Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούλιος, 2014

Ευαγγελία Πριτσίνη: "Ξεγύμνωμα"

Σαν χέρι μαγικό που απλώνει και τραβάει την κουρτίνα – θες δε θες – για να σ’ αποκαλύψει. Σαν καταδότης που παραφυλάει πίσω απ’ το δέλεαρ της έμπνευσης, στήνει παγίδα και σε ξεσκεπάζει. Σκέψεις κρυφές και φανερές κι όλο το νήμα της ψυχής σου απλώνει και προδίδει εμπρός στον αναγνώστη. Σαν χέρι μαγικό, η ποίηση, πού ’ναι ταγμένο να σε ξεγυμνώνει λέξη-λέξη...

Θάνος Λουμπρούκος: "Η βλάβη"

Όλη νύχτα ονειρευόμουν τις βρύσες της Αθήνας να τρέχουν, να τρέχουν.
Ξύπνησα έφτιαξα καφέ τηλεφώνησα στον υδραυλικό: υπάρχει βλάβη δεν έχω ακούσει τον ήχο της βροχής εδώ και μήνες.
Άνοιξα την πόρτα έβγαλε τα παπούτσια κοίταξε την κουζίνα το μπάνιο την κρεβατοκάμαρα το πολύφωτο τα περβάζια.
Καθίσαμε στον καναπέ να τα πούμε με κέρασε τσιγάρο.
Πετάχτηκα ιδρωμένος γιατί καπνιστής δεν είμαι.

Δημήτρης Αθηνάκης: "Κι ήρθε ο καιρός"

Πολεμιστές βαδίζουνε συνάμα με τους λύκους το δρόμο της επιστροφής σε δυο μισά ποτάμια χαϊδεύοντας ηδονικά το χώμα χέρσας γης που φύτρωσε η νύχτα ουρλιάζοντας
[Πολεμιστές βαδίζουνε συνάμα με τους λύκους το δρόμο της επιστροφής σε δυο μισά
ποτάμια χαϊδεύοντας ηδονικά στο σώμα στέρφας γης σαν φύτρωσε η νύχτα ψάλλοντας]
Κι ήρθε καιρός που σπάραξαν
περιπατητές στα φέρετρα
(από τη συλλογή "Χωρίσεμεις", εκδ. "Κοινωνία των (δε)κάτων", 2009)

Αλέξανδρος Αραμπατζής: "Άτιτλο"

Αγαπώ τα σκιαγμένα πουλιά. Η τρυφερή φωνούλα τους τα συνθλίβει ενώ παράλληλα τα θέτει εν εαυτώ ως αυτόκλητους διερμηνείς συμβάντων που απωθούν την όποια διερμηνεία. Με διαολίζει ο τρόπος που θαρρετά διαλαλούν τη μικρή μεγαλοσύνη τους Ο τρόπος που φασαριόζικα σημαίνουν την ασήμαντη εμπλοκή τους στην ασυγκράτητη ροή του Αιώνιου Γίγνεσθαι. Αγαπώ τα σκιαγμένα πουλιά που λαθροθηρούν εις βάρος του είναι τους όπως οι ποιητές λαθροθηρούν στο απαγορευμένο δάσος των περιττών σημασιών.

(από τη συλλογή "Μεγαλιθικές μπαλάντες" (σε ορεινές δασονησίδες, ξέσματα και περιτμήματα), εκδ. Τυπωθήτω, 2011)

Γιάννης Βέλλης: "Τελευταία λέξη"

Όχι, δεν αρνήθηκα ποτέ τον παράδεισο πως να αρνηθείς, κάτι που δεν ξέρεις όχι, δεν αρνήθηκα ποτέ την κόλαση πως να αρνηθείς, κάτι που δεν ξέρεις συμβιβάστηκα, στις δύο λύσεις αφήνοντας τον χρόνο, να δίνει μονόπετρα πότε στο φως, πότε στο σκοτάδι μου κράτησα, τις όποιες εντυπώσεις μου από αυτή τη συνεύρεση οριζόντων μου έλειπε η αγιοσύνη, κολασμένα όσο μια ζωή χτυπούσε τη δόση της, στο αδιέξοδο κρατούσα όμως, την τελευταία λέξη σφικτά, ίσως και επιπόλαια.

Ασημίνα Ξηρογιάννη: "Τα καλύτερα ποιήματα"

Τα καλύτερα ποιήματα τα έγραψα περιμένοντας στην ουρά στην τράπεζα μέσα στην αναμονή (Θλιβερή και ατελείωτη είναι πάντα θλιβερή κι εγώ) Μέσα στην αναμονή λοιπόν έσπερνα σκέψεις θέριζα ποιήματα Σαν μια απελπισμένη προσπάθεια να γραπώσω το χρόνο απ’ τα μαλλιά να διασώσω τη μέρα μου να δώσω κουράγιο στον άρρωστο.

Ευτυχία Παναγιώτου: "Η εξοχή του μυαλού μου"

ξύπνησα χαράµατα ν’ αλλάξω  παράθυρο, στράβωσε να κοιτά απέναντι τη θέα μου κόβοντας. ανοίγω τα παντζούρια, ατίθασα  από τον αέρα και τ’ άλλα κακά, ξεγλιστράνε από  τα δάχτυλά μου – ψεύτες ερωµένοι . µάταια προσπαθώ ν’ ανοίξω διάπλατα το φως να μπει λίγο, λέω, είπα θέλω φως, αλλά χαράµατα είναι ακόµη, χαράµατα άγρια .
γενηθήτω φως είπα σ’ ένα παράθυρο αναίτιο.

(από τη συλλογή «Μέγας κηπουρός», εκδ.  Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007)

Λίνα Φυτιλή: "Αίθουσες"

Τα πρωινά όταν μεταμορφώνεσαι σε ξυπνητήρι όταν γίνεσαι αναλώσιμο γραφείου, συρραπτικό Ή φθαρμένο ντοσιέ, τιμολόγιο σε κάποιο γκισέ Νιώθεις το μηδέν ολοστρόγγυλο να γλιστράει μέσα στα δάχτυλά σου Ένα χρυσόψαρο λάμπει στο στομάχι σου Το πελώριο παγόβουνο που πλέει προς το Βορρά αλλά δε λιώνει, δε λιώνει η αναπνοή σου, σκουντουφλώντας από την ανυπομονησία σε μια στριφογυριστή σκάλα. Ο ελεύθερος χρόνος αστείο για ανιστόρητους, σκέφτεσαι βγαίνοντας βιαστικά έξω ενώ το φεγγάρι τρυπάει την κοιλιά του, πιάνει κουβέντα με την τρελή γιαγιά σου που περνάει τον καιρό της σε κάποιο ίδρυμα βλέποντας νοικιασμένες ταινίες.
(από τη συλλογή "Μυθική μέρα", εκδ. Ενδυμίων, 2014)

Βαγγέλης Ευαγγελίου: "Ο ποιητής του χωριού"

Εύκολα οι άνθρωποι σου βάζουνε˙ ταμπέλα.
Μου βγήκε τ’ όνομα. "Ο ποιητής του χωριού"
Και τώρα όταν με βλέπουν να παραμιλώ στο δρόμο˙ ξέρουν.
Πως κάποιο νέο ποίημα σκαρώνω.

Ολυμπία Καράγιωργα: "Τα πουλιά αγαπούν τα ερείπια"

Τα πουλιά αγαπούν τα ερείπια
Βρίσκουν χώρο για τη φωλιά τους Βρίσκουν χώρο για τα φτερά τους
Όταν     απλώνονται                    κι’ ορμούν να διώξουν τους εφιάλτες
Απ’ τ’ όνειρα των τρυφερών ανθρώπων.

Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου: "Παράπονο"

Έκρυψε το χαμόγελο πίσω από τις εικόνες οι άγιοι ξενυχτάνε σιωπηλοί τα λόγια πνίγηκαν πικρό παράπονο θάνατος κι οι μέρες κι οι νύχτες.
(από τη συλλογή "Η ανάσα της σιωπής", εκδ. Ιωλκός, 2008)

Σταύρος Βαρβέρης: "Μετουσίωση"

Όλα αυτά τα λόγια που τις ζωές των άλλων ερευνούν, κρύβοντας ζηλόφθονα φιλαργυρίες και ματαιοδοξίες, προσχώσεις της καρδιάς που πέτρωσαν κι αλέθονται σε δόντια κοφτερά και χείλη τόσο αθώα κι ανυποψίαστα φτύνουν στο μέτωπό σου· μόνο η σιωπή μπορεί να τα ξεπλύνει. Κι η τέχνη η υφάντρα πάνω απ' τους κόμπους παραδείσους μ’ άνθη και πολύχρωμα πουλιά ιστορεί, του κόσμου το ψεγάδι και τον βήχα μετουσιώνοντας σε φρέσκια λιβαδιού ανασεμιά, σαν κόρη που μεθά αμαρτία και παρθενία σ’ αυτό το άπατο βαρέλι που ματαιότητα κι αλήθεια μας ορίζουν.

Ζήτα Χατζοπούλου-Καλογιάννη: "Γνώθι σ' αυτόν"

Αν στα "θέλω" σου βάνεις τ' όνειρο τα φτερά, και στα ύψη ζητάς να σε φέρουν, τέτοια νόθα πορεία δεν ξέρουν. Θέλουν μόχθο οι στόχοι, θέλουν πόδια γερά κι όχι άθλους που ο μύθος μοναχά τους χωρά και στο φως της αλήθειας πεθαίνουν.
Αν λειψή η μπόρεσή σου και χλωμή σαν σκιά, μόνο οράματα άπιαστα πλάθεις, πως με ιδρώτα νικάς αν δε μάθεις. Με σαθρά δεκανίκια δεν θα πας μακριά. Και της ήττας το σκιάχτρο αντίκρυ θα βοά, πως αυτά που σου πρέπουν θα πάθεις.
Αν ποθείς ξένη, τόλμη να σου ανοίγει στρατί, πλαϊνές, πονηρές ατραπούς σου, άκοπα για να ’ρθείς στους σκοπούς σου, αν χωρίς να ματώσεις, θες τιμές νικητή θα χριστείς καιροσκόπος, θα σε κράζουν κιοτή, σαν τους δόλιους θα δρέπεις καρπούς σου.
Αν ζητάς, ξένο σθένος για να γίνεις ταγός, γι' αποκούμπι αν θες άλλο ώμο και πιο πάνω να είσαι απ' το νόμο, πάντα μες τους αγώνες, φαύλος, θα ’σαι ουραγός, και στη γκρίζα πλευρά σου, πειρατής, ναυαγός, που έχει χάσει του νόστου το δρόμο.
Κι όμως άνθρωπε έχεις και νου και ψυχή, μια σφραγίδα βαθιά σου ουράνια θ…

Στέλιος Ντόμαλης: "Χαλύβδωμα"

Η συννεφιά μου γλύκανε τη θλίψη περιορίζοντας τον ουρανό και στο καλούπι της ζωής μου κύλησε ρευστό το σίδερο κι ύστερα το χρυσάφι, το μολύβι, ύστερα όλα τα μέταλλα που ξέρω και που κουβαλούσα κι είχα την έγνοια τη βαριά.
Τώρα, ράβδοι χρυσού και ράβδοι σίδερου ράβδοι, ράβδοι μετάλλων.
(από τη συλλογή «Αλντεμπαράν», εκδ. Λαρισαϊκά Γράμματα, 1979)

Διονύσης Καρατζάς: "Χελιδόνια της βροχής"

Όλες οι λέξεις μου σε όνειρα τελειώνουν Νύχτες βροχής ανθίζουν στο κορμί σου
Κι όλες οι θάλασσες μπροστά σου χαμηλώνουν Όρκους και ευχές που έκανες θυμήσου Μέσα στα χέρια σου τα θαύματα παγώνουν
Χελιδόνια της βροχής…
Όλες οι σκέψεις μου αρχίζουν χελιδόνια
Κάθε φτερό και φόβος της φωτιάς σου Κάθε μου πέταγμα παιχνίδι στη ματιά σου Όρκους κι ευχές που έκανες θυμήσου Μέσα στα χέρια μου τα θαύματα παγώνουν
Χελιδόνια της βροχής…

Χρήστος Τουμανίδης: "Γεωγραφία της θλίψης"

Τα καράβια μου όλα φύγανε, σε θάλασσες άγνωστες. Ανατολικός άνεμος· της καρδιάς. Δυτικός άνεμος· των λόγων. Στη μέση ορθώνονται τα σκοτεινά βουνά: Ερμών, Μερών, Θαβώρ. Αλλά, γιατί η «πολιτισμένη» Δύση να αγνοεί, και η θυμωμένη Ανατολή να μην καταλαβαίνει;
Τα καράβια μου όλα φύγανε - Και οι θάλασσες έμειναν άγνωστες. Άγνωστα τα λιμάνια. Και οι φίλοι; Θρυλούμενοι. Το φως και οι λαχτάρες βέβαια θα έρχονται ακαταπαύστως. Θα έρχονται από εσένα, ω! ανεξάντλητη και ανερμήνευτη Ανατολή.
Επειδή και γιατί, οι χθεσινές είναι οι αυριανές, παντοτινές μας συμφορές. 

(από τη συλλογή "Οι ελεγείες της Ανατολής", εκδ. Κουκκίδα, 2014)

Γεωργία Δρακάκη: "Ύβρις"

Έκανα μαζί του έρωτα Και πριν το τσιγάρο Προσέλαβα εργάτες για την ανοικοδόμηση ενός γιγάντιου Αριθμού 2 στο έξω τείχος της ψυχής Ατσάλι τους είπα Και Πέτρα τους είπα Μα σάρκα μπάζωσαν και αίμα ράντισαν Γυμνή εγώ Στα δικά του σεντόνια Άκουσα τα δικά μου τραγούδια και Τις δικές μου προτάσεις διάβασα και διάβηκα Εκπυρσοκροτώντας τη σφαίρα του ονόματός σου Στον γκρίζο της καρδιάς του δρόμο Ξανά και ξανά και ξύπνησα μες στον ιδρώτα των ονείρων του Κι έβαλα τα χέρια μου στις τσέπες τις δικές του Να μην μου τα κλέψει ο άνεμος και τα στείλει στο πρόσωπό σου Τον άφησα να ράψει πάνω στο δέρμα μου το μέλλον του Και πήρε αμπάριζα η βελόνα λιγάκι παρελθόν Πέταξε τις κλωστές μέσα στα μάτια μου Τυφλωμένη, σου λέω, υποταγμένη σε κάποιου δαίμονα βούληση θεία Άρχισα να γράφω κατά παραγγελία του Εκεί αυτός να γίνεται η νέα μου η έμπνευση ολοένα

Χριστίνα Φλώρου: "Όραμα: Σκληρότητα"

Είδα αυτό που κόβει και σκοτώνει αυτό που ξαναγυρίζει πίσω που μαστιγώνει και διατάζει που πληγώνει και τρομάζει Και είδα αυτό που δεν θέλει κανείς να έχει αυτό που δεν θέλει κανείς να του κάνουν αυτό που ρίχνει κι άλλη σκιά Και ένιωσα στις ήδη σκοτεινές μέρες αυτό που μειώνει την ενέργεια αυτό που σφίγγει το στομάχι αυτό που θολώνει τα μάτια αυτό που πονά βαθιά μέσα στο μυαλό Και δικό μου  τώρα έχω Δώρο ακριβό αυτό που ραγίζει τα όμορφα πράγματα αυτό που πνίγει ό,τι χαριτωμένο αυτό που θέλει να υπάρχει για να επιβάλλεται αυτό που δολοφονεί ό,τι γελάει αυτό που φθονεί ό,τι δεν κατέχει και οδηγεί στην ασφυξία ό,τι έχει

Ευαγγελία-Αγγελική Πεχλιβανίδου: "Χίλιοι αητοί"

Χίλιοι αητοί χαμήλωσαν πάνω στα βλέφαρά μου Χίλιες μου πλέξαν σκαλωσιές στα ύψη τους ν' ανέβω Σε χίλια μύρια σύγνεφα κρύψαν τη δυστυχιά μου Με βάλαν στις φτερούγες τους και χάθηκαν τ' αψήλου . Κι ήσαν αητοί τα χείλη σου και σκαλωσιές τα μάτια Κι ήσαν φτερούγες της ζωής τα λόγια σου που πήγαν Τη φτωχική μου την καρδιά στα ύψη της αγάπης Και ασημοστολίστηκε με τ' αργυρό φεγγάρι Και διαμαντοστολίστηκε με τ' ουρανού τ' αστέρια Και ντύθηκε με τα χρυσά απ' του ηλιού το χάδι Και δάκρυσε σα σύγνεφο στη ζέστη της λατρείας.
(από τη συλλογή "Ύμνος στην κόρη των ματιών", έκδ. Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδας, 2009)

Βαλάντης Βορδός: "Θλιμμένες Κυριακές"

Τις Κυριακές όταν κάνετε τη βόλτα σας, διαβάζοντας εφημερίδα και πίνοντας καφέ σαν ξεκουράζεστε απ' της εργασίας τον ορυμαγδό εγώ προτιμώ ποιήματα να γράφω, έτσι που εξαντλημένο με βρίσκει η καινούργια εβδομάδα.

(από τη συλλογή "Η ηλικία της παραδοχής", εκδ. (.poema..), 2014)

Βασίλης Βιτσαξής: "Ποίηση"

Κατηφόρισα τους ανήφορους του άναρχου λόγου Έσπειρα προσμονές στα πεφταστέρια Και θέρισα χαμόγελα στις μενεξεδένιες αυγές.
Ψηλάφισα τις άνοιξες στα χείλια της χλόης Αφουγκράστηκα το άπειρο στη σπιθοβολή της νύχτας Κι οσμίστηκα του κήπου τον ανασασμό Με τις άκρες των δαχτύλων μου.
Γεύτηκα με τα μάτια μου τη θλίψη του κυκλάμινου Άγγιξα στα ξερόκλαδα το κάψιμο της φωτιάς Και μύρισα τα βράδια της βροχής στις φωτισμένες λεωφόρους.
Άκουσα Της πεταλούδας τη φτεροκοπιά Τον αργαλειό της αράχνης Τον ύπνο του ανέμου.
Είδα Τον ανθό μες στην καρδία του σπόρου. Κάπου εκεί κοντά Αλαφροπάτητη περνούσε Η ποίηση.

Δήμητρα Αγγέλου: "Άτιτλο"

Ποτέ σου δε κατάλαβες Ότι δε με μεγάλωσαν άνθρωποι Ότι είμαι αποκύημα καταιγίδας Αδερφή των κεραυνών Ότι το σπίτι μου κατοικείται μόνο από βροχή Ότι η δοτικότητά μου στον έρωτα και τις αισθήσεις Κάνει πιο πρόθυμες τις ανάσες που παίρνω Αλλά ποτέ δε ξεχνώ
Ότι εδώ που είμαι εγώ Δεν υπάρχει οξυγόνο
(από τη συλλογή «Στάζουν Μεσάνυχτα», εκδ. Μελάνι, 2013)

Ευαγγελία Παπαχρήστου-Πάνου: "Αβρότης ολάνθιστη"

Βουλιάζουν οι πόθοι μου στης αυλής το παρτέρι. Γιασεμιά που θροϊζουν ανάλαφρα. Τα μικρά τους ανθάκια ραντίζουν αθόρυβα το ανοιχτό μου παράθυρο. Στα μαλλιά μου που κάθονται και θωπεύουν τις σκέψεις μου. Αβρότης ολάνθιστη.
(από τη συλλογή "Συμβαίνουν… Ποιήματα", εκδ. Θέμις, 2010)

Βαγγέλης Κούτσης: "Δαλιδά"

Θαρρώ το ήξερα εκείνο το τραγούδι, αθησαύριστο τεκμήριο της Ατλαντίδος φώναζαν τ’ όνομά σου του κάβου τα στοιχειά και το ’πλεκαν με μουσικές εξαίσιες άσμα της ομορφιάς, της έλξης, της ελπίδας.
Αργότερα το ’λεγαν ναυτικοί σαν προσευχή την ώρα της φουρτούνας κι άλλοι για να μερεύουν χίμαιρες σ' αφιλόξενα λιμάνια. Όμως αυτό, αταβιστικά καταδικασμένο κατέληξε τραγούδι των σειρήνων.
Σ’ ένα κατάρτι δεμένος το άκουσα πάλι εγώ έκτοτε το ψιθυρίζω κατανυκτικά κι άλλοτε το ουρλιάζω στου γκρεμού την άκρη. Αυτό αντηχεί σε αρχαίους φάρους και σε σκουριασμένα σκαριά, πάλλεται αγέρωχο.
Το ακούν οι γοργόνες και λουφάζουν και του πελάου οι μάνητες ξυπνούν τις Κυριακές.

Στέργιος Ντέρτσας: "Με το βαμβάκι"

όσες νύχτες φερθήκαν στα όνειρα μας τρυφερά παιχτήκανε στα ζάρια μες στο σκοτάδι όπως πάντα από βαμβακερά χεράκια που στάζανε αίμα ενώ εμείς μεθούσαμε από ικανοποίηση κι απτόητοι πιστεύαμε στο θαύμα και στη λύτρωση ενός φιλιού μιας αγκαλιάς μιας  συγχώρεσης μη ξέροντας πως αύριο θα κριθούμε ένοχοι γι’ αυτό και θα τιμωρηθούμε σκληρά και παραδειγματικά
όπερ και εγένετο

Αλέξανδρος Τανασκίδης: "Σαλπάροντας για τη Χίμαιρα"

Στο μέλλον της ασήμαντης βεβαιοπληξίας, θα ’χω φυτρώσει το σπίτι μου μέσα στο συρτάρι, το ενοίκιο θα το φυλάξω σ’ ένα σύννεφο κι όλα τα θανατερά γύρω μου, θα τα ταχυδρομήσω της Άνοιξης να τα μολύνει έμορφα με τη λουλουδιαστή της ανάσα… Τώρα στο παρόν της αλησμόνητης ερήμου, έχω μετοικήσει πλέον σ’ ένα βουνό χαμηλό, με σκεπή ένα κομμάτι ύφασμα από μαύρο σακάκι και το κλειδί της εξώπετρας το ’χω συνθλίψει και το ’χω αδειάσει σ’ έναν φάκελο που θα ταχυδρομήσω του Χειμώνα, να το ανασυντάξει με το χιόνινο δάκτυλό του… Κι έχω ανοίξει τα όνειρά μου, με στυλό, τα ’χω ξεκοιλιάσει… Τα ’χω καταβροχθίσει με λαιμαργία, τα ’χω αποφλοιώσει από νύχτες και σκοτεινά φάσματα… Σε λίγο τροχίζω ακόμη μία αναγραμματισμένη συγγνώμη… Ετοίμασε κι εσύ τις πολύχρωμες βαλίτσες σου και σαλπάρουμε για τη Χίμαιρα!
(από τη συλλογή «Σαλπάροντας για τη Χίμαιρα», εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2005)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Αυλή χωρίς σιωπές"

Έσπασε η γλάστρα Με τις σιωπές Ψήλωσε η αυλή μας

Χάθηκε σε ζιζάνια το ψες Γέμισε με θεούς ο κήπος Κι άνθισε απόψε η κραυγή Μόνη πια δεν θυμάται

Αν το σκοτάδι φώτισε Υφαίνοντας αυταπάτες Αν ο ήλιος βάλτωσε Σε ρίζες Ερινύων