Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2014

Λεύκιος Ζαφειρίου: "Οι λέξεις"

Ξερίζωσε από μέσα μου όλες τις λέξεις δώσε τους μια όποια σημασία κι ύστερα προσπάθησε να τις βάλεις πάλι με μια δική σου τάξη μέσα μου.
Ωστόσο εγώ θα επιμένω να λέω την ελευθερία ελευθερία τον φόνο φόνο την ενοχή ενοχή μ’ ένα πείσμα τρελού που σκαλίζει στον τοίχο τ’ όνομά του με τα νύχια.

Βάιος Νικιώτης: "Όλες οι πορείες, η πορεία"

Απλώνονται οι μελωδίες σ’ όλο το μήκος του κορμιού μου και οι στίχοι γίνονται έγχορδα κι επαναλαμβάνουν τις μελωδίες από τον κορμό και πες… πες, από πού φυσάει τον ήλιο να τον ακολουθήσω δεν αντιστέκεται, δεν ξεκολλά από πάνω μου τα μάτια της η φαντασία

(από τη συλλογή "Όλες οι πορείες, η πορεία", εκδ. Ενδυμίων, 2014)

Γιώργος Πύργαρης: "Διγενής"

Κι ο ποιητής βιγλάτορας στη νεφελώδη στέπα
όχι μόνον του ήχου μα και της πόλης την αρμονία φυλάττει
-μην εξουθενώσει τον αδύναμο του δυνατού η απληστία μην ταριχεύσει τον ισχυρό του ανισχύρου ο φθόνος-
…………………
κι ο ποιητής ως Διγενής ξιφομαχεί τους δράκους των ανθρώπων

(από τη συλλογή «Χαιρετισμός» , εκδ. Τυπογραφική, 2014)


Γιώργος Καρτάκης: "Εικόνα"

Μην τον κοιτάτε που γελά, μην του καταλογίζετε τα λάθη, πως κοροϊδεύει τους χωλούς μιλώντας επηρμένα, πως ακυρώνει στίχους του με το κρασί κι άθλιους έρωτες - τον τρώει το σαράκι.
Άλλες στιγμές να τον δείτε, τότε που χάνεται χλωμός σε πιο χλωμό ορίζοντα, που μοιάζουνε τα μάτια του σα να ματώνουν.
Άλλες στιγμές να τον δείτε που κρύβεται. Τον τρώει ο πόνος.

Μίλτος Γήτας: "Εξιλέωση"

Θεέ μου… Εγώ ο δύστηνος, ο δρεπανηφόρος άνεμος ζητώ συγχώρεση αντί θανάτου. Ξέρεις πως ό,τι λέω είναι ημερόβιο, έτσι δεν είναι; Η Ηροφίλη πέθανε προφητεύοντας το τέλος εκείνων όχι το δικό μου.
Αιωρούμαι μέσα στα χέρια σου, αναπνέω απ’ τα πνευμόνια σου. Σε παρακαλώ, ξέχνα την κόκκινη φυλακή. Φοβάμαι σου λέω, κάνε μου ένα νεύμα.
Ύμνους δε ψάλλω πλέον. Τις παιδικές προσευχές τις έχω ξεχάσει
Εμβόλιμος στην αδικία μερικών αναζητώ το δικό μου ηλιοβασίλεμα. Μέσα στο επιτηδευμένο εγώ ψάχνω κάτι αυθεντικό, φωνάζω εσένα Θεέ μου.
Αν πάλι Εσύ με κρίνεις άτιμο τότε σε ικετεύω θάψε με κρυφά.
Σκότωσέ με ασκώντας πάνω μου τη σκληρότερη κριτική. Κήδεψέ με σ’ έναν τεράστιο σωρό ηλιόσκονη.
Σε εμπιστεύομαι. Θεέ μου.
(από τη συλλογή «Επαφή», εκδ. Σοκόλη-Κουλεδάκη)  

Μαρία Ντότσικα: "Μετά την ελπίδα"

Χορτάριασε ο τόπος από αναβολές και μισές αποφάσεις που στήνουν το δυσπάλαιστο της προσωρινής βοήθειας. Οι άνθρωποι δεν λυγίζουν από μόνοι τους. Τους κάνει να σκύβουν το περιθώριο, το ίσως και κυρίως το περίπου της συμπόνοιας. Λένε πως είναι ευγένεια ψυχής να κρύβεις τον πόνο σε υγρά μαξιλάρια. Μα ήρθε ο καιρός να καταποντιστεί η σιωπή στα Τάρταρα μιας κραυγής, σαν ύστατη νότα ανθρωπιάς με μία μοίρα απόκλιση μετά την ελπίδα…

Λιλή Ντίνα: "Αυτοφυή"

Δε θα της είχε συμβεί τίποτα τη φετινή άνοιξη αν δεν είχαν φυτρώσει λουλούδια στο μπαλκόνι της
Πάντα πίστευε στις αυτοφυείς αυταπάτες
(από τη συλλογή " Η ενηλικίωση των παραμυθιών",  εκδ. Γαβριηλίδης, 2007)


Κική Δημουλά: "Πάσχα στο φούρνο"

Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά. Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα σε ακούνε οι καλεσμένοι. Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι. Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα η σφαγή.
(από τη συλλογή «Ενός λεπτού μαζί», εκδ. Ίκαρος)

Κώστας Βασιλάκος: "Ο χιτώνας"

Γδύσε την ψυχή για να ντύσεις τα πάθη των ανθρώπων.
Ο χιτώνας που θα γεννηθεί τις τραχιές μέρες θα ναι πορφυρός, με αίμα κι αγκάθια.
Όμως, οι ματιές θα γέρνουν με στοργή ν' αγκαλιάσουν τις αποστάσεις που άφησαν οι καρδιές.
Μη φοβάσαι να ξοδέψεις από το υστέρημα της ζωής , για να δεις το περίσσευμα στο χαμόγελο των παιδιών.

Ελένη Σεργίου: "Στον ίδιο σταυρό"

"Σ’ αγαπάω σαν τρελός, αλλά δεν σε θέλω ούτε για φίλη." (Θυμίζει την ατάκα από παλιά ελληνική ταινία: "Μαζί σου δεν θέλω να έχω ούτε πυρετό!")
Δεν μοιάζει με σταυρό, αλλά εκεί επάνω με κάρφωσες και φρόντισες να μην πεθάνω˙ κυρίως να υποφέρω καλύτερα. Γι’ αυτό με παρακολουθούσες νυχθημερόν και με πότιζες σε τακτά χρονικά διαστήματα πικρή σιωπή˙ πιο πικρή κι από χολή.
Γιατί μου δείχνεις τα χέρια σου; Δεν καταλαβαίνω… Τι οπές είναι αυτές στις παλάμες;

Γιώργος Δουατζής: "Όρια''

Κάποτε υπήρχε
μολύβι και χαρτί στο κομοδίνο
για τις απρόβλεπτες νυχτερινές επισκέψεις
Μετά ήρθαν τα ίχνη
δυο κυκλάμινα κι ένα κουκλάκι φυλαχτό
ίχνη ζωής, χαδιού αέρινου
Αργότερα οι στίχοι αραίωσαν τις νύχτες
χαρτί - μολύβι συνόδευαν τις μέρες
Τώρα πήρε ο άνεμος
χαρτιά ψιθύρους
και τα τραγούδια μου
απλώθηκαν στο άπειρο
Έτσι θεόγυμνος συμπαντικός
μπορώ ευθέως να ρωτήσω
πώς να πιστέψεις δάκρυα
περιγραφές κι εξιστορήσεις
με τόσες σωσίβιες κατασκευές
που σβήνουν τα πιο ριψοκίνδυνα όρια
του ψέματος με την αλήθεια
ή
όταν βουλιάζεις στα στερεότυπα
πώς θα χωρέσεις στις ανατροπές
Τώρα αναπολώ τις νύχτες
με κείνες τις απρόβλεπτες επισκέψεις
που φώτιζαν τις μέρες μου λαμπρά

Βασίλης Σιουζουλής: "Αδέξιος Περιποιητής Ανθέων"

Άνοιξα την καρδιά σου και βρήκα Άνοιξη. Κοιτάζω τη δική μου Αδέξιος Περιποιητής Ανθέων. Η λέξη δάσκαλος σε μια γωνιά φοβισμένη. Τέτοια ομορφιά και πως να την αγγίξει. Χρόνο καιρό τώρα ψάχνω ένα στίχο που να ταιριάζει στο μπόι της.
(από τη συλλογή «Αδέξιος Περιποιητής Ανθέων», εκδ. Γρηγόρη, 2012)

Διονύσης Μαρίνος: "Memento mori"

I έρχομαι από πολύ μακριά από το τύμπανο της μασχάλης σου έρχομαι κι από τη σπάνια τάξη του λαιμού
έχω δρόμο μπροστά μου πόλεις και σπίτια να διανύσω σύννεφα να μασήσει η φωνή μου κι άλλων χεριών το μελάνι να ξεφυλλίσω
μέχρι τα μάτια σου να φτάσω θα μ' έχει χτυπήσει η ζωή και το νερό της επαύριον
η νύχτα θα με θέλει η κλεισμένη πατρίδα μου
κι ο χρόνος: ψίχουλο στο σαγόνι
(από τη συλλογή «Αναμνέζα», εκδ.Γαβριηλίδης, 2014)

Ελένη Γαλάνη: "Απολογισμός"

Υπήρξα συλλέκτης στιγμών Ερασιτέχνης σκηνοθέτης νάνων αυτόχειρων που γεννήθηκαν και πέθαναν σε βιβλία, παρτιτούρες ζωγραφιές μια χούφτα ανήλικοι αλαζόνες που ονειρεύτηκαν να γεράσουν Μου αρέσει να μετακινώ το ίχνος τους και να ανακαλώ την αχνή γραφή τους
τα βράδια αντί για σταυρόλεξα και αρκτικόλεξα απελευθερώνω στιγμές σε χάρτινες επιφάνειες νηολογίων και χαρτών σαν τραυματισμένα πουλιά που αποθεραπεύτηκαν και επιστρέφουν στο θηριώδες δάσος του κόσμου και τις συνδέω εικόνα μαγική
Στην πραγματικότητα αναζητώ το πρόσωπό μου σαν αντανάκλαση σε έναν κόσμο χωρίς καθρέφτες

(από τη συλλογή "Παρκούρ", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Ειρήνη Καρβέλλα: "Εφήμερο λιμάνι"

Πλησίασμα δειλό, διστακτικό το βήμα φωνή λιπόψυχη, ισχνή, πνιγμένη μαργαρίτα ο φόβος άγρυπνος φρουρός της πονεμένης κρύπτης εκείνης που άτακτα ηχεί απ’ τα λαβώματα της Αφροδίτης.
Τα λόγια ανεμοσκορπίσματα ανίσχυρα πουλιά προδίδουν χείλη που ζητούν απεγνωσμένα μια φωλιά μάτια σαν σπίθες στην πυρά της προσμονής και συ στο τρένο της μεγάλης σου φυγής.
Η αγκαλιά σου απάγκιο εφήμερο λιμάνι  η θλίψη στο καμπαναριό σε λίγο θα σημάνει και συ μέσα στο κάτοπτρο κάποιας οφθαλμαπάτης παρέσυρες τα όνειρα σα να ’σουνα ο μπάτης.
Κι εγώ βαρκούλα στα ρηχά έτσι μισογερμένη να βολοδέρνω σε νερά και φύκια επαρμένη αγνάντα εσύ από μακριά μ’ όλη τη δύναμή σου θα επαίρεσαι τους άθλους σου στην άτρωτη ζωή σου.
(Α’ βραβείο 3ουμαθητικού ποιητικού διαγωνισμού 2014 Ένωσης Λογοτεχνών Συγγραφέων Λάρισας)


Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: "Στη ραπτομηχανή"

Ο τόπος είναι χρόνος προορισμένος μόνο για την επιστροφή γιατί ο τόπος πάντα ταξιδεύει
λιωμένο φως μες στην ασυμμετρία των σφουγγαριών τόνος λευκός κρυσταλλωμένος μια ανάσα πριν τον ρεμβασμό η επίφαση του ανύπαρκτου μες στην ακινησία ...
Κι αυτό που ως ήχο χρώματος γραφεία ταξιδιών διαφημίζουν δεν είναι τα παράθυρα που βλέπουν στα λιοτρίβια -επιστατούν ανελλιπώς η Τριχερούσα Παναγία με τη Φραγκογιαννού- ούτε οι γαρδένιες βέβαια στους γκαζοτενεκέδες -ο σπαραγμός του εφήμερου που όλο κιτρινίζει-
αλλά η κατάμαυρη σκιά της ραπτομηχανής σε ασβεστωμένο κήπο αδιάκοπα τις ξηλωμένες μνήμες να γαζώνει να μπουν στα ξενυχτάδικα τριζάτοι και με τσάκιση οι ναύτες του Τσαρούχη να πιούν κρασί να κλάψουνε να περιπλανηθούν τ’ άλλο πρωί να μοιάζουνε φιγούρες φαγωμένες του Μπουζιάνη.
(από τη συλλογή «Το επιδόρπιο», εκδ. Κέδρος, 2012)

Χλόη Κουτσουμπέλη: "Η μυστική ζωή των ποιημάτων"

Ι Όλα τα ποιήματα είναι ορφανά. Ζουν σε κάποιο ίδρυμα. Άλλοτε παιδιά άλλοτε γέροι. Τις νύχτες μαζεύονται στη σάλα. Και διαβάζει το ένα το άλλο.
II Όλα τα ποιήματα είναι ένοχα. Ποτέ δεν θα απολογηθούν. Μερικά καταδικάζονται στην λήθη. Όμως η μνήμη είναι ο πιο ανελέητος κριτής.
ΙΙΙ Όλα τα ποιήματα κρύβουν ένα μυστικό. Σε κάποιο στίχο υπάρχει μια καταπακτή μια κρύπτη απόκρυφη ένα χαλαρό πλακάκι ή μία σάπια σανίδα για να γλιστρήσει ο αναγνώστης στην τσουλήθρα
ΙV Τα περισσότερα ποιήματα φοβούνται να πεθάνουν γι αυτό και ερωτεύονται συνέχεια μα ο θάνατος δεν έρχεται ποτέ ακαριαία στην πραγματικότητα τον προετοιμάζει πάντα η αρχή τους.
V Όταν ένα ποίημα ερωτεύεται γίνεται επίμονο συχνά. Επαναλαμβάνει συνέχεια τους ίδιους στίχους την ίδια κίνηση το ίδιο χάδι σαν παλίρροια ή μικρή ακροβάτισσα στο χιόνι.
VI Τα ποιήματα είναι αστέρια. Στέλνουν το φως τους ακόμα κι όταν τα ίδια είναι νεκρά.
VII Αν δεις στον δρόμο σου ποίημα γνωστό μην το χαιρετήσεις. Προσποιήσου ανωνυμία, κάνε πως δεν το ξέρεις. …

Τόλης Νικηφόρου: "Τι"

τι σκοτεινό ποτάμι η μνήμη για να πνιγείς ή ν’ ανασάνεις ν’ απλώσεις ένα χέρι στο κενό
τι μουσική πάνω στους τάφους και τι πολύχρωμα φορέματα τι θρίαμβος της καρδιάς πικρός
σαν ένα χάραμα με δίχως φως σαν ένα σούρουπο με δίχως νύχτα σαν μια ζωή
τι άδειος ουρανός η μνήμη κόκκινο σύννεφο που πάει να διαλυθεί και λάμπει
(από τη συλλογή «Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα», εκδ. Μανδραγόρας, 2012)

Γιάννης Στύλιος: "Αποξένωση"

Γερνάς στη λήθη
χωρίς ο χρόνος να τ’ ορίζει
κάθε φορά πιο άδειος
πιο λίγος
πιο μόνος
κομμάτια σπας κάθε φορά, Τραντάζεις
και προσπαθείς να αισθανθείς ότι Υπάρχεις, υπάρχεις;
ψάχνεις τον καθρέπτη σου στα μάτια των περαστικών
Ψάχνεις το είδωλο σου μα κανείς δεν σε βλέπει
ψάχνεις παράθυρο στους τέσσερις τοίχους της κάμαρας σου
Θέλεις να φωνάξεις μα κανείς δεν σ ακούει...
Είναι όλοι εδώ μα κανείς δεν είναι...
Που έχουν πάει όλοι;
Ψάχνουν μήπως τον καθρέπτη τους στα μάτια σου;
Υπάρχουν;

Παναγιώτης Ιωαννίδης: "Νάρκη"

Ήταν ασήμαντες ανάσες

ο πόνος θα φύγει σε λίγο

Πλάγιαζαν κουβέντες παρηγορητικές μιά από δω μιά από κει

όλα τα ξέρει η ομορφιά της

Αναστατώνομαι να γράφω κολλημένος πάνω στον χώρο εκείνο μέσα που άρπαξε φωτιά το σπίτι και κάηκαν όλοι με εγκαύματα
(από τη συλλογή "Ακάλυπτος", εκδ. Καστανιώτη, 2013)

Δημήτριος Σταυρακάκης: "Δύο ημέρες μετά…"

Στον νου δεν αρέσουν πια οι εικόνες. Στα μάτια δεν αρέσουν πια οι ιδέες. Στα χνώτα που αγριεύουν μπερδεύτηκε η γραφή. Στις πυρωμένες λέξεις περισσεύουν οι τόνοι. Στο κουρασμένο χέρι περισσεύει το φως…
Ασχημαίνουν οι άνθρωποι ! Στις προσωπίδες τους ομοιάζουν…
Υποθηκεύσαμε την αγάπη ! Δάνεια λαμπρά θάμπωσαν το παράταιρον αύριο. Εύθραυστοι ουρανοί καθρεπτίζουν την κενότητα των μορφών. Ίδια μνήματα αποσπούν την χλεύη των απόντων…

George Le Nonce: "H βροχή"

Η βροχή όλο και πιο πυκνή αλλά εσύ στη μέση του δρόμου χωρίς ομπρέλα, πάντα χωρίς ομπρέλα. "Δεν είμαι από ζάχαρη" έλεγες χαμογελώντας "δεν λιώνω".  
Αλλά δεν έχει σημασία η βροχή.
Κι ας έγιναν μούσκεμα τα μάρμαρα Κι ας έγινε μούσκεμα η φωτογραφία σου Εσύ ούτως ή άλλως λιώνεις.
(από τη συλλογή “Ο Εμονίδης”, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2013)

Σακελλάρης Καμπούρης: "Άτιτλο"

έλεγα ν' αλλάξω ρούχα και να φορέσω τα γιορτινά μου
τον καινούργιο μου ζουρλομανδύα
υποδύθηκα τον ηλίθιο μα οι αρχαίες γυναίκες κατάλαβαν αμέσως
γιατί τα χείλη μου ήταν από σίδερο και με καταράστηκαν
ας ξαναπιάσουμε από την αρχή τους ρόλους
εσύ καπνός του τσιγάρου μου σε μια θάλασσα από φλόγες λικνίζεσαι
κι εγώ άδειο κουφάρι σε λασπωμένο δρόμο να σφαλίζω τα μάτια μου στο φως
μισοπεθαμένος ψελλίζοντας
θα σε συνηθίσω.

Χρήστος Παναγιωτόπουλος: "Χρόνος, αφέτης και εφέτης"

Σκιές οι δρόμοι σκυφτά φαντάσματα του χθες οι ταχυδρόμοι Σβησμένα γράμματα, χαμένες υποσχέσεις κρατώ ανάσα και αισθήσεις σφαλιστές
Ιερές προφάσεις στις φλόγες όλες της ψυχής οι επαναστάσεις Γραμμή αδύναμη του ορίζοντα τα χρόνια κι οι έρωτές μου ισοβίτες βομβιστές
Σωπαίνουν όλοι όσοι αδειάσαν στην αλήθεια το πιστόλι Κι όσοι πετάξαν με φτερούγες τσακισμένες στ' ονειροδρόμιο βρέθηκαν του βυθού
Στερνή παρτίδα και τ' ακροδάχτυλά σου στήνουν την παγίδα Στιγμές που γίνονται αιώνες στο άγγιγμά σου μη με αφήνεις στο μεθύσι του χορού
Ανακριτής κι απολογούμενος αντάμα θα δικαστούν και θα δικάσουν λάθος δράμα Έτσι κι αλλιώς ο χρόνος είναι ο αφέτης μα και του τέλους ο αμείλικτος εφέτης
Ήχος τραχύς και ανεπαίσθητος συγχρόνως γλυκό κρασί και μαύρο ρόδι ειν' ο χρόνος Σαν αγνοούμενου διασώστη προμαχώνας δύει η άνοιξη και λάμπει ο χειμώνας
(από τη συλλογή «Αποτύπωμα», εκδ. Λιβάνη, 2013)

Ντίνος Σ. Κουμπάτης: "Ρίγος"

Ανοιξιάτικο ρίγος η αναμονή σου
σε καταπράσινο κήπο.
Και τ’ άστρα χαϊδεύουν τη γλάστρα
που γιασεμιά τους χάρισε.
Η πνοή σου απαλή, ένα χάδι
σε βραγιές με βιολέτες.
Κι εγώ απόψε ριζώνω, βαθιά
στην καρδιά, την αγάπη.

Δήμητρα Κωτούλα: "Ο ποιητής"

δεν μπορεί παρά να κοιτάξει προς τα εκεί-
τώρα ο ποιητής σκίζει σαν ισχνό κουρασμένο δέρμα τις προϋποθέσεις που στην ποίησή του υπερθεματίζει. Κάτι λιγότερο από άγγιγμα στον τόνο εκείνου του προτελευταίου ντο (ή μάλλον σε αντίθεση με αυτόν) τον πείθει πια να μην αναβάλλει. Η μουσική -είχε διαβάσει κάποτε- δεν είναι παρά μια διαδοχή οπλισμένων και παροπλισμένων ήχων που ο νους σε απόγνωση και χωρίς να έχει ακριβώς πεισθεί επιχειρεί να αναλάβει.
δεν μπορεί παρά να κοιτάξει προς τα εκεί- φρέσκια χλόη συλλαβών σαλεύει κιόλας στην ατμόσφαιρα φτιάχνοντας νέο δέρμα ο χυμός του φρούτου χύνεται άτσαλα ζαλίζοντας ό,τι απελπίζει το μάτι κι ενώ εξακολουθεί να μην καταλαβαίνει αν κάτι μέσα στον καθαρό αέρα του Μαΐου τον αναζητεί θέλει να σου διηγηθεί την ιστορία του για κείνη –λέει- τη συνάντηση ότι έβρεχε πόσο κοντά η αναπνοή σου βρέθηκε στο χέρι του πόσο γλυκά     η βροχή (λάθος) πόσο γλυκά εκείνη η παράφορη βροχή οι αιχμηρές φτερούγες της για πόσο λίγο όλα (όλα;) όσα με βία συνωστίζον…

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Απωλέσθην"

Άφησες ένα post-it
Με υποσημείωση
Το πραγματικό σου πρόσωπο
Γεμάτο ρυτίδες
Χωρίς χαμόγελο

Με αμέτρητα απωλέσθην
Να ναρκοθετούν μορφασμούς
Κατ' επίφαση ευτυχίας

Είναι ακόμη
Κολλημένο εκεί
Από τότε που πάγωσα
Πριν προλάβω
Ν' ανοίξω το ψυγείο