Καστανιώτης, 2004)

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου: "Μετά τη νύχτα"

Αν αυτή είναι η πρώτη ώρα της ημέρας, Ας μείνει εκεί με τη δειλία της. Ας σφιχτεί στο παλτό της ανήσυχη. Κανείς δεν είναι τόσο ξεκούραστος Που να μπορεί να την περιμαζέψει. Αν πάλι είναι μήνας ολόκληρος Κι έχουνε τόσο αραιώσει τα μαλλιά του, Αφού μ' έφερε ως εδώ ολομόναχος, Ας μείνει στην αρρενωπή του θλίψη. Ό,τι κι αν είναι αυτή η μουρμούρα της ομίχλης, Ο ουρανός τραντάζεται κόκκινος Σαν φούρνος που θα ψήσει τον χρόνο μου Μέσα στ' αδιάκοπα σφυρίγματα της μπόρας.

(από τη συλλογή "Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης", εκδ. Μελάνι, 2014 )

Αλέξιος Μάινας: "Αν ήσουν"

  Πλωτό, εδώδιμο,                                    παραδομένο σώμα.
Αν ήσουν πουλί θα ’σουν βέβαια αετός – όχι τόσο για το βασιλικό σου γένος και τα ξανθά σου μαλλιά όσο για το ράμφος σου στο συκώτι μου.


(από τη συλλογή "Το περιεχόμενο του υπόλοιπου", εκδ. Γαβριηλίδης, 2011)

Στάθης Γουργουρής: "Ο Μάντης"

Να ήταν ο άνθρωπoς τζιτζίκι Να ζoύσε μόνο με τον ήλιo Σκεφτόταν χαζεύoντας τον oυρανό Ο πoιητής Απoλλιναίρ Την ώρα πoυ έβρεχε οβίδες Κι εκείνoς κατoυρoύσε στη γωνιά Στα λασπωμένα χαρακώματα Ενώ τριγύρω τoυ οι άλλoι έσκαβαν Μανιωδώς μήπως και βρoυν Την τελεσίδικη Ηλιόλoυστη γαλήνη

Βασίλης Ρούβαλης: "(Από τον Ακράγαντα)"

Άργησαν μόνο να φανούν οι συνέπειες. Δεν θα γίνω ποτέ ξανά αυτός που ήμουν. Απομένει η Σάντα Μαρία με το σκονισμένο βρέφος η φθαρμένη ώχρα στους τοίχους η αίσθηση πως έχουν ραγίσει όσα αγαπούσα. Το σκοτάδι λιγοστεύει όταν θεωρώ προορισμό τη μοναξιά. Όλα βυθίζονται στην αλήθεια του σικελικού ορίζοντα. Με την αρχαία κοίτη του ποταμού τα ψέματα της νύχτας τον κόπο να προσποιούμαι τα γνώριμα.


(από τη συλλογή «Νότος», εκδ. Κέδρος, 2004)

Γιώργος Βέης: "Η εφήμερη ωραιότητα της μηλιάς"

μετά την καταιγίδα - τι κείμενο! Συνομιλεί με τα παιδιά των αγροτών μια διακήρυξη σθένους δέντρο τιμιότερο των βιβλίων Δέξου με.

(από τη συλλογή «Βλέπω», εκδ, Ύψιλον, 2013)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: "Η ανορεξία της ύπαρξης"

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω κάνω πως γελάω δεν επιθυμώ το αδύνατο ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά. Τον ουρανό καμιά φορά κοιτάω με λαχτάρα την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται στη γοητεία της νύχτας. Η μόνη μου συμμετοχή στο στροβίλισμα του κόσμου είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή. Αλλά νιώθω και μια άλλη παράξενη συμμετοχή· αγωνία με πιάνει ξαφνικά για τον ανθρώπινο πόνο. Απλώνεται πάνω στη γη σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο που μουσκεμένο στο αίμα σκεπάζει μύθους και θεούς αιώνια αναγεννιέται και με τη ζωή ταυτίζεται. Ναι, τώρα θέλω να κλάψω αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

(από τη συλλογή "Η ανορεξία της ύπαρξης", εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Σταμάτης Πολενάκης: "Το σπασμένο ρολόι του πατέρα μου"

Προς τι, αναρωτιέμαι, αυτή η παράξενη επιμονή των δεικτών να περιστρέφονται στα τυφλά μέσα σ` ένα ρολόι κομματιασμένο από αιώνες, προς τι και η πεισματική εμμονή του τεχνίτη στη λεπτομέρεια (αναρωτιέμαι πάλι) προς τι η επιμονή του ποιητή να βγάζει τα μάτια του μες στο σκοτάδι πασχίζοντας να ανακατασκευάσει τον περίπλοκο μηχανισμό του ποιήματος εδώ πλυθησμοί ολόκληροι ανταλλάσονται ακριβώς όπως ανταλλάσονται δυο πιόνια πάνω σε μια άδεια σκακιέρα.

(από τη συλλογή «Τα γαλάζια άλογα του Φραντς Μαρκ», εκδ. Οδός Πανός, 2006)

Δημήτρης Αγγελής: "Ο μοναχικός ταξιδιώτης της νύχτας"

Ι.
Και νά ’ναι ώρα θεριεμένης μοναξιάς, ν’ αντιπαλεύεις            μόνιμο σκοτάδι. Στα δάση· με τις αρκούδες συντροφιά· βράδυ βροχής            που ακούς φωνές απ’ το πηγάδι. Κι αν είχες πίστη άλλοτε που έσερνε βουνά, τώρα κανείς και τίποτα κοντά σου. Απ’ τη φωλιά σου           αγναντεύεις χαμηλά τα αναμμένα φώτα. Ότι σε κύκλωσαν ωσεί κύνες πολλοί.
Κι η επαρχία σου τρυφερό κορμί με νόημα φονικού.
ΙΙ.
Τη μέρα που σ’ αρνήθηκαν τον γυρισμό στην πόλη και βρέθηκες το δειλινό σ’ απόγκρεμο γιαλό αγρίμι, σύσκοτο θεριό στων Ελαιών το δάσος να λές δικές σου προσευχές κοιτώντας τα βουνά
νοσταλγώντας με πάθος τα βουνά, τα δύσβατα ρουμάνια
εσύ ο ληστής, ο τετρωμένος αγάπης.

(από τη συλλογή «Επέτειος», εκδ. «Οι Εκδόσεις των Φίλων», 2008)


Χριστόφορος Λιοντάκης: "Ανατροπή"

Ό,τι φαντάζεσαι πως λείπει η ηδύτητά σου το αναπληρώνει. Ανατρέποντας τους κανόνες του ωραίου. Από της αμηχανίας σου τη στενωπό ξεχύνονται αθώοι χυμοί Και στο φως σιωπηλά σε αποδίδουν.

(από τη συλλογή "Στο τέρμα της πλάνης", εκδ. Καστανιώτης, 2010)

Γιάννης Κακουλίδης: "Διαχείριση κρίσεως"

Πρέπει να σε φροντίσω πιο πολύ. Να ξαναρχίσω να σου λέω τα μυστικά μου και να κοιμάμαι κολλημένος στο σώμα σου το βράδυ όπως παλιά.
Στ’ αυτί σου πρέπει τα χείλη μου ν’ αγγίξω και σ’ αγαπώ να ψιθυρίσω με τέτοιο τρόπο που να το πιστέψεις σαστισμένη να με κοιτάξεις ν’ αφήσεις τα μάτια σου να μουσκέψουν την δεξιά παρειά μου με τα δάκρυά σου να ρέουν προς το στόμα μου μετά από τόσα χρόνια.
Στην ίδια στάση να ξυπνήσω το πρωί να βγω στην αγορά να σ’ αγοράσω κουβάρια μάλλινη κλωστή για να πλέκεις ζακέτες καθότι χειμώνας το σπίτι ψηλοτάβανο κι η σόμπα φέτος δεν θ’ ανάψει.
Πρέπει να σου γελάω πιο πολύ ποιήματα καινούργια να σου γράψω και ιστορίες να σ’ αφηγηθώ με ήλιους και σιτοβολώνες σ’ ένα ψέμα να σε τυλίξω και να σ’ αφήσω να πιστέψεις ότι κέρδισες μια ακόμη μέρα ευτυχίας. Μετά, θα φέρω τον σιδερά να κλείσει ερμητικά την μπαλκονόπορτα.

Σάκης Σερέφας: "Προφορική ζωή"

λέω, με παίρνει το φως απ' τις φλέβες τον αφαλό και με πίνει σ' ένα δωμάτιο σκοτεινό, Τετάρτη και βγαίνω διάφανος, διάσημος, λαλίστατος αφήνοντας πίσω με τα ρούχα και τις ημέρες σωρό στο πάτωμα, τα χρώματά μου να θορυβούν με πάταγο ησυχάστε χρώματα: έρχονται οι λέξεις μαύρες ελιές μες στο ζυμάρι, για να μας πάρουν μόνους στα υπερώα τα ομιλητικά

Νικόλας Ευαντινός: "Δίχως βάρος"

Κάποτε ο ουρανός σαν σαπισμένο πόδι μελανός έπεσε στον ύπνο μας, πλακώνοντας τον ξύπνιο μας
και ήρθανε χειμώνες καρδιοθραύστες, που σπέρνανε σακάτικα βιολιά στο χώμα των χορών
και μαυροαίματα πουλάκια χιμούσαν στις ανθρωποφωλιές τρώγοντας την όρεξη για ψωμί
και κίτρινες βροχές κυλούσανε στις φλέβες όσων σκάβανε το ρημαγμένο χώμα
και μαθητές αρίστευαν, άκριτα μαζεύοντας συγκομιδές από τα δέντρα μιας χρήσης
και το πτώμα του Τάλου καλώδια γεννοβολούσε δίχως ακτές να προστατεύει
κι οι λέξεις, δίχως ευχή ή κατάρα, ξαρμάτωτες κι ανεμικές ήταν μαύρα μαγνάδια στον κούφιο αέρα κι εμείς σε κοιμισμένα ύδατα κάναμε τον πεθαμένο για να γλιτώσουμε από το βάρος μας….

(από τη συλλογή «Ρουβίκωνας στα μέτρα μας», εκδ. Μελάνι, 2011)

Βαγγέλης Κάσσος: "Ελευθερία"

μόνο τα άνθη αγαπούν αληθινά την ελευθερία γι' αυτή μιλούν κρυφά στο αυτί του ανέμου μα εκείνος δεν κρατά το μυστικό κι ευωδιάζει


(από τη συλλογή "Η πείρα του θανάτου", εκδ. Ίνδικτος, 2002)

Γιώργος Κακουλίδης: "Μακάρια πληγή"

Με το ισπανικό σπαθί μου τρομάζω το άστρο μου να πάψει να γυρνάει σαν πεινασμένο σκυλί να γίνει λυπημένος άντρας που φωνάζει:
"Λάμψτε, αγάπες μου, λάμψτε καείτε, αγάπες μου, καείτε κι αν κανείς δεν σας βλέπει εγώ ο κομήτης θα σας πάρω μαζί μου".

(απόσπασμα από τη συλλογή «Μακάρια πληγή», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Νικόλας Νιαμονητός: "Δεν είναι τι κοιτάς"

όταν κοιτάς τη ζωή τριγύρω σου δεν είναι τι κοιτάς αλλά τι βλέπεις μέσα σου στα τοιχώματα της σκέψης σου δημιουργούνται οι εικόνες σχεδιάζουν το περίγραμμα ιδεών και φιλάνε τα νήματα του νου κάποιες φορές απρόσεχτα χρωματισμένες κάποιες φορές πινελιές φωτός πάντα όμως ενόραση στα πάθη σου
(από τη συλλογή "Κυνήγα τη νύχτα μέχρι να γίνεις φλογερή ύπαρξη", εκδ. Εκάτη, 2014)

Ειρήνη Μαργαρίτη: "Φλαμίνγκο"

Τη λέγαν Μίλλυ Και ζούσε μέσα σε ένα αεροπλάνο Πολλά χρόνια Μισή φλαμίνγκο μισή άνθρωπος Ροζ από την κορφή ως τα νύχια Τραγούδια δεν ήξερε άλλα Εκτός από τον αέρα Πότε από εδώ πότε από εκεί Κανέναν λένε δεν αγάπησε Εκτός από τα σύννεφα Κοιτούσε τον κόσμο από ψηλά Τι έκσταση Να νιώθεις τα χιλιόμετρα Ποτέ της δεν φοβήθηκε Τον ουρανό Κι όλο ήταν πάνω στις σκεπές Τις λίγες μέρες που στον κόσμο κατοικούσε Μικρές σταγόνες ξεχείλιζαν τις τσέπες της Και έσταζαν πάνω στα όνειρά μας Οι φτέρνες της χάιδευαν τα μαλλιά μας Τη λέγαν Μίλλυ και ίσως δεν την είδαμε ποτέ Κι ας περπατούσε πάνω απ' τα κεφάλια μας.

(από τη συλλογή "Φλαμίνγκο", εκδ. Μελάνι, 2014)

Πάνος Κυπαρίσσης: "Άτιτλο"

 KB

Βρες ένα ψέμα απ' το μικρό του δάχτυλο να κρατηθείς καθώς βυζαίνεις άδειο κι ο πόνος σε βουβαίνει
Περνά ένα γαλάζιο πότε-πότε μ' ένα χάδι στη στροφή ας λιγοστεύει η ζωή καταργώντας τα κτητικά κι άλλες του νου νυχτωδίες
Σ' αυτό το λίγο βυθίζεται η ελπίδα κι απ' αυτό αναδύεται να σε γελάσει πάλι 

(από τη συλλογή "Τα τιμαλφή", εκδ. Μελάνι, 2013)


Γιώργος Πέππας: "Προσχέδιο ημέρας"

Γράφω σ’ όλα τα όνειρά σας:
                                                            Ελευθερία                                                             Μ. Κατσαρός

Όταν ξύπνησα Κανείς δεν μου εξήγησε τι σημαίνει σκοτάδι
Η μάνα μου τρόμαζε και ο πατέρας μου έπεσε πίσω του Κράτησα τη λέξη      
Όπως κι εσύ                                

Όταν κανείς δεν μίλησε μέτρησα την μεγαλύτερη απόσταση της πόλης -εκείνη των ανθρώπων
Η  νύχτα  που καραδοκεί κερδίζει φως Δεν μίλησε  
κανείς
ξύπνησα            
μεσάνυχτα όταν έβρεχε                
μέρα


Κατερίνα Ραμανδάνη-Σαντραβέλα: "Ασελγές"

Το βλέμμα σου
πρόστυχη περισπωμένη
διαπερνά τα χρωματιστά ρούχα μου
με σαρώνει πατόκορφα
σαρκάζοντας πόθους
ανεμίζοντας σποτάκια φαντασίας
και μια πλανεμένη υποψία
της πιο αμαρτωλής στάσης…

Ελένη Σεργίου: "Χειμωνιάτικο Βράδυ"

Θα υπάρξει άραγε κατάλληλος καιρός ένα βράδυ χειμωνιάτικο ας υποθέσουμε που λευκές νιφάδες να γεμίσουν το μισοσκότεινο ποίημα να φανεί η απουσία σαν αίσθηση χωρίς αγκύλες να ερωτεύεσαι ξανά τη ζωή που στην φανέρωσε και να πεις χωρίς παρενθέσεις: Δεν σε πρόδωσα. Εσύ πρόδωσες.

Τζούτζη Μαντζουράνη: "Απόψε"

Απόψε, κανένα ποίημα δεν διανυκτερεύει. Την βραδυά σήμερα, θα την ξενυχτήσω εγώ. Πλάι σου θα κάτσω, τα όνειρά σου να φυλάω, να διώχνω μακρυά τους εφιάλτες. Απόψε, την ανάσα σου, μόνο εγώ θα την ακούω, μόνον εγώ θα την μετράω, μία πάνω, μία κάτω... Σαν τους χτύπους της καρδιάς μου... Απόψε η καρδιά μου μένει ξάγρυπνη, για σένα. Απόψε, όπως κάθε βράδυ.

Νιόβη Ιωάννου: "Στο κενό"

Η χειραψία σε δόση σωστή Με αρχικά εγκάρδια Σε ξύλινη λαβή χαραγμένα Κι άρωμα πορφυρό Όπου η μνήμη του αίματος πυκνώνει Δωροδοκία ανθέων γενναία Στην υγειά σου Εύθραυστο το κενό μου υψώνω Είναι πιο εύκολο εκεί να βρεθούμε Πάνω απ’ το ύψος των ματιών Το τοπίο ακίνδυνο Όταν δεν έχει παιδιά Nα κυνηγούν πεταλούδες Και μιλάς ... και σωπαίνεις Και μιλάς και σωπαίνεις Έγκλειστη κάθε φορά Στο ίδιο βυσσινί φόρεμα Κι ό,τι είχα αρχίσει Ν’ αγνοώ Τις συμπτώσεις

Αλεξάνδρα Πλαστήρα: "Γερμανικό παράθυρο"

Συχνά ξεγελάει η βραδύτητα το βαρύ σύννεφο Να όμως που ανοίγει από λέξη σε λέξη το στενό διάστημα
Δεν κάνει τόσο κρύο ο πιο βαρύς χειμώνας ήταν άλλος Μπροστά φεύγει το τέλος κι αντίθετα στην τάξη έξω απ' τον κήπο ανοίγεις διπλό ρόδο Της περασμένης ζωής αμνησίκακο στόμα

(από τη συλλογή "Τόπος να ζεις", εκδ. Άγρα, 1999)

Ιάσων Αθούριος: "Ερημίες"

Τόσες κακοτοπιές στριμώξαμε πίσω απ’ το χαμόγελο μας, τόσες περισκέψεις, τόσα “αύριο” οργώσαμε με δρεπανηφόρα που σπόρος δεν περίσσεψε για ένα νέο μέλλον. Τρέξαν δολιχοδρόμοι αστερωτά προς όλες τις διευθύνσεις, έπεα φτερούγισαν σε ώτα κωφών συμμάχων. Δεν ήρθε απάντηση καμιά / παρηγοριά καμία. Μόνοι θα αδειάσουμε και πάλι τούτον τον ωκεανό… Μόνοι, με ταπεινά κοχύλια…

Τάκης Ιωαννίδης: "Ο ήρωας κι ο ποιητής"

Ρώτησε ο ήρωας δειλά τον ποιητή, ποια έχει μέσα του φωτιά, που τον κινεί, και φτάνει αυτός, πιο μακριά, και πιο ψηλά, κι από τον ήρωα, που όρια ξεπερνά; Και του απάντησε, "αφήνομαι στο φως, αν και δεμένος, πάντα ρίχνομαι εμπρός, σ’ ότι ακούσω, απαντώ, και ας πονά, και ξεκλειδώνω όποια βρίσκω κλειδαριά".

Πάνος Θεοδωρίδης: "Οι ποιηταί"

Σε κάποιο ρετιρέ ασφυκτικό συναντήθηκαν τυχαία ποιητές διάσημοι για την ασύμβατη ματιά τους στα πράγματα:
Ο Λανγκεντόκ, υβριστής και μαγικός, ο Λούφερ, μέγας στιχοπλόκος και ο Λιτβάν, εξαίσιος και επικός.
Απ' τη συνάντηση βγήκαν αργότερα τρία ποιήματα: του Λανγκεντόκ «Το θαύμα» του Λούφερ «Η τρέλα» και «Η ζωή».
Μόνον ο Λίτβαν δεν έγραψε γραμμή επί δέκα χρόνια. "Γνώρισα δύο ποιητές", είπε αργότερα, "και είμαι τρίτος στη σειρά". 

(από τη συλλογή «Ποιήματα που θα χαθούν στην ομίχλη», εκδ. Ερμής / Ιστός, 2001)

Ανδρέας Κεντζός: "Στη μέση"

Κήπος δεν είναι άπειρα ρόδα Κήπος είναι άπειρα τάγματα αγγέλων
Ακόμα και τάγμα ομπρελοφόρων πάνω από τα πλήθη (όταν βρέχει δε νοείται όλα τα κεφάλια ν’ ανθίσουν)
Κήπος είναι αυτό το ρόδο στη μέση της ερήμου
(από τη συλλογή "Συγκεκριμένα ποιήματα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

Νεκταρία Μενδρινού: "Ευκαιρίες"

Πάντα δίνει μια δεύτερη ευκαιρία η ζωή, ποτέ όμως ο χρόνος, ποτέ η μνήμη...

(από τη συλλογή «Κοχύλια από χρόνο», εκδ. Κέδρος, 2014)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Το άγνωστο ποίημα"

Ξένος αθέατος αναγνώστης Άγνωστου ποιήματός μου Που ακόμη Δεν εμπνεύστηκα Το βλέμμα σου

Με ποτίζει λέξεις Και σκαλίζει μέσα μου Κήπους ανθέων και δακρύων Καίγοντας τις άκρες Των δακτύλων μου

Αρνούμενος να δεχτώ Να γράψω τους στίχους Που ήδη ξέρεις



Ελένη Δημητριάδου-Εφραιμίδου: "Ωδή στο κενό"

Ανάπηροι στην κεντρική πλατεία πάνω σε καροτσάκια ηλεκτρικά. Ένα φλιτζάνι κούφια ελευθερία αχνίζει στον αέρα ειρωνικά.
Περνούν οι μέρες σαν τις νύχτες. Κλειστά βαγόνια αφήνουν μιαν οσμή. Πάνω στα τραπέζια δόντια από Χειμώνες μασούν σαν τα μαχαίρια την ορμή. 

(από τη συλλογή «Δωριείς και ξυλοκόποι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Ιορδάνης Κουμασίδης: "Απρόσμενα"

Το γαλάζιο/ ήρθε/ τόσο απότομα/ Σαν παραίσθηση/ εχθρική/ Κανείς δε νοιάστηκε/ Να σβήσει το φως/ Μην τυφλωθώ

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος: "Μήνυμα σε μπουκάλι"

Παιδιά, πιστεύαμε πως καράβια ολόκληρα χωρούσαν σε μπουκάλια. Κι όταν μας τέλειωναν τ’ ακρογιάλια, τα μπουκώναμε μ’ όση λέξη αντέχανε. Μην τυχόν και παρερμηνεύσει τα όνειρά μας το ανέφικτο.
Παιδιά πιστεύαμε. Τώρα πια, η μόνη αλήθεια : Όσο γεμάτο το μπουκάλι, τόσο γρηγορότερα βυθίζεται.
Ξόδεψα τα χρόνια περιμένοντας κείνο το μήνυμα που προορίζονταν για μένα. Κι όταν η θάλασσα μ’ απογοήτευσε, στράφηκα στον ουρανό. Εκεί, που παρόν και παρελθόν θα συμβεί σε μια στιγμή, είπα μήπως και προλάβω.
Αστέρια μου, ποια ευχή σας ναυάγησε και πηδήξατε στο κύμα να σωθείτε; Ναύτες μου, δίπλα σας! Νησί! Δεν το βλέπετε, ολόγιομο φεγγάρι; 

(από τη συλλογή «Κατά χρόνον ευαγγέλιο», Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2012)

Αλέξανδρος Ακριτίδης: "Ομίχλη"

Ομίχλη έχει πέσει κι η νύχτα βαριά απλώνει το μαύρο της πέπλο.
Στο στόμα μια γεύση τα φύλλα υγρά σαν κλάμα που βγαίνει απ’ το δέντρο.
Αυτή είναι η φύση παράξενη πάντα θολώνει και όλα τα σβήνει.
Ατέλειωτη πτήση αόρατη αύρα ουράνια πόρτα που κλείνει.
Σκεπάζει την πόλη την πάει μακριά μαζί με του κόσμου τις σκέψεις.
Κοιμήθηκαν όλοι τα σπίτια ζεστά δεν έμειναν πια άλλες λέξεις.

Βασίλης Λαλιώτης: "Άτιτλο"

Παραλίες άδοξων σωμάτων.
Την τραβάει η εγγονή της Χρεοκοπίας με την εφηβεία της στο Σχέδιο Μάρσαλ.
Το εκθετήριον βιβλίου δεν λείπει, όπως δεν λείπει από καμία εικόνα παρακμής.
Δεν διαβάζει κανείς.
Τραβάς το λάστιχο από την άκρη του διακόπτη και ρίχνεις νερό στα πόδια σου.
Ένα δέντρο αγνώστου προελεύσεως, μάλλον μεγαλωμένος υπέρμετρα σχίνος με κρεμασμένες τσάντες.
Η γυναίκα που πουλάει τα ψάρια ρίχνει πάγο στις κασέλες και μας κοιτάει σαν γάτα. Διαβάζω μια βιογραφία του Χορκχάϊμερ.
Ο Αφρικανός έχει φορέματα, πολλά φορέματα σε κρεμάστρες και περνάει από τους λουόμενους... Γιατί να πας στη Βραζιλία;
Η βασιλεύουσα του πρωϊνού γυναίκα λόγω σώματος είναι ανήσυχη. Δεν έχει βλέμματα ανδρών.
Ξυπνάω στο πούλμαν της επιστροφής από τηλεφώνημα.

(από τη συλλογή «Θαλάσσια μπάνια», εκδ. Bibliotheque, 2014)

Γιάννης Αντιόχου: "Υ.Γ."

Και έμαθα να κατρακυλώ Όλο και πιο γρήγορα Γεμίζοντας σκούρες μελανιές Σαν τα βαριά χώματα ενός βιομηχανικού δειλινού
Ω κήποι με τα ζωντανά αγάλματα Και τα φρεάτια της νύχτας Που μέσα μας ελοχεύουν τα μάτια δύο κτηνών
Ω εθνικές οδοί με τις λευκές λωρίδες Και τα κίτρινα φώτα πορείας Που πάντα σας οδοιπορούν δύο πεθαμένοι
Ω μεγάλες γέφυρες με τα στηθαία Και τους συρμάτινους πυλώνες σας Που από κάτω σας κυλούν δυο ποτάμια αίματος
Τώρα πια απλώνομαι σαν το βαθύ σκοτάδι Σκεπάζοντας τα μάτια μας με πένθος Και βαριά πληγωμένος Κρεμασμένος στ' αγκίστρια της μνήμης Που σβαρνίζουν την αθανασία Ξεψυχώ 

(από τη συλλογή "Curriculum Vitae", εκδ. Μελάνι, 2006)

Κωστής Τριανταφύλλου: "Νησί"

θ.
η εκπνοή το νησί ξεσηκώνοντας βόμβο βαθύ συμπαντικό πνοή στο θρόισμα των λέξεων εκείνων που μου φέρνουν νησί στο νησί τον αέρα που εισπνέω λέξεις εκκίνησης προπομπούς  περιήγησης     βαθειάς ανάσας


(απόσπασμα από το ποίημα «v» (νησί), 2009)

Μαρία Σφήκα: "Το πολύ και το λίγο (ποίημα πολιτικόν)"

Ι
Προσέλθετε, καλεσμένοι και απρόσκλητοι, να μοιραστείτε τη χαρά μου είπε ο άρχοντας,
Γέμει η τράπεζα και η καρδιά μου άρτων ειρηνικών και πάσης σαρκός τεμάχιον˙ γεννήματα εκλεκτά της γης και οπώρες, πάντα τα κτήνη των ορέων και τα κήτη της θαλάσσης σας προσφέρω: Ευφρανθείτε.
Εν τη πτωχεία μας, καθίσαμε όλοι στο τραπέζι
ΙΙ
Τόση αφθονία, θέτει καθέναν ενώπιον των ευθυνών του˙
Και βρέθηκαν πολλοί που γέμισαν το πιάτο τους μια, δύο και τρεις φορές ενώ η αρετή διαμαρτυρόταν
και άλλοι τόσοι δίστασαν ν’ απλώσουν και να πάρουν μερτικό μήπως δε φτάσει για όλους˙
Κάποιοι, κατέλυαν τα ηδονικά και νήστευαν τα άνοστα
και μερικοί, καχύποπτοι απείχαν από το φόβο μην πληρώσουν
ΙΙΙ
Το λίγο περισσεύει και το πολύ δεν φτάνει˙
Το αρκετό είναι το ερωτηματικό που ο καθένας θέτει στον εαυτό του.
Σηκώνουμε τα βάρη την νοημοσύνης που αισθάνεται
IV
Ο οικοδεσπότης, έκανε πως έτρωγε ενώ εντατικά παρατηρούσε
Την ιερότητα της πείνας και της απληστίας την αλύτρωτη οργή˙
Κρασί δεν κέρασε ποτέ, μόνο ένα τελευταίο λ…

Ελένη Χωρεάνθη: "Τι πότ' εστίν άνθρωπος..."

Ανυποχώρητα μύστες εφήμεροι, του αιωνίου ικέτες, πλάνητες και πλανώμενοι, νοσταλγοί ποιητές, ονείρων απατηλών πωλητές, μεταπράτες, ποικίλων ιδεών στο κενό καταθέτες, δέσμιοι του αρχαίου αινίγματος εσαεί απορούμε τι πότ' εστίν άνθρωπος και τί τη τοιαύτη μοίρα προσήκει ενεργείν δε ή πάσχειν...

Βάσος Γεώργας: "Άτιτλο"

κακήν κακώς βαδίζω σημειωτόν χωρίς κανείς να κρατάει το χεράκι μου σπασμένο στο γύψο κουρασμένος υπνοβάτης σε σχοινί τεντωμένο περίπατο πάνω απ’ το αμείλικτο χάος της νεοελληνικής γλώσσας από πειραγμένα ζάρια χάνω στο μπαρμπούτι το "δ" απ’ τη δασεία και τη μακαρίτισσα ένδοξη περισπωμένη χάνω και τις όμορφες ξέγνοιαστες εποχές που σπαρακτικά ονειρεύομαι πως κάποτε θα έρθουν μια μέρα
καταπίνω σαν κουκούτσια ελιάς θαυματουργά χαπάκια αισιοδοξίας με αριστερό άλλοθι ανάχωμα στους βαρετούς κανόνες της μαύρης λογοτεχνίας και σχεδόν καταποντίζομαι απ’ τη ψιλή βροχή αγκαλιά με πεθαμένους μύθους και με μικρές λεπτομέρειες που ενώ μοιάζουν γι ασήμαντες στο τέλος σε δένουν με σπάγκο τον ομφάλιο σου λώρο φιόγκο σα μπομπονιέρα μέχρι να σου βγει η ψυχή απ’ το στόμα ανάποδα με παρηγοριάς επιφωνήματα
χαμένος κόπος να κλαίμε όλοι μαζί την κακοήθεια του παρόντος κόσμου σαν ορφανά αγρίμια που προσπαθούν να εξηγήσουν με την εις άτοπο απαγωγή το μυστήριο θαύμα της γέννησης ή το ανεξήγητο δυστύχη…