Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Σωτήρης Σελαβής: "Άτιτλο"



(xxvii)

Ο ήλιος μπαινοβγαίνει στα δωμάτια
με τη χλομή την αύρα της μητέρας.
Τίποτα δεν υπήρξε, κανείς δεν έζησε
στο σπίτι αυτό δίπλα στη θάλασσα.
Εδώ, που κάποτε έτσουζε το φως
ούτε ένα βλέμμα δεν ανθίζει'
και η μπουκαμβίλια σπαταλά
τη φαντασία της στον άνεμο.

Δεν δικαιολογείται αυτή η μέρα…

Ποια συννεφιά παραθερίζει;
Οι θολές ελπίδες τ’ ουρανού
ταράζουν τα φθινοπωρινά νερά.
Τίποτα δεν υπήρξε, κανείς δεν έζησε
στην παραλία αυτή δίπλα στο σπίτι.
Εδώ, που κάποτε πολέμησε ή αγάπη
ούτε σημάδι' κι από τον ύπνο του θεού
γλιστρούν μονάχα λίγοι γλάροι.

Δεν δικαιολογείται αυτή η μέρα…

Δεν υπάρχει αίσθηση που να μην ερημώνει.

Δεν υπάρχει ερημιά που να μην καταφθάνει
απότομα, όπως κάθε τι πού ραγίζει.
Αυτό το σπίτι που πάει να πέσει
αυτή η θάλασσα που πάει να σπάσει
αυτό το όνειρο που δεν αντέχει πια
της καρδιάς την προχειρότητα, του ανθρώπου
τη βιασύνη γι’ άλλο σπίτι, άλλη θάλασσα
ποιος θα τα δικαιολογήσει;
Οι σταγόνες πάνω στην πέτρα
που εξακολουθούν να ζουν στη σκιά
εκεί που η ψυχή φαγώνεται απ’ τα χρόνια,
το μικρό κομμάτι από ξύλο
που εξακολουθεί να ονειρεύεται στον αφρό
εκεί που το ρεύμα παρασύρει τη σκέψη,
αυτά που μοιάζουν να τελούν
το ταπεινό μνημόσυνο της μέρας
ίσως τελικά δικαιολογούν
πώς μια φορά κι έναν καιρό…
  

(από τη συλλογή "Μην αγαπάς, κοιμήσου", εκδ. Νεφέλη, 2006)

Σχόλια

Δημοφιλή ποιήματα του μήνα