Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Φεβρουάριος, 2014

Κατερίνα Βεργετάκη: "Σκέψεις"

Στους διαδρόμους του μυαλού μου, τριγυρίζουν ξάγρυπνες σκέψεις σαν υπνοβάτες θολώνουν το νου μου κι οι αυταπάτες π' ακροπατώντας σιγοψιθυρίζουν.
Εικόνες μιας άλλης ζωής μου θυμίζουν που 'χουν γίνει της χαράς λαθρεπιβάτες, σκέψεις, στ' άλογα του νου μου, αναβάτες τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής μου, αγγίζουν.
Σκέψεις, την θάλασσα του νου μου, ανταριάζουν κι εγώ στην τρικυμία καραβοκύρης τα όνειρά μου, καράβια, θωρώ να βουλιάζουν.
Ώρες, με τα κύματα των σκέψεων παλεύω και μες στο νου μου είν' η γαλήνη μουσαφίρης ούριος άνεμος και πρίμα ταξιδεύω!


Λάσκαρης Ζαράρης: "Ήθελα να πω δυο λέξεις"

Ό,τι δεν μπορούσαν τα χείλια ν’ αναστήσουν
τα χρώματα της νύχτας ζητούσαν να φωτίσουν με τα κρυφά τους άστρα την ουσία του κόσμου πλουτίζοντας τις φράσεις με τον ύμνο των ρημάτων.
Ήθελα να πω δυο λέξεις να σπάσει η βαριά σου συννεφιά. Με ουρανούς και θάλασσες ν’ αντέξεις το ράγισμα των ονείρων σου από το πλησίασμα της μοίρας. Με φωνές αγγέλων να πιστέψεις πως πάνω στα ηλιόλουστα τοπία χτίζονται τα κάστρα της σοφίας.
Στάξε λίγες λέξεις στο λευκό χαρτί λίγες σταγόνες ευτυχίας στο ανθισμένο κλαδί του χρόνου που ποθεί του άγνωστου ανέμου το λίκνισμα.

Πέτρος Μπιρμπίλης: "Μέλισσα"

Κι όπως το αμάξι πήγαινε η άνοιξη έμενε πίσω γινόταν άφαντη αποκαλύπτοντας φθινόπωρο στα μάτια μας. Στον Ισθμό κάναμε στάση. Κοιτάξαμε τη διώρυγα σιωπηλά. Μέλισσα σε κήπο σαρκοβόρων λουλουδιών ήμουν όταν σε φίλησα. Το βράδυ ακούμπησα το πόδι μου πάνω στο δικό σου για να καταφέρω να κοιμηθώ. Χάραμα ακόμα με τον ύπνο αχόρταγο στα βλέφαρα προσεκτικά λες κι ήσουν κλέφτης έκλεισες πίσω σου αθόρυβα την πόρτα κι έγινες καπνός. Κατακάθι στην κούπα. Σημάδι απ’ τα χείλη σου. Την πλένω με νερό.
(από τη συλλογή "Η μέρα που χάθηκε μέσα σε μια άλλη", εκδ. Bibliotheque, 2013)

Άννα Αφεντουλίδου: "Της σκέψεως"

Η σκέψη άχρηστο αξεσουάρ του έρωτα
Λέξη ταμπού μας προφύλαξε από την αλήθεια μας χάρισε την αυταπάτη
Και γιατί όχι την ανάλαφρη γεύση μιας ιμιτασιόν αθανασίας
Πίσω από τη μάσκα της κρύψαμε το φόβο μιας αναίτιας εκσπερμάτωσης

(από τη συλλογή "Ιστορίες Εικονικής Ισορροπίας", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Λένια Ζαφειροπούλου: "Paternoster Square 23"

23
Γίνε στις πόλεις ευεργέτης
Φρούρησε την ελευθερία των εραστών σου
Κι απάλλαξέ τους
Απ’ την επίσκεψη στους ανθοπώλες
Ξεκάρφωσε το γραμματοκιβώτιο
Για να μη δέχεται μπιλιέτα
Και επιστολές ευγενικές

Το όνομά σου διάγραψε
Από τους καταλόγους Των καθηκόντων τους
Από την άψογη διαγωγή
Των συγκινήσεών τους
Προσφέρουν αίσθημα
Από το υστέρημά τους
Πες όχι

Ήμεροι κι ανοχύρωτοι
Δεν περιμένουν πια εισβολείς
Επιδρομές και πολιορκίες δεν υπάρχουν
Δεν συνηθίζονται οι αιφνιδιασμοί
Η κεφαλή των μακριών τους τραπεζιών
Κοιτά σαν φωτισμένη πλώρη
Ίσια στο δρόμο Κι εκείνοι από τις δυο πλευρές Με ελαφριά ενδύματα και υψωμένα κύπελλα Κοιτούν ο ένας τον άλλον Απορροφημένοι Και υπολογίζουν στην αβροφροσύνη των περαστικών

Ανάμεσά τους ζήσε Χωρίς να φθάνεις Και χωρίς να αναχωρείς
(από τη συλλογή  "Paternoster Square", εκδ. Πόλις, 2012)

Ζέφη Δαράκη: "Να επαναλαμβάνεσαι ψυχή μου"

Να επαναλαμβάνεσαι ψυχή μου                  να επαναλαμβάνεσαι
Μία είναι η ψυχή του ανθρώπου και οι σημασίες του κόσμου λίγες
Διανύοντάς σε               άλλη μια φορά γνωρίζοντάς σε ίσως σε αποστηθίσω...

(από τη συλλογή "Ερήμωνε", εκδ. Ύψιλον, 2012)

Χαρά Ναούμ: "Horror Vacui"

Ι Έζησα μια κενή τοπιογραφία
Ολόκληρη ένα τσαλακωμένο βαλς Δεντροστοιχία ημιτελής Πρόσχημα χρωμάτων σε ετοιμότητα αποκάλυψης για να μη μείνουνε τα όνειρα ασπρόμαυρα
ΙΙ Ο φόβος του λευκού διαστήματος Πόσο αλήθεια μας περιέχει
ΙΙΙ Φοβάμαι πως έζησα τελικά Ή πως το άσπρο στίγμα μου έζησε στο ανήλιαγο των χρόνων
Τόσες σιωπές μου αιμορράγησαν Δέσμια άστρα Ανυπεράσπιστες Μακρές αναπολήσεις
ΙV Πότε να στείλω τούτο το πνιγμένο γράμμα;

Αλεξάνδρα Μπακονίκα: "Υποφώσκει"

Χαίρομαι όταν άνδρες,
που είναι φίλοι ή γνωστοί
τη στιγμή της χειραψίας σκύβουν και με φιλούν
στο μάγουλο.
Υποφώσκει ένας ελάχιστος,
στοιχειώδης ερωτισμός.
Δείχνει ότι ακόμη κρατάει η μπογιά μου.
Ο χρόνος όλα τα ρημάζει κάποτε.

Στέλλα Δούμου-Γραφάκου: "Χαμηλές οκτάβες"

Της νύχτας ο λευκός γιατρός πληγιάζει τη φανταστική μου πόλη. Η σιωπή γκρεμίζει τα νερά εδώ. Ξύλινα σκυλιά λιμάζουν αθόρυβα ρίχνοντας τον κλήρο της σκιάς. Και στα παράθυρα κρέμονται τρύπια καπέλα μ' ανθρώπους μέσα. Αυτό που κάνουν είναι να πηδούν πότε πότε στο κενό και μόνο τότε ακούγεται ο ουρανός και ο σφυγμός του μετάλλου του στις πιο χαμηλές οκτάβες.
Παράξενη ορθοδοξία!

(από τη συλλογή "Χαμηλές οκτάβες", εκδ. Φαρφουλάς, 2013)

Χρίστος Κρεμνιώτης: "Η διαιώνιση του μόνου"

Με λίγο φως μέσα στην κάμαρά σου επέζησα.
Κοίταξέ με πόλη. Μας ξεχνούνε οι μέρες στα εντόσθια εκείνου που θελήσαμε να λησμονήσουμε.
Κι όμως, εγώ, στον χρόνο θ’ ασελγώ. Για να μπορείς, να με φαντάζεσαι όπως θες.

(από τη συλλογή «Εφηβεία του Μπλε», εκδ. Οδός Πανός, 2009)

Ιωάννης Χατζόπουλος: "Επιμελούμαι"

Επιμελούμαι της διακόσμησης
της λαγνείας
φέρνοντας γύρω κάτι μπιχλιμπίδια
όπως στρίβοντας από το κοτσάνι
γυρίζει το φύλλο της συκιάς
και ρίχνει σκιές,
πρόχειρα ρούχα στα γυμνά μου πάθη .

Ιωάννα Αβραμίδου: "Σε γνώρισα"

Μέσα στον κρυστάλλινο ήχο μιας εύγλωττης σιωπής
Κι ύστερα άρχισε ο πόλεμος
Κανείς μας δεν βγήκε νικητής

Τώρα φοράμε το φαρμάκι της απώλειας
Ρούχο που ξεριζώνει τη σάρκα
Κουρέλι που προσπαθεί να καλύψει
Τους κραδασμούς μιας προδοσίας

Σε γνώρισα με την αθώα και ανήσυχη σιωπή
Των ματιών μου, εγώ Γυναίκα αρχαίων ημερών
Που κουβαλούσε τρέλα, πάθος και έκσταση
Με στήθη στραμμένα να
Θηλάσουν το γαλάζιο των ουρανών
Με μια λύρα κι ένα βιολί
Διέσχισα περσίδες σκοταδιών
Για να σου φέρω ένα παρατεταμένο καλοκαίρι
Τώρα η σαρκοβόρα επιθυμία μένει αξόδευτη
Μέσα στον λυπημένο κήπο μόνη

Γιάννης Παπαλάμπρος: "Άτιτλο"

βροχή και παγωνιά σκαμμένα πρόσωπα,
τάχα καταλαβαίνεις
επιστρέφεις,
αφήνεις την ομπρέλα προσεκτικά στη θήκη μη στάξει κάτω απόγνωση και λερωθεί το σπίτι.

Κωνσταντίνος Λάμπρου: "Κόκκινη ντουλάπα"

Μες στην κόκκινη ντουλάπα όλοι μπορούν να βολευτούν, εκεί μέσα χωράνε τα πάντα. Το πρωί θα βρω στα συρτάρια της διπλωμένες, έτοιμες απαντήσεις, το μεσημέρι καθαρές, πλυμένες ιστορίες, άλλες ξεθωριασμένες κι άλλες με χρώματα έντονα. Τ̉’ απόγευμα μουσική κονσέρβα βολεμένη στο ράφι, δίνουν ρεσιτάλ νότες φυλακισμένες. Το βράδυ μυστικά κρεμασμένα, τακτοποιημένα, έτοιμα για την άλλη μέρα. Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή ξεχύνεται από μέσα μια θάλασσα σιωπή, μες στο βυθό της κολυμπάει το γιατί. Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο έχουμε γιορτή, τ’ ασπρόμαυρα χορεύουν με τα χρωματιστά, ζαλίζουν τους έρωτες, αγάπες περαστικές. Την Κυριακή ξετρυπώνω απ’ την ντουλάπα μια ολόλευκη προσευχή, ένας τσιγγάνος ζητιανεύει αμοιβή και το ποίημα ντύνεται κραυγή. Μες στην κόκκινη ντουλάπα συναντιούνται οι εποχές. Τον χειμώνα μες στα μάλλινα ζεσταίνονται οι φόβοι, βγαίνουν σεργιάνι οι ενοχές, την άνοιξη πέφτουνε οι μάσκες, το καλοκαίρι μες στα λινά δροσίζονται σκέψεις γυμνές και το φθινόπωρο κρύβομαι κι εγώ μέσα εκεί.


Χρύσα Αλεξίου: "Άτιτλο"

δεν θυμάμαι τα χέρια σου καθόλου κάτι σαξόφωνα βραχνά περίεργα σονάτα τρυπούσαν το κορμί όλες οι κραυγές είχαν σχέση με το φεγγάρι όλες άχνιζαν δίπλα μου

Αρχοντία Κόμβου: "Μνήμες σιωπής"

Τα λόγια πέθαναν κι η σιωπή μου επιτάφιος. Μνήμα τους έγιναν οι μνήμες. Ποια θρησκεία να με πείσει τώρα για ανάσταση; Ειρωνικό, έτσι θνητά να ζω και ν' αγαπώ κι η λέξη που γουστάρω να είναι… Πάντα.

Κατερίνα Χανδρινού: "Μεσημεριανό όραμα"

Καθόσουν στο γραφείο των παιδικών μου χρόνων -το άσπρο-
κι έτσι όπως είχε μπλέξει ο ήλιος ανάμεσα στα μαλλιά σου μοιάσαν προς στιγμή με τα δικά μου.
Στα χέρια σου, κρατούσες σελίδες χειρόγραφες, γεμάτες -που αποδείχτηκε πως ήταν τα γραπτά μου- και μου τις επέστρεφες.
Είπες. Επειδή τη γραφή σου την ποθώ, απάλλαξέ τη απ’ τη μανιέρα. Και τίποτ’ άλλο δεν είπες παρά κρατούσες τα γραπτά μου σα να ’ταν πλάκες και σαν εσύ ο Μωυσής.

(από τη συλλογή "Συμπαθές Αγρίμι", εκδ. Ενδυμίων, 2013)

Μέλπω Γρυπάρη: "Little red"

Δεν θα ξανάρθω πια γιαγιά, δεν θα ξανάρθω με το καλάθι μου όλο σκίνα όλο μυρτιές όλο τον κίνδυνο ως την άκρη εκεί, του δάσους ένα γιαπί, ένα γήπεδο, μέσα στο τίποτα ένα κέντρο, ένα αυθαίρετο έξαφνο ένα φως η είσοδος μισανοιχτή, δεν θα ξανάρθω με το παλτό μου, σαν τρελή χαρά τακ τακ δεν θέλω πάλι στα τακούνια – τι χαλίκια, τι ασβέστες. Αυτός ο λύκος, πόσο τρυφερά μας φτάνει στην κραιπάλη ανυποψίαστα παιδάκια διαρκώς. Πόσο γλυκός, πόσο δικός, ο τρομερός του τρόπος – νύχια δόντια τα γκρίζα μάτια σου ολόιδια κι αλλιώς η απειλή σαν συμβουλή μας κόβει την ψυχή, μας παρασύρει αυτή η φωνή – βυθός και αφρός – τα ασπρόρουχά μας, μια χροιά σκόνη και γύρη – ναι, γιαγιά η απαράλλαχτή μας δόξα μοιρασμένη. Κι αυτή η πόλη, η λεκάνη της, μια αυλή, βλέπω κοτούλες, βλέπω προβατάκια σαν να με κάλεσε η σύμπασα ζωή –για να με κάνει, τι;– Να ονειρευτώ, να ονειρευτεί η αθεράπευτή μου η νύχτα εχτές ξανά, κάτω απ’ το χώμα το νερό τυφλό. Εκεί με πάει, η άσφαλτός μας να πλυθώ μέσα στο κρύο – ένας ναός οι άδηλές…

Σωτήρης Παστάκας: "Άτιτλο"

Έστρωσα το τραπέζι για έναν. Για μένα. Άναψα την τιβί. Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός απαιτούνται θυσίες απ’ όλους μας. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες αν μπορούσες να περάσεις. Μπορούσες. Έσβησα την τιβί. Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα. Άλλαξα τραπεζομάντιλο. Έστρωσα το τραπέζι για δύο.

(από τη συλλογή "Τριλογία", εκδ. Παρουσία, 2012)

Πέτρος Γκολίτσης: "Η κηδεία της γιαγιάς (ή Πηγαίνοντας με το αστικό στο Νταχάου)"

Έχω σφαγή την πλάθω σαν ψωμί την περιφέρω θα φουσκώσει αζύμωτη σαν το λευκό χαρτί τσαλακωμένη γυρνώ στο σπίτι τα μεσάνυχτα κοιμούνται τα παιδιά για καληνύχτα τα φιλώ και τα σκεπάζω γέρος το πρωί στο λεωφορείο μια κοπελίτσα με κοιτά σηκώνεται για να καθίσω κάθεται δίπλα μου και μου κρατά το χέρι

σφαγή στο άσπρο κάθομαι να δεις που θα με θάψουν κοιτιούνται μεταξύ τους τα παιδιά οι προπομποί κρατώντας κοντάρια σύμβολα θρησκευτικά γυαλίζει το ασήμι (να έχει η πρώτη η σειρά σταυρούς και τα τοιαύτα) άντε να τελειώνουμε γιαγιά να πάμε να παίξουμε μπάλα
(από τη συλλογή "Το τριβείο του χρόνου", εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

Θάνος Δημάδης: "Ξεφτισμένο απόβραδο"

Νοήματα λέξεων ξεδοντιασμένων. Αιωρούμενα στο κενό.
Εικόνες κάδρων αποκαθηλωμένων. Ματωμένες από τη φθορά.
Πληγές αδυσώπητων εγωισμών. Ξεραμένες από την ασυγκρατότητα της λήθης.
Επιθυμίες βομβαρδισμένων ψευδαισθήσεων. Διαλυμένες από τις κακοτράχαλες λέξεις της στιγμής.
Μνήμες ανήμπορων ονείρων. Σαπισμένες από την διάψευση.
Προσδοκίες συνειδησιακά γυμνές. Αυταπατώμενες στον βυθό της ιδεοτελούς μας αυταρέσκειας.
Ο αντίλαλος πνίγει τα φωνήεντα. Μα η μονότονη ομερτά των προθύμων "συμφώνων", συνεπείς
υπηρέτες στο γνώριμο έργο του απαγχονισμού.
Βήμα στο κενό η προσκόλληση στη ρηχότητα του βυθού. Για άλματα είναι η ζωή, ουχί βηματισμούς, σου είπα πει.
Και καρφίτσωσες νωχελικά το αδρό χαμόγελο. Για να κρύψεις υποδόρια την μελαγχολική δυσπιστία όσων θυμήθηκες κι απόψε.

Τάσος Γαλάτης: "Απέναντι"

Εσείς που τρέχετε τις λεωφόρους και στις εθνικές αν τύχει κι ανταμώσετε στο δρόμο σας το συντριμμένο καύκαλο κάποιας χελώνας μην προσπεράσετε αδιάφοροι.
Γύρευε κι εκείνη όπως κι εσείς να πάει απέναντι σ’ έναν κόσμο διαφορετικό τον κόσμο που κι εσείς δαιμονισμένοι τρέχετε και δεν σώνετε να φτάσετε.

(από τη συλλογή "Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες", εκδ. Γαβριηλίδης, 2005) 

Γιάννης Στίγκας: "Άτιτλο"

Γιατί η ποίηση -ψιτ μεγάλε- δεν είναι αιώρα ρεμβασμών δεν ειν’ το φτερωτό σου κατοικίδιο -ψιτ μεγάλε- Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι να το υποδύεσαι και στη χάση του -δεν θα στο κάνω πιο λιανά – Αν το νοείς αυτό έχει καλώς αλλιώς Ε ρε Mαγιακόφσκι που σου χρειάζεται
(από τη συλλογή "Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο", εκδ. Μικρή Άρκτος, 2012)

Ιωάννα Μουσελιμίδου: "Ημερολόγιο"

Ι Σχίζω τις φλέβες μου και ρέει ο πόθος σου στο χρώμα της θλίψης. 
ΙΙ Οι λέξεις δεν είναι πουλιά. Είναι λεπίδες καλά ακονισμένες, αγαπημένε μου, όπως κι οι αβάσταχτες σιωπές σου. Μπήγονται βαθιά στη σάρκα.
ΙΙΙ Νύχτες πανσέληνες, πληγές ολόγιομες που στάζουν αίμα.
ΙV Ρήμα γυμνό λιποθυμώ στην κοίτη του κορμιού σου.
V Έθαψα ουρανό στο χώμα το αμίλητο το χρόνο σέρνοντας άδειο κέλυφος.
VI Απούσα εντός μου στο σχήμα σου εσαεί θα χύνομαι.
VII Ερωτεύτηκα σφόδρα μια ανελέητη σιωπή. Και εξέπνευσα στα σπλάχνα της.
VIII Εγώ Δεν είμαι Πια.

Μόσχος Παλιουργιώτης: "Χρονοθραύστης"

Το παρελθόν  φορτίο βαρύ στους ώμους μου, οι μνήμες ξέφυγαν από της λήθης νύχια κι αδέσποτες  γυρίζουν σαν δαιμόνια. Με καρτερούν σ’ όποιους κι αν πάρω δρόμους μου, σε μέρες μίζερες, σε γλέντια, σε ξενύχτια, καιρούς ζεστούς ή βροχερούς και μες τα χιόνια.
Τον χρόνο αντιλαμβάνομαι θυμούμενος τους πόνους μου, στου απολογισμού μου βρίσκομαι παγιδευμένος δίχτυα πράξη ανούσια, θαρρώ την κάνω αιώνια. Θρηνώ για όλους τους χρόνους μου που κράτησαν όσο μια νύχτα κι αναπολώ τις νύχτες μου που κράτησαν για χρόνια.

Χρήστος Φλουρής: "Σχεδόν αθόρυβα"

Μια ήσυχη ονειρεύτηκα ζωή σχεδόν αθόρυβη χωρίς οχλοβοή με δίχως κρότο σαν το ποτάμι που κυλά ήρεμο προς τη θάλασσα με δίχως τύψεις πως παρέσυρε δέντρα ή πως ξερίζωσε στο διάβα του καλάμια τόσο απλωτό που τα πουλιά να πίνουν ανεμπόδιστα και τα όνειρα τα χάρτινα να ταξιδεύουν μέσα του δίχως τον φόβο μιας αιφνίδιας δίνης ή μιας μοιραίας ακόμη, καταβύθισης.
Κι έτσι θέλω να το θυμούνται όλοι το πέρασμά μου από τον κόσμο τούτο, αθόρυβο, γιατί καλά γνωρίζω- μ’ έχει διδάξει η σοφή ζωή- πως ό,τι ασκόπως θορυβεί, κινεί την προσοχή κι έλκει τα βλέμματα μονάχα για όσο διαρκεί ο θόρυβος για όσο γροικιέται ο κρότος.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Γυμνά διηγήματα"

Έφυγε η γραφή Κι έμεινε η σιωπή Κολλημένη στην άμμο ρίμας

Που έπλασε Με στάχτες χαϊκού Ωδές ανάμεικτων προσδοκιών Σε χαλεπούς καιρούς

Με ενδιάμεσους σταθμούς Γυμνά διηγήματα Που δεν άντεξαν Το καθωσπρέπει της ενδοχώρας

Και ντυμένα ποιήματα Που τιμωρήθηκαν Σε ακτές γυμνιστών Με απαγόρευση εισόδου