Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2014

Κυριακή Αν. Λυμπέρη: "Η ελαφριά μου εκδοχή"

Θα γδάρω το σοβαρό μου εαυτό θα ξεσκονίσω επιστρώσεις λεπτομέρειας· ιδού εγώ η ίδια είμαι στην ελαφριά μου εκδοχή γυμνή καρδιά στους ανέμους ομοίως ευάλωτη. Παλεύω με τις λέξεις μου τις ντύνω, τις στολίζω σαν εραστής τις ξεγυμνώνω και βυθιζόμαστε αγκαλιά. Προκαλεί η εποχή ομαδικές αυτοκτονίες στα ρηχά με χάρη κι αντί «βοήθεια πνίγομαι» «με φυσαλίδες διακοσμώ τα ύδατα» (και το κενό) θα πω προσέχοντας μην προκαλέσω στεναχώρια ή πλήξη· ακόμα και το πνίγεσθαι απαιτεί τέχνη κομψή. (από τη συλλογή «Το κάλλος και το τραύμα», εκδ. Γαβριηλίδη, 2012)

Σπύρος Θεριανός: "Ο ομιλητής των ποιημάτων μου"

Ποιος μιλά μέσα στα ποιήματά μου;
δε ζω σε κάποιο πλούσιο προάστιο της πρωτεύουσας.
Ταξιδεύω πολύ λίγο. Κι η δουλειά μου είναι σκληρή όπως πολλών άλλων ανθρώπων.
Ποιος όμως μιλά μέσα στα ποιήματά μου;
Η ψευδής συνείδηση; Τα όσα έχω διαβάσει; Υπάρχει κάτι απ` τα βάσανά μου και τις καθημερινές μου σκέψεις μέσα σ’ αυτά;
Πιάνω μολύβι και χαρτί. Κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο. Τούτη την ώρα του απομεσήμερου η φτωχογειτονιά που μένω είναι ήσυχη. Οι άντρες λείπουν στις δουλειές. Οι γυναίκες απλώνουν τη μπουγάδα τους στο μπαλκόνι, αφήνονται για λίγο στη φροντίδα του χειμωνιάτικου ήλιου κι επιστρέφουν στις κουζίνες τους. Μυρωδιά τσιγαρισμένου κρεμμυδιού φτάνει στο διαμέρισμά μου κι εγώ συνηγορώ δυναμώνοντας την ένταση της σονάτας για τσέλο in F minor (allegro) του Boccherini που μ’ αρέσει.
(από τη συλλογή «Ντυμένος επίσημα», εκδ. Πλανόδιον, 2008)


Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου: "Τα σπίτια κάποιων ποιητών"

                                                                 (μνήμη Γιάννη Βαρβέρη)
Τα σπίτια κάποιων ποιητών είν’ ακατάστατα Το πάτωμα σκονισμένο Αράχνες στο ταβάνι Στοίβες πιάτα στο νεροχύτη
Είναι γιατί συνήθως λείπουνε Σε σαφάρι λέξεων: Στο Τότε και στο Τώρα
Στη Σμύρνη ή στο Μιστρά Στην Κόλαση ή στον Παράδεισο Στη Χαρά και στη Λύπη
Οπόταν επιστρέφουν δεν έχουν πολύ χρόνο Συγυρίζοντας ακόμη, εμπνέονται κι εργάζονται καταρρακωμένοι Ξεπλένοντας ένα κουταλάκι λάμπει το σιρόπι της νεκρής μητέρας Ξεπλένοντας ένα πιάτο ανασταίνεται το δείπνο ενός χωρισμού

Παναγιώτης Άγγελος: "Αποσπάσματα του μυαλού"

Όταν μεθούν τ’ αρώματα ποια να ’ναι η μυρωδιά τους; Όταν μπλεχτούν τα χρώματα ποια να ’ναι τα μυστικά τους; Όταν γεννιούνται σώματα ποια να ’ναι η αγκαλιά τους; Ρωτώ απόψε την σιγή. Και η απάντηση..."βροχή"
Όταν μιλάμε με ενοχές πώς να νιώθουν τ’ όνειρα  μας; Όταν γλεντάμε στις σκιές πώς να μοιάζει η μοναξιά μας; Όταν δακρύζαμε εχτές ποιος να είχε την καρδιά μας; Ρωτώ απόψε το λευκό. Και η απάντηση..."κενό"

Βασίλης Δασκαλάκης: "Προσομοίωση"

δεν προσποιούμαι δε φοβάμαι οι άγκυρές μου σε μια ξέρα ριζωμένες σε παγερό κρεβάτι χειρουργείται η ψυχή μου και η αναισθησιολόγος ανήσυχη χρόνος μηδέν ξανά σμήνη αποδημητικών των άλλων οι ζωές ο πόνος ποντικός που βγαίνει απ’ τ’ αλεύρι πυρ και μανία να ιριδίσει το φουρνάρικο της νοσοκόμας η μορφή σκουραίνει ολοένα αγγέλου μοιάζει σκοτεινού που κάνει χρέη θανάτου φριχτό των φίλων το φιλί ήσυχος ύπνος
(από τη συλλογή "Προσομοίωση", εκδ. Ενδυμίων, 2013 )

Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου: "Tο πολυώνυμο τίποτα"

Ονόμασέ με χρυσό κλουβί -μιας και πάντα εκεί επιλέγω τη θαλπωρή της ψευδαίσθησης. Kάλεσέ με αναγκαίο ψέμα -αφού με τον τρόπο του προσεγγίζω τις αλήθειες μου.
Βρες όσα θέλεις ψευδώνυμα για τις ευρεσιτεχνίες του πτυσσόμενου επεκτατισμού μου.
Λέγε με  ακόμη εναλλακτικά  Δούρειο Ίππο καθώς μόνο συρόμενος επιχειρώ τις επελάσεις μου κι  άσε για το τέλος ψιθυριστό το χαϊδευτικό μου τορπίλη  -γιατί πάντα συντρίβομαι ανελέητα πάνω στο στόχο μου.   

Στέφανος Κακαβούλης: "Μερικά δεύτερα"

Μερικά δεύτερα πριν η διαθλασμένη απ’ την κουρτίνα δέσμη πρωινού κοκκίνισε το μέσα του βλεφάρου.
Το όνειρο ορθώθηκε πάνω στο προσκέφαλο σε ύψος εφιάλτη
Το σώμα σταμάτησε να τρέχει στάσιμο - ανώφελο λαχάνιασμα -
Η ηχώ μιας κραυγής τρόμαξε το ασυνείδητο και έτρεψε το μυαλό σε απότομο ξύπνημα
Μερικά δεύτερα μετά η συνειδητή αντίληψη της ζωής.
Το ίδιο στάσιμη με χθες  - ανώφελος Ύπνος -

Παναγιώτης Αργυρόπουλος: "Κώδικας ποιητικών υποθέσεων"

I Η ποίηση είναι θερμοκοιτίδα Για πρόωρα όνειρα Και οίκος ευγηρίας Για γερασμένες ελπίδες.
II Αν προσπαθήσεις Ν’ αγγίξεις τον ουρανό Οδηγείσαι στην ποίηση. Αν προσπαθήσεις Ν’ αγγίξεις την ποίηση Οδηγείσαι στον ουρανό. Μα και στις δυο περιπτώσεις Χρειάζεται αλεξίπτωτο. Κανένα ταξίδι στο άγνωστο Δεν κρίνεται ασφαλές.
III «Κι όμως, γίνεται», Αποκρίθηκε η ποίηση απολογούμενη Ενώ η πραγματικότητα την κοιτούσε Με βλέμμα ιεροεξεταστή.
IV Η ποίηση είναι ένα Μαγικό κρεβάτι. Πας να ξαπλώσεις επάνω του Και γίνεται δέντρο. Επιχειρείς να κόψεις έναν καρπό του Και μεταμορφώνεται σε πουλί. Προσπαθείς να το κλείσεις μες στο κλουβί Και γίνεται αέρας. Κλαις που δεν μπορείς να τον αγκαλιάσεις Και δεν σκέφτεσαι Πως σου δίνει το οξυγόνο του.
V Η ποίηση μοιάζει Με την ολική έκλειψη του θανάτου. Είναι επικίνδυνο να γίνει ορατή Απ’ τη γυμνή μας θνητότητα. 

Κατερίνα Γερογιάννη: "Οχτώ μέρες"

Οχτώ μέρες κεντάω την σιωπή μου να μην ακούει κανείς τι κάνω αν ονειρεύτηκα χθες βράδυ ή αν έφυγα κρυφά για τα λιμάνια που σχεδίαζα όταν ήμουνα παιδί σε χάρτινες σελίδες.
Οχτώ μέρες ματώνω τις παλάμες διαβάζω χάρτες με τα νύχια σκαλίζω ξύλινα φεγγάρια στο κομοδίνο υπολογίζω τα αστέρια στο ταβάνι.
Όμως δεν γράφω γράμματα που λένε αντίο σ’ αγαπημένους γιατί θυμήθηκα τότε που μου ’πανε πως οι αποχαιρετισμοί είναι για ’κείνους που επιστρέφουν στην ελπίδα.

Γεωργία Βεληβασάκη: "Σα χορεύτρια ή σαν καράβι"

μέρα βροχερή
στο τέλος του χειμώνα
κι εγώ εδώ
χωρίς λέξεις
αλλά τι σημασία έχει
αφού το νόημα ίπταται
- όπως πάντα -
απ’ το ταβάνι
σα χορεύτρια
ή σαν καράβι
να με παίρνει μαζί
ν’ ανατέλλω κι εγώ
πίσω απ’ τα σύννεφα
που μαζεύτηκαν τόσα 

Κάκια Παυλίδου: "Γλώσσες"

Δεν μίλησα ποτέ ξένες γλώσσες.
Άνθρωποι αλλόγλωσσοι ήρθαν στην Πατρίδα μου και μίλησαν τη διάλεκτό μου για ν' αποκτήσουν δικαίωμα παραμονής.
Εγώ άνοιξα τα σύνορα, τα παράθυρα και τις συζητήσεις για κείνον τον Ξένο που δεν κατείχε τις μεταφράσεις μου, ούτε κι εγώ τις δικές του.
Η συζήτηση μια υπαρξιακή παντομίμα που ξηλώνει και ράβει συλλαβές Εαυτού μιλώντας όλες τις γλώσσες του Κόσμου.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου: "Η απλότητα του τρόμου"

Είναι απλό: Δεν σε πεθαίνει ο τρόμος. Ο τρόμος μόνο σε ξεγεννάει. Βγάζει το φίδι απ’ την κοιλιά σου. Ο μαιευτήρας σου χαμογελά, Που ζεις μια τέτοια αιθέρια νύχτα.
Είναι απλό: Ο τρόμος δεν σε ταπεινώνει.  Σε αίρει στο ύψος των περιστάσεων. Απλώς πατάς πάνω στον εαυτό σου. Ο τρόμος δεν επείγεται. Σε περιμένει. Μπορείς, σκεπτόμενος, να διαφύγεις. Απλώς δεν μπορείς να σκεφτείς. Στον τρόμο ένα κι ένα κάνουν δύο. Απλώς δεν βρίσκεις το πρώτο και το δεύτερο: Τη στιγμή αυτή ο ένας σε ψάχνει Κι ο δεύτερος του φανερώνει τη θέση σου. Ο τρόμος προνοεί. Είναι ψύχραιμος. Εξάλλου ξέρετε κι οι δυο τι θα αξιώσει. Πίνει ακόμη μια γουλιά απ’ τον καφέ του Κι απλώς σηκώνει τα μάτια του πάνω σου.
Είναι απλό: Η φωνή του αέρα, Οι ψίθυροι οι σοφοί των ερειπίων, Το κουρέλι από την υγρασία που απομένει Σε κάποια σκιερή γωνιά του πυρετού, Όλα γλιστράνε μέσα στο φρεάτιο. Ο ήλιος βάζει το δάχτυλό του στο τζάμι Και κάνεις τη βουτιά. Αυτό ήταν. Θα δεις τώρα Σε όλη την απλότητά του τον τρόμο.
(από τη συλλογή "Ο …

Έλσα Κορνέτη: "Atelia"

Πόσο μπορεί να ξεχειλώσει, ένα στόμα με μια κραυγή;
Όσο κενό χωράει για να γεμίσει με πληρότητα μια τρύπα
Τόσο χρόνο χρειάζεσαι για να κατακτήσεις την υπόγεια διάβαση διασχίζοντας τη μήτρα ενός μηδενικού που θα γεννήσει αγνή κι αμόλυντη την Atelia
Να είστε σίγουροι Θα τη βρω τη φωνή μου ν' αντιλαλεί μελωδικά στα τοιχώματα του υπονόμου Στο Βασίλειο των Ανώνυμων Εμβρύων
(από τη συλλογή "Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2009)

Γιώργος Γώτης: "Μικρού μήκους"

Έσβησε των φωτογραφιών ο ήχος όλοι σιώπησαν εντός τους. Γονείς φίλοι συγγενείς σε εορτές και λύπες με σφιγμένα χείλη μιλούν μονάχα με το βλέμμα. Κουράστηκαν τα τόσα χρόνια να κουβεντιάζουν μεταξύ τους. Έγινε ψίθυρος η ομιλία και οι δυνατοί ήχοι του παρελθόντος ό καθρέφτης. Ένα κομμάτι του αποτυπωμένου χρόνου πάντα τις ίδιες ιστορίες υπαγορεύει στους απέξω.
Ο έσω χώρος τοπίο της φωτογράφησης συμπλήρωμα αναγκαίο πού επανέρχεται διαρκώς.
Τώρα στα βουερά άλλοτε δωμάτια έχει ησυχία. Αν ό,τι χάθηκε αυτό πού μένει είναι η μικρού μήκους βουβή ταινία του καθενός μας για τον χρόνο.

(από τη συλλογή «Χρονογραφία», εκδ. Στιγμή, 2007)

Γιώτα Αργυροπούλου: "Ποιητών και αγίων πάντων"

Μας δίναν εικονίτσες που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα. Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες και τις βαστούσα στην παλάμη μου. Παρηγορούσα κάθε πίκρα.
Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά, ως χαλεπόν η νεότης, άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα. Τί ζεστασιά.Τί βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.
Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί τους παρηγορητές και τους προστάτες. Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω ευλογημένο το όνομά τους. Καμμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη. Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης. Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής. Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα,γοργοεπήκοος. Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι άγιοι πάντες.
Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες, τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.
(από τη συλλογή "Ποιητών και Αγίων Πάντων", εκδ. Μεταίχμιο, 2013)

Γλυκερία Μπασδέκη: "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας"

για το σπασμένο πόδι να σας δει ο κύριος Παπαδίτσας ούρα, ουρία, ζάχαρο κύριος Σινόπουλος, απαρεγκλίτως ακτίνες θώρακος Εμμανουήλ Αναγνωστάκης -κλείστε όμως ραντεβού εγκαίρως για την ψυχή, για την ψυχή, ο κύριος Γιώργος Χειμωνάς -τι επιστήμων! (ΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΣΤΙΣ ΛΙΣΤΕΣ, ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΟΥ;) ΤΙ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΒΡΙΣΚΕΤΕ ΠΟΤΕ ; ΤΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΚΛΕΙΣΤΟΝ ΜΟΥ ΛΕΤΕ ; χτυπήστε νύχτα το κουδούνι, πάρτε τον πετεινό σας αγκαλιά, λαλήστε τρις και να μπροστά σας οι γιατροί ολόδροσοι
(από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Ενδυμίων, 2012)

Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου: "Άτιτλο"

Τις νύκτες επιστρέφω στο σπίτι. Στην πόρτα δεν με περιμένει κανείς. Κάθονται μέσα οι δικοί μου άνθρωποι υπερβολικά ήσυχοι για να είναι πιστευτό. Ήλθες λοιπόν; ρωτάνε αμέριμνα τάχα. Η τηλεόραση όμως τους προδίδει. Όσο απουσιάζω παίζει στο κανάλι των έκτακτων γεγονότων. Αμέσως διακόπτουν με ένα πάτημα του κουμπιού μόλις εμφανιστώ λες και ένας κρυφός χρονοδιακόπτης συνδέει το σώμα μου με τη συσκευή
Αρτιμελής! δεν είναι θαύμα;

Δημήτρης Κανελλόπουλος: "Μυστικός διάδρομος"

Πίσ’ απ’ την πόρτα Δωμάτια λεηλατημένα Σκιές Το ανεπαίσθητο άρωμά σου Στους διαδρόμους Τ` ανήσυχο βλέμμα σου Η σύσπαση των χειλιών σου Θα περάσει Ο θάνατος όλος.


Γεράσιμος Δενδρινός: "Αντιγονιδών και Κρυστάλλη"

Στην πόλη που μένω οι πάντες παριστάνουν τους σπουδαίους λογοτέχνες. Βαδίζουν καμαρωτοί στα πεζοδρόμια χαμογελούν σε όλους, στέκονται στις διασταυρώσεις επίτηδες οι παρουσιάσεις βιβλίων είναι το μόνιμο στέκι τους.
Εγώ όμως σε οβελιστήριο δουλεύω.
Στην ίδια γωνιά πάντα ψήνομαι κι όποτε πέφτει πολλή δουλειά και ευλογώ τον Θεό σαν μια τερπνή δροσιά να πνέει καταπάνω μου.
Κάποια βράδια όταν ρίχνω τα αποφάγια στα αδέσποτα αυτά με συνοδεύουν σιωπηλά ως το κατώφλι του σπιτιού μου.
Κλείνω τότε πίσω μου αθόρυβα την πόρτα προτού βουρκώσω και πάλι μέσα στο χλομό φως του διαδρόμου ενώ ακούω ξανά τη φωνή της μητέρας να με ρωτά δυνατά αν είμαι εγώ.

Αύγουστος Κορτώ: "Ο ταξιτζής των ουρανών"

Ο ταξιτζής των ουρανών χώμα μυρίζει ακόμη κι έχει αγώγια, ου, ένα σωρό τρέχουνε κόσμος απ' τα μαύρα σύννεφα να επισκεφθούνε συγγενείς που μένουν σ' άσπρα πέφτει βροχή μουσκεύουν οι άγγελοι καμιά φορά μέχρι ο Θεός βαριέται να περπατήσει κι ο ταξιτζής των ουρανών που γη μυρίζει ακόμα τρέχει μέρα τρέχει νύχτα κι ακούει στο ραδιόφωνο τραγούδια του καημού των αποκάτω.
(από τη συλλογή "Ο ταξιτζής των ουρανών", εκδ. Οδός Πανός, 2012)

Ιωάννα Π. Κρανιώτη: "Πίσω απ’ τους νόμους"

Τα λόγια πικρίζουν το στόμα μου κι οι τύψεις υγραίνουν το μυαλό μου, καθώς οι ένοχοι κρύβονται πίσω απ’ τους νόμους κι οι αστραπές δεν με φοβίζουν πια.

Παναγιώτης Τζαννετάτος: "Πέτρινα χρόνια"

Στα πέτρινα χρόνια της λήθης εγώ διδάκτικα, το ΘΥΜΑΜΑΙ. Άλλο ένα επικίνδυνο χρέος που πλήρωσα ακριβά. Δεν ξέχασα. Δεν πρόδωσα. Συγχώρησα μα θυμάμαι ακόμα.


Σπύρος Κατηφόρης: "Φως"

Με φάρμακα διατηρείται η νύχτα         φάρμακα θορύβους του χθες  ακρωτηριασμένα μεσάνυχτα ψάχνοντας και χάνοντας                             φτάνεις στο φως.
(από τη συλλογή «Στο θόρυβο της μνήμης», εκδ. Bookstars, 2013)

Νίκος Παϊζάνης: "Τα δύο Πι"

Η πόρνη κι ο ποιητής Είναι δυο είδη που μισεί Το καθεστώς
Την πρώτη Την κυνηγά και την φυλακίζει Τον δεύτερο Τον αγνοεί και τον χλευάζει
Ενίοτε και αντίστροφα
Δεν σκότωσαν ποτέ Δεν λήστεψαν ποτέ Η πρώτη γυμνώνει το σώμα Ο δεύτερος γυμνώνει την ψυχή
Η πόρνη κι ο ποιητής Είναι δυο είδη που μισεί Το καθεστώς

Δημήτρης Κοσμόπουλος: "Eκάτη"

Φεγγάρι σαν ημέρα, είπε ο πατέρας μου και γυάλισε το χρυσό του δόντι.
Έξω Πλατάγιζαν της νύχτας τα φτερά.


Κώστας Ριτσώνης: "Άτιτλο"

Οι χωριάτες πεθαίνοντας αφήνουν τα χωράφια στα παιδιά τους κληρονόμους της γης
Οι ποιητές που γίνονται αθάνατοι αφήνουν τα χαρτιά τους σε φιλόλογους κληρονόμους των στίχων
Και κάποιοι άγνωστοι παρατούν τετράδια και χειρόγραφα σε βαλίτσες σε συρτάρια πώς να τα πάρουν μαζί τους;
Αργότερα κάποιοι θα τα πετάξουν να τα μαζέψει ο σκουπιδιάρης

(από τη συλλογή «151 ποιήματα», εκδ. Ποιήματα των Φίλων, 2011)

Χρήστος Τουμανίδης: "Επιτύμβιο"

Και στην κρεμάστρα τρεις γενιές η μια πάνω στην άλλη να στενάζουν Φορεμένες λαχτάρες, τριμμένες αλήθειες.
Έτσι τελειώνει έτσι αρχίζει κάθε εποχή.
Ό,τι απομένει, δεν είναι παρά η ποίηση του μέλλοντος μας.

(από τη συλλογή "Αντίστιξη των άστρων", εκδ. Μανδραγόρας, 1997)

Γιώργος Κουτούβελας: "Στη διπλανή πόρτα"

Μια γυναίκα μπήκε στο σπίτι. Έβγαλε τον ουρανό που φόραγε εδώ και χρόνια για καπέλο.
Ύψωσε το βλέμμα και αντίκρισε για πρώτη φορά ένα ταβάνι φρεσκοβαμμένο, σαν το πρόσωπο ενός νεκρού την ώρα που του ετοιμάζουν την κηδεία.
Στάθηκε πάνω από το νεροχύτη, στην παλάμη της έσφιξε ένα μαχαίρι.
Κι άρχισε να καθαρίζει τα λέπια και τα βράγχια από το σώμα της.
Να φάει καλά και να χορτάσει η οικογένεια.
(από τη συλλογή "Σκιά με κόκαλα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2011)

Γιώργος Καλοζώης: "Ο ποιητής"

Παλιά ήμουν στα κανόνια υπεύθυνος για τις βολές και τις μπάλες βυθίστηκαν πολλά καράβια στους καιρούς μου κατάρτια έσπαγαν ωσάν κλαράκια άνθρωποι έκρωζαν από τον πόνο πολέμησα για κάτι παραπάνω από τον πόλεμο και την ιδέα του πολέμου για κάτι πιο αφηρημένο κι από τα αφηρημένα ουσιαστικά πολέμησα για τη χίμαιρα την ουτοπία πάντα βλέποντας μέσα από το μονοκυάλι τη γη των Μακάρων να πλησιάζει και πάντα να απομακρύνεται Έφτασα πιο πέρα από τις στήλες του Ηρακλή και ποτέ δεν τα κατάφερα να γίνω κάτι άλλο από αυτό που ήμουν όπως δεν μπορεί να περπατήσει ή να ντυθεί το πιο επιδέξιο ψάρι ανακάτεψα τους ωκεανούς ανακάτεψα τα στομάχια των συντρόφων μου ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας τους αφρούς των κυμάτων τους αφρούς του στόματός μου πολέμησα και με τα τέρατα –κι αποδείχτηκα τερατώδης– το καλαμάρι και το χταπόδι και τη σουπιά το ένα τους χιλιοστό το βλέπετε πάνω στο τραπέζι σας καθώς τρώτε και κάθε μάχη είχε για τέλος της την αρχή μιας άλλης και δεν κουράστηκα όπως είθισται οι βροτοί Παλιά ήμ…

Χάρης Μελιτάς: "Ωράριο εργασίας"

Εσχάτως έβαλα ωράριο στην ποίηση. Οκτάωρο τις καθημερινές. Υπερωρίες Κυριακές και αργίες. Πάει καιρός που κυνηγάω συλλαβές φυλλομετρώντας τα κιτάπια της ζωής μου. Οι λέξεις λες κατέθεσαν τα όπλα χαθήκανε στις τούφες της ομίχλης και τα ρυάκια στο μυαλό μου στέρεψαν πέτρινες φράσεις σκίζουν τις σελίδες. Βδομάδες τώρα ξύνω τα μολύβια μου. Βουλιάζω σε γραφές κι ανθολογίες. Μάταια στα υπόγεια της νύχτας αλυχτώ ν' ανοίξω χαραμάδα στο σκοτάδι. Την περασμένη Κυριακή, δεν άντεξα την ήττα. Άφησα πίσω μου μελάνια και χαρτιά ξανοίχτηκα στον άνεμο και βγήκα στο μουράγιο. Να παίξω με τα σύννεφα κρυφτό. Να πιω ένα κρασί με τους ψαράδες. Να περπατήσω κατά μήκος της ακτής ως το σοφό ναυάγιο που λιάζεται στο μόλο.
Και να που άνοιξε η βεντάλια με τις λέξεις. Και να που άνθισε το ποίημα στην ξέρα.

(από τη συλλογή "Παράσταση ήττας", εκδ. Μανδραγόρας, 2012)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Το κόκκινο ποίημα"

Κόκκινο έβαψα
Τον ουρανό
Μέρες που μ' έχασα
Και μ’ απαρνήθηκα Γελώντας αναίτια
Τις έζησα

Κόκκινο έβαψα
Το νερό
Σε δάκρυα μ’ έπνιξα Και με διέσωσα
Ξεχνώντας τύψεις
Με ξεγέλασα

Κόκκινο έβαψα
Το ποίημα αυτό
Με λέξεις μ’ έσβησα Και μ’ ανέστησα
Γράφοντας μ’ αίμα
Μ’ εκδικήθηκα