Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2014

Γιάννης Δούκας: "Διαιρέτης μηδέν"

Δίχως φόβο και δίχως ελπίδα Εναλλάσσοντας φίλους, πατρίδα Παβαρότι, Πικάσο και πίτσα Ανοιχτοί με καλούν ουρανοί Θα κρατώ μια ζωή τη βαλίτσα Που θα μείνει για πάντα αδειανή
Σε μια πόλη με κίτρινα φώτα Στων αρχαίων ερώτων τα πρώτα Που κυλούν στο μεγάλο ποτάμι Και τα παίρνει μεμιάς η βροχή Σαν ιδρώτας κολλά στην παλάμη Των νεκρών που ξεχνάμε η ψυχή
Στων ονείρων την άπραγη κόψη Ακουμπώντας του χρόνου την όψη Λαβυρίνθους στο διάβα μου χτίζω Και με τοίχους γεμάτους ρεφρέν Σαν πηλίκο γυμνό συνοψίζω Τι θα πει διαιρέτης μηδέν
(από τη συλλογή «Στα μέσα σύνορα», εκδ. Πόλις, 2011)

Δέσποινα Αυγουστινάκη: "Εχάθη λέξη"

Εχάθη λέξη ευρισκόμενη σε κάθε λεξικό στο πρώτο γράμμα.
Λέξη τρισύλλαβη μη ορισθείσα μα με άπειρους αποπειραθέντες ορισμούς.
Ουσιαστικό θηλυκό μα ουσιαστικά μονοκατάληκτο πτώσεως απόλυτα δοτικής.
Παράγωγο ρήματος αδίκως συνηρημένου με άπειρες ημιτελείς μεταφράσεις.
Εχάθη λέξη λανθασμένα συντασσόμενη με βάση το "έχειν" και "κατ- έχειν" σπανίως, δυστυχώς, με βάση το "είναι".
Γραφόμενη με κεφαλαία ιδιοχείρως βαθυκόκκινα αν κι εθεάθη τελευταία μ’ ασπρόμαυρα πεζά.
Εχάθη λέξη, οικειοθελώς, μη ανεχόμενη το αβίαστο και αταίριαστο της χρήσης της.
Εχάθη λέξη. Ο ευρών αμειφθήσεται με την ίδια τη λέξη έστω και άνευ ορισμού.

Η λέξη ήταν και θα είναι πάντα αυτο-οριζόμενη.


Ιωάννης Τσίρκας: "Αλλαγές"

οι ίδιες λέξεις οι ίδιες αλήθειες
μόνοι και μη καταλαβαίνοντας
τα αριστουργήματα και οι επαναστάσεις δεν έφεραν τίποτα
η ίδια θλίψη η ίδια ζωή
(από τη συλλογή "Σκυλοτροφή", εκδ. Γαβριηλίδης, 2011)

Αντώνης Περδικούλης: "Μια φωνή"

Μια φωνή Γυρνά μαυλιστική Σαν χελιδόνι την άνοιξη
Μα πάνω απ’ όλα Ένα γαλάζιο φώς Τοπίο εξοντωτικό
Η λάμψη της νιότης Να τρέχει ολόξανθη Στην απροσμάχητη ερημιά.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος: "Ειδοποιητήριο θανάτου"

Περπατούσα και είδα καρφωμένη στην κολόνα την αναγγελία της κηδείας μου. Ένα σκισμένο, σαν τη ζωή μου, ήταν χαρτί.
"Τον αγαπητό μας εχθρό κι αντίπαλο και σκουλήκι κηδεύομεν σήμερον. Απεβίωσε ετών μηδέν ώρα αγνοουμένη κάπου μεταξύ μεσονυκτίου και χαραυγής, εν μέσω ύπνου, δυστυχής κι ονείρων. Οι τεθλιμμένοι, λατρευτοί του δολοφόνοι".
Φόρεσα το δέρμα μου και κίνησα για το μέρος. Έναν μεγάλο φράκτη κάγκελα βρήκα και μέσα άνθρωποι πολλοί γύρω απ' τον τάφο με το πρόσωπό μου στους ώμους τους. Φύγε, φώναξαν όλοι μαζί καθώς άνοιγα με τα κλειδιά του σπιτιού μου. Δεν επιτρέπονται 'δω πέρα ξένοι.
(από τη συλλογή "Ανεκπλήρωτοι φόβοι", εκδ. Πολύτροπον, 2012)

Μάρκος Μέσκος: "Τα λύτρα"

Τώρα μετράει το βιός του πόσα χαράματα πόσες αφιλόξενες νύχτες πόση ξενιτιά και πόση αντίδωρη αγάπη χάθηκε στη ζωή του.
(από τη συλλογή “Τα λύτρα”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Αναστασία Μανώλη: "Νύχτα"

Μέσα, τα βαριά σκοτεινιάζουν και τα ακάθαρτα γεμίζουνε τον νου και πώς βουλιάζουνε οι σκέψεις και τα λόγια σε τάφους σκοτεινούς των ζωντανών μας. Νύχτωσε βαθιά στα καταφύγια και η αγωνία έγινε ανάσα πάλλεται η καρδιά για να χορτάσει τον σπόρο που κατάπιε η καταχνιά.
(από τη συλλογή "Άμμος στις άκρες των ματιών", εκδ. iWrite, 2013)

Γιώργος Σαράτσης: "Ως κάτι"

Βάλε μου ταμπέλα να ’χω ζωές να ζω ως κουτί με γούνα και ουρά ως κατοικίδιο και ως σχισμένη ταπετσαρία από βία κι απροσεξία. Είμαι καθαρός άγγιξέ με μυρίζω αδέσποτο ηλεκτρική συσκευή πριν συνδεθεί στο ρεύμα. Αγκάλιασε και φύγε όσο είναι νωρίς.

Μαρία Κουλούρη: "Ηττηθήκαμε, όπως πάντα"

Απόγευμα Ώρα αποχώρησης Το φως δεν κάνει αστεία Δεν απειλεί Φεύγει Σηκώσαμε τα βήματα αργά Άλλοι πέταξαν χαλίκια Άλλοι κόκκους ψωμιού Όλοι ήλπιζαν μιαν επιστροφή Μόνον εγώ Γέρος Φροντίδα καμιά για τα σημάδια Τί να τα κάνω άλλωστε Σάμπως αυτά με πάνε Οι δρόμοι έχουν μνήμη Με θέλγουν όταν θέλουν Ποιος είμαι εγώ που δεν θα τους πατήσω Άφησα δυο ρώγες Εγώ Σταφύλι ή κορμί Τί σημασία έχει Άλλον τώρα μεθούνε Άφησα μια χώρα Εγώ Ξανά Πάλι
(από τη συλλογή "Μουσείο Άδειο", εκδ. Μελάνι, 2013)

Σωτήρης Σελαβής: "Άτιτλο"

(xxvii)
Ο ήλιος μπαινοβγαίνει στα δωμάτια με τη χλομή την αύρα της μητέρας. Τίποτα δεν υπήρξε, κανείς δεν έζησε στο σπίτι αυτό δίπλα στη θάλασσα. Εδώ, που κάποτε έτσουζε το φως ούτε ένα βλέμμα δεν ανθίζει' και η μπουκαμβίλια σπαταλά τη φαντασία της στον άνεμο.
Δεν δικαιολογείται αυτή η μέρα…
Ποια συννεφιά παραθερίζει; Οι θολές ελπίδες τ’ ουρανού ταράζουν τα φθινοπωρινά νερά. Τίποτα δεν υπήρξε, κανείς δεν έζησε στην παραλία αυτή δίπλα στο σπίτι. Εδώ, που κάποτε πολέμησε ή αγάπη ούτε σημάδι' κι από τον ύπνο του θεού γλιστρούν μονάχα λίγοι γλάροι.
Δεν δικαιολογείται αυτή η μέρα…
Δεν υπάρχει αίσθηση που να μην ερημώνει.
Δεν υπάρχει ερημιά που να μην καταφθάνει απότομα, όπως κάθε τι πού ραγίζει. Αυτό το σπίτι που πάει να πέσει αυτή η θάλασσα που πάει να σπάσει αυτό το όνειρο που δεν αντέχει πια της καρδιάς την προχειρότητα, του ανθρώπου τη βιασύνη γι’ άλλο σπίτι, άλλη θάλασσα ποιος θα τα δικαιολογήσει; Οι σταγόνες πάνω στην πέτρα που εξακολουθούν να ζουν στη σκιά εκεί που η ψυχή φ…

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: "Ποιητικό υστερόγραφο"

Τα ποιήματα δεν μπορούν πια να ’ναι ωραία αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει. Η πείρα είναι τώρα το μόνο σώμα των ποιημάτων κι όσο η πείρα πλουταίνει τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει. Πονάν τα γόνατά μου και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω, μόνο τις έμπειρες πληγές μου μπορώ να της χαρίσω. Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω. Όμως πάντα θα την υπηρετώ όσο βέβαια εκείνη με θέλει γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.
(από τη συλλογή "Η ανορεξία της ύπαρξης", εκδ.Καστανιώτη, 2011)

Πέτρος Σκυθιώτης: "Άτιτλο"

Τα όνειρα σαν τα ρούχα τα παιδικά αλλάζεις αλλάζεις κι έρχεται η στιγμή που πια δε χωράς όσο αγαπημένα κι αν ήταν
(από τη συλλογή «Συνθήκη ισορροπίας», εκδ. Θράκα, 2014)

Σπύρος Λ. Βρεττός: "Σε προβολή παλιού ντοκιμαντέρ"

Τα παιδιά μόνα επάνω στην οθόνη -πού είναι ο πατέρας πού είναι η μάνα- τα παιδιά μόνα και σκάει δίπλα τους η βόμβα -στους θεατές ο πατέρας κάπου αλλού η μάνα- η ανάσα των παιδιών φουσκώνει την οθόνη -στους θεατές χαμένος ο πατέρας, την οθόνη γδέρνει η μάνα: παιδί μου.
(από τη συλλογή "Συνέβη", εκδ. Γαβριηλίδης, 2007)


Λίτσα Μοσκιού: "Παράθυρο"

Ζωγράφισα ένα παράθυρο στον τοίχο μου… Ένα παράθυρο που βλέπει ένα ποτάμι… μια θάλασσα… ένα δάσος… έναν ουρανό… έναν ήλιο … ένα φεγγάρι… Τα υπόλοιπα τα έχτισα…

Ελευθερία Κυρίτση: "Ποιητής λουόμενος"

Ποίηση η εκκρεμότητα ανάμεσα στη θάλασσα και τη θάλασσα
Έβρεχε ακόμη στα χέρια του ποιητή Με τόσους ποταμούς ανάμεσα Πώς ν’ ανοίξει το παράθυρο Να σπείρει ψάρια στα νερά Πώς να σύρει πίσω τις κουρτίνες των χρόνων Ήθελε να τραβήξει μαλακά το μάνταλο Να ξεχειλώσει τη συνήθεια ως το μέγεθος της πόρτας Να φιλοξενήσει λίγο έξω κόσμο Ό,τι χωρέσουν τα έπιπλα Απ’ τα κομμάτια του δρόμου Απ’ τις στροφές του γυρισμού Να βάλει τους περαστικούς να πιουν τσάι Να κατοικήσουν την ίδια μεριά της λέξης Να μυρίσουν τα κυκλάμινα στην ελάχιστη γλάστρα τους Να τους δείξει σειρές μάτια στις φωτογραφίες
Υάκινθος η φωνή του
(από τη συλλογή "Χειρόγραφη πόλη", εκδ. Μανδραγόρας, 2013)


Κυριάκος Συφιλτζόγλου: "Άτιτλο"

17.
εν ολίγοις
ένα δύσβατο "ώσπου" στοίχειωνε την πορεία μας
ξαπλωμένα κυπαρίσσια τα χέρια μπερδεύονταν στα πόδια
δεν υπήρξαμε οι άλλοι ίσως δεν υπήρξαμε καν
Μάνα, εμείς πότε θ' ανεβαίναμε στο σανίδι;

(από τη συλλογή "Μισές αλήθειες", εκδ. Μελάνι, 2012)

Φαίδων Θεοφίλου: "Ήχος ευθύς"

Οι λέξεις είναι θηλυκά. Φλερτάρουν με τις πέντ’ αισθήσεις. Αυξομειώνουν τη σημασία τους περιγελώντας την αγωνία των ποιητών, την έπαρση των ρητόρων. Προς στιγμήν, παίρνουν το αληθινό τους νόημα μπροστά στη ταπεινοφροσύνη των αγίων. Τελικά δικαιώνονται ασύστολα στα χείλη των ανθρώπων, με τον έρωτα ούριο...

Μαρία Τοπάλη: "Ενύπνιον σε γαλάζιο φόντο"

...να κατεβαίνεις εντός σου τις σκάλες και να σβήνεις τα φώτα.
Κι αν δεν τα σβήσεις, πάλι μονάχα σκοτάδι θα βρεις. Κι ύστερα πιο βαθιά, πυκνότερο σκοτάδι, όπως στου δράκου τη σπηλιά.
Εγώ, ο Άη Γιώργης, θα λυτρώσω την Πεντάμορφη, που την κρατώ αιχμάλωτη στα σπλάχνα μου εγώ, ο Δράκος.
(από τη συλλογή "Σερβίτσιο Τσαγιού", εκδ. Νεφέλη, 1999)

Σταύρος Σταμπόγλης: "Το αλάτι τους"

Ό,τι εκκενώνει το σύμπαν, τα υπολείμματα του ήλιου. Όπως ξάνει τα μαλλιά του περιδιαβάζοντας κατά τη δύση. Και οι χείμαρροι μιας καταιγίδας. Η αυτοπεποίθηση της φυγής, κυρίως. Ό,τι παρασύρεται με τους αφρούς της ενδοχώρας. Καθώς άνοιξαν τ’ ακροδάχτυλα των ηπείρων. Κάθε πληγή είν’ ένα Δέλτα και εκβάλλει κοιτίδες στη θάλασσα. Εδώ θα βαπτιστούν ταυτότητες και λαλιές. Η μάνα θα λησμονήσει την ανάσα του παιδιού της. Ο γιος θα απολέσει το χέρι του πατέρα. Οι άνεμοι θα σηκώσουν πολυχρωμίες . Ευάλωτα νερά, ισχυρά χρώματα. Κι’ ύστερα αυτές οι λέξεις βάφουν την ακτή μου με της ανάγκης το ανεξίτηλο.
(από τη συλλογή "Απόδοση τοπίων", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Σίμυ Αμουργιανού: "Άτιτλο"

Μάτωσαν τα μάτια μου. Ρυτίδες αίματος στο σώμα ρίζωσαν στην ψυχή. Αρνήθηκε το μπλε της θάλασσας. Είναι κόκκινη το δειλινό, παθιασμένη γυναίκα. Πόσοι δεν αγάπησαν το πορφυρό της; Πόσοι δεν πυρπολήθηκαν;
(από τη συλλογή "Ανυπότακτες σκέψεις", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Γιάννης Τσίγκρας: "Μια άλλη ποίηση"

Αγαπώ κάποιους ποιητές που αγνοούν καλλιέπειες και άνθη. Κάνουν το μολύβι τους νυστέρι κι ανοίγουν την καρδιά του ανθρώπου, αποκαλύπτοντας δράκοντες ή αστραφτερούς αγγέλους. Αγαπώ κάποιους ποιητές που, κοιτάζοντας βαθιά εντός τους, βλέπουν τον Καιρό της Επιλογής και της Προσφοράς. Το ποίημα, τότε, φαίνεται ο κρυφός μαργαρίτης που φυλάχθηκε από τα δόντια των χοίρων, χάρη του πονεμένου. Το ποίημα, τότε, γίνεται το έλαιον και ο οίνος.

Τέλλος Φίλης: "Αχαρτογράφητες εποχές"

παραμένω σε πλήρη ακινησία διατηρώ το συναίσθημα σε διαφανή δοχεία συντηρώ μια χθεσινή κούραση στα μέλη, μνήμη απαραίτητη
αποχαιρετώ μια προγραμματισμένη απομάκρυνση καθώς ανοίγω για τελευταία φορά την πόρτα υπάρχει η κούραση και μια μυρωδιά επανάληψης ανάμεσα σε ανθισμένες λεβάντες κι αγιοκλήματα 
καθώς εισβάλει το καλοκαίρι στην πόλη μειώνονται οι πρώτες φορές κάνοντας κύκλους τις νύχτες χωρίς ορατά τοπία μια ζέστη επικίνδυνη μια ζέστη θανάτου ανάμεσα σε sms συμπαράστασης που περιγράφουν εσωτερικές στιγμές ανομολόγητης εμμονής θεραπευτικά χαι-κού ενω στάσεις εργασίας , μου μπερδεύουν τον προγραμματισμό της έκπληξης κι η ανάγκη να φωνάξω “θέλω να φύγω” κρέμεται πάντα ακριβώς εδω πανω απο την θέση που αποφάσισα να βρίσκομαι σε μια προσπάθεια να εξακολουθώ να ζεσταίνω αχαρτογράφητα τοπία να ξεκλειδώνω μυστικές σκέψεις και να παρατηρώ τον κόσμο να αλλάζει πάνω στο σώμα σου παραμένοντας αναλλοίωτος ωστόσο εντός μου σαν αχρείαστος καύσωνας σε βαρύ χειμώνα

Κατερίνα Ηλιοπούλου: "Εδώ εκεί παντού πάντοτε"

Δεν καλλιεργώ τον κήπο μου σε βάθος Προσπαθώ να εξαντλήσω την επιφάνεια Γι' αυτό φυτεύω βήματα. Αν απογυμνώσεις την αναμονή από κάθε προσδοκία τι μένει; Μια διαρκής παρουσία. Βέβαια, για να είσαι αδιάλλειπτα παρών οφείλεις να μάθεις να απουσιάζεις. Εγώ διάλεξα ένα άσπρο φόρεμα. Κάποιοι άλλοι, επινόησαν διαφορετικές συσκευές εξαφάνισης: Μια στολή μελισσοκόμου ας πούμε. Άλλοι πάλι, πλαισιώθηκαν από μια κορνίζα παράθυρου κι έμειναν ακίνητοι. Μοιάζει στατικό αλλά δεν είναι. Φταίει η διάρκεια που το αποκρυσταλλώνει. Ο μηχανισμός είναι: Δόνηση Εγκατάλειψη Εμπιστοσύνη Αφανισμός Χαρά Όχι με αυτή τη σειρά Και χωρίς το αίσθημα
(από τη συλλογή «Άσυλο», εκδ. Μελάνι, 2008)

Αχιλλέας Κατσαρός: "Les grandes personnes"

H τέχνη ν’ αγαπάς είναι μεταξωτή. Άσε τα λόγια τα μικρά για τον μεγάλο κόσμο. Κύλα μέσα στο τετράγωνο σύρμα σου. Πινελιά βαθιά που σε χαράζει το κύμα-φύγε. Φύγε... Για να ξαναρθείς... Κύλα στις μαύρες πεταλούδες σου να γίνουν ποτάμια οι σταυροί σου. Κύλα μέχρι να γίνεις αποσιωπητικό.
(από τη συλλογή "Η χειρουργική των έσω ουρανών", εκδ. Ars Poetica, 2014)

Βάσω Χριστοδούλου: "Το υπόγειο"

Ζω σ’ ένα υπόγειο στο κέντρο. Είμαι μερικά μέτρα κάτω απ’ τη γη, κι έτσι κάνει για μένα πάντα κρύο… Το παράθυρό μου, ένα και τετράγωνο. Να μου θυμίζει τις τέσσερις γωνίες των ανθρώπων… τη σκέψη, την ελπίδα, το φόβο και το ανείπωτο… Δεν έχω έπιπλα. Τι να τα κάνω; Αφού δεν έχω και τίποτα να ακουμπήσω πάνω τους… Το έπιπλο, είναι για να επιπλέει στο άδειο, να το σώζει απ’ την ανυπαρξία… Δεν έχω κουρτίνες. Πού θα τις κρεμούσα άλλωστε; Τα κουρτινόξυλα ’γίναν ξυλοπόδαρα, να φτάνω στο παράθυρο… Πολλά τελικά τα μέτρα κάτω απ’ τη γη… Δεν έχω πόρτα, κι ούτε μέρος να σταθώ στην πρώτη δόνηση. Είμαι καλά κι ας μην έχω. Όλο το υπόγειο, όλο κι όλο ένα δωμάτιο. Τεράστιο φαντάζει τις Δευτέρες. Τις Κυριακές μικραίνει… Δεν έχω παράπονο. Αν είχα, θα ήμουν αγνώμων. Εγώ όμως ξέρω… Ζω… Σ’ ένα υπόγειο στο κέντρο.

Κατερίνα Αγυιώτη: "Φοβάμαι"

Φοβάμαι το έρημο ποίημα Ότι κάποια στιγμή Θα με αφορά

Ηλίας Τσέχος: "Οι ποιητές Α' προβολή"

Όρμοι δημόσιας νοσταλγίας Υπνωτισμένοι όμιλοι Εκπτώσεις διαρκείας
Σήμερον αδράνειας Έχουν απήχηση δεν έχουν Άγιοι αμαρτωλών
Μοιάζουν υπόδουλης Ελλάδας Γιορτάζουν Πύθια Αποτυχίες κοινωνίας
Και μέχρι πρότινος παινέματα Σώματα υγιή Σαν ονοματεπώνυμα
ΣΗΜΕΡΟΝ Α' ΠΡΟΒΟΛΗ ''ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ'' Μύλοι λατρείας Μιας πολιτείας κακόφημης
(από τη συλλογή ''Τα πλήθη του ενός'', εκδ. Κουίντα, 2013)

Κατερίνα Κανάκη-Αξούγκα: "Δέηση"

Κι είχαν σύναξη οι ερωτευμένοι να λάβουν απόφαση λιτανεία να κάμουν δεόμενοι υπέρ των πονεμένων και όλων των απανταχού προδομένων της γης.
Κι εγώ σηκώθηκα και ύψωσα τα ψευδεπίγραφα συμβόλαια τα "μήπως" και τα "αν" τις ματωμένες λέξεις μου στους στίχους τον ήχο των φωνών που αφουγκραζόμουνα στα οροπέδια της αγάπης.
Σε είδα τότε αναστημένο να περνάς μέσα από τις φθαρμένες σου σελίδες, εκεί που κάποτε, μαχητικά, υπογράμμιζε τη ζωή το χέρι σου.
Μα όλοι τους μας κοίταξαν ως μέλλοντες νεκρούς, ως εραστές στη δύση τους. Στη λιτανεία έπαιρνε μέρος η απώλεια οι επί μέρους πριν την πρώτη τους πτώση οι νίκες.
Κι εγώ όλα τα δικά σου μάζεψα θησαυρό πολύτιμο του νου μαρτύρησα Αρχαγγέλους στα βημόθυρα έστησα προτού υποστείλω ένδοξα την τιμή της αγάπης.

Γιώργος Βέης: "Ορεινή πολίχνη"

Αυτή τη μέρα μπορείς να την γευτείς.

Η βεβαιότητα των χρωμάτων τα περιέχει όλα, από προδοσία μέχρι εξόντωση ο βαλσάτης της επιμονής να περάσουν και να μην ξανάρθουν οι δύσκολοι χειμώνες απορία, πώς δεν σκαλώνει τόση ώρα στον ουρανό ο δρόμος αυλάκι βυζαντινό οχυρό που χλεύασε για λίγο τον εχθρό έγινε κενοτάφιο μετά
να βρεις την αρχαία πηγή γι’ αυτό δεν ήρθες εδώ οδηγώντας ανάμεσα στα μυστικά των βράχων αρχαιολόγος του εαυτού σου;

Βάγια Κάλφα: "Ληθόστρωτο"

Από πού έρχεσαι, θλίψη Κι εσύ πού καταλήγεις, σιωπή Κι εγώ, ποιους δρόμους μπερδεύω Ποια σημάδια που Νόμισα ακίνητα –έφυγαν- Συνέχεια επάνω σας πέφτω Πάροδοι συνωστισμένες
Σχεδόν τουριστικές

(από τη συλλογή «Ληθόστρωτο», εκδ. Εκάτη, 2013)


Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Πρωινό ξύπνημα"

Ο καφές λούζει Το πρωινό μου ξύπνημα
Χωρίς να μπορώ
Ν’ αρθρώσω λέξη


Οι μισές σκέψεις μου Σε λήθαργο Δεν μπορούν Ν’ αντικρίσουν Τον ήλιο κατάματα

Η λεπίδα στο ξύρισμα Έτοιμη να ματώσει Όνειρα που δεν θυμάμαι

Βουρτσίζω τα δόντια μου Θέλοντας ν’ αναστήσω Το λευκό της νύχτας Που πέρασε

Με λίγη μαρμελάδα Στη φρυγανιά Θα γλυκάνω τις ώρες Που μου αναλογούν Για να τα καταφέρω