Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Αύγουστος, 2014

Λίνα Στεφάνου: "Άτιτλο"

Γυμνός αμνός Ανασφαλής Ανελεύθερος Η θάλασσα αγγίζει το γείσο του παραθύρου σκοτεινή κι αδιαπέραστη Ολόκληρο το σπίτι από τα παράθυρα και κάτω μέσα στο νερό.
Καλύτερα να ντυθούμε τώρα Ποτέ δεν ξέρεις.

(από τη συλλογή "Ανοηταίνετε ησύχως!", εκδ. Μελάνι, 2014)

Μέρη Λιόντη: "Γενέθλια"

φυσάει ο Ιούλιος χνώτο καυτό πάνω στα χρόνια μου που στέκονται καταμεσής του θέρους
τα χνάρια ακόμα ψάχνει απ’ όσα (ανα)ζητήθηκαν
τότε που όλα ήταν εύκολα και τα όνειρα τρεχάλα μες στα πόδια μου
σκέψου να δεις ακόμα τι μας μέλλεται!
(φορτίο που δε μοιράζονται οι μέρες)

(από τη συλλογή «Θέρος το χειμαζόμενον», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2014)

Χρήστος Ε. Δημάκης: "Κατά Ματθαίον"

Τα σπίτια θα πουληθούν, οι ένοικοι θ’ αλλάξουν, ρέματα θα καλυφθούν και θα ξανανοίξουν, γέλια παιδιών κρεμασμένα στα κάγκελα των μπαλκονιών και κλάματα ενηλίκων κρυμμένα σε δωμάτια σκοτεινά θα εναλλάσσονται. Η ερώτηση όμως θα υπερίπταται πάντων -πράξεων, πληγών, λογισμών και φυσικών φαινομένων. Γιατί;
Επιστροφή. Ας αρχίσουμε με τις πηγές της αγάπης.

Γιάννης Στεργιόπουλος: "Το δίκοχο"

Φιλιά στην αγκαλιά τ' ανέμου πετούν σε κύκλο τελευταίο, αφυδατώσεις και καθυστερήσεις γεύονται, με φόρα και βαριά τα πόδια, τα πιο ψηλά πέφτουν εμπόδια. Το δίκοχο φοράω κι αν νικημένος, πολεμάω σε εκστρατείες θνητών.
Εξευτελίζομαι πάντα τις νύχτες στ' όνειρά μου, μου κάνεις μάγια και χάνω το νου, καραδοκείς μες τη νύχτα και ζω στο περίπου, στ' ανάμεσα γης κι ουρανού.
Πετάω αργά στην παραμόρφωση αυτή τη φοβερή, κάθισμα πάντα μπροστινό, να έχω φάτσα τον εχθρό και στ' απαλά τα σούρουπα που ξεδιπλώνονται αχνά, σε σωριασμένα σύννεφα κρεμώ σπασμένα τα σπαθιά.
Στα χείλη θλίψη κουβαλάς μες το ξεβαμμένο σου το κραγιόν, των παλιών πληγών μετανιωμένα λόγια και βραχνιασμένα τραγούδια και το χωριό το λένε τέρμα, χωρίς ξωκλήσια, δίχως στάχυα.
Σε δένδρων ελαφριά σκιά γέρνουν σκαμμένα πρόσωπα, καταραμένα στέκουν σιωπηλά, άγγελοι ταλαιπωρημένοι, άχραντοι, χωρίς φτερά, πεσμένοι.
Σαν χτυπάει η καμπάνα του εσπερινού, του αβάσταχτου, πάω στη θάλασσα με τα …

Ελευθερία Αναγνωστάκη-Τζαβάρα: "Το γενέσιο"

Για χρόνια μετρούσα τα μητρώα για να ’βρω το γενέσιο του λαού μου. Τα ωάρια και τα σπέρματα των λέξεων επωάζοντας, ανίχνευα από το Άλφα ως το Ωμέγα τις καμπύλες των φωνηέντων. Υιοθέτησα τα στιλπνά σύμφωνα με τους νότιους στεναγμούς της Μεσογείου. Με το φεγγάρι ονειροδρόμο ν' ασκητεύει σε πανάρχαιους οικισμούς, ψάχνω στον Ελικώνα για το πέρασμα.
Μαζί με τον νεαρό Ορφέα, Δελφίνα οδηγώ τους λεμβούχους ανάμεσα στις αλλόφρονες Σειρήνες. Η θάλασσα αλαλάζουσα, θηλάζει το χάος. Βρεφοκομίζει λυσίκομη την Ελλάδα. Ξιφήρης ο Περσέας ανηφορίζει τις ξερολιθιές. Η Μέδουσα κοιμάται στο δισάκι του. Ηράκλειτε με το πάντα και το ρει, πώς επικυρώνεις το τώρα. Αν ζούσες σήμερα, Θα ’βλεπες τους ποιητές με τ’ όπλο επ’ ώμου, να επικαλούνται την τύχη τους, κάθε φορά που περνά το ζάρι σημαδεμένο...

Ιωάννης Ανυφαντής: "Πορφυρό"

Το εύρος των λέξεων είναι πάντα δυσανάλογο από το εύρος των πράξεων. Και αυτά τα μάτια... μια βροχή περιμένουν για να κρυφτούν άλλοτε σε άδεια απογεύματα άλλοτε σε γεμάτα τασάκια περιμένοντας 'κείνη την άνοιξη των περαστικών. Με το αστέρι στην μιλιά και με πνοές ολάκερης άνοιξης.
Τα σώματα σβήνουν μες την κενότητα των ωρών. Και η ζωή, εκείνο το φύλλο που αφήνεται στο μέγα κατήφορο κείνου του πρώτου αρχιπελάγους.
Σαστισμένη ματιά, πρόωρη και εφήμερη αναζητώντας χρώμα δανεικό. Κρυφή ασέλγεια· πριν αίφνης στραφεί στα πορφυρά κείνων των λιωμένων αποχρώσεων.
Κάποτε λες θα' ρθουν πλούσιες ολότητες, απλώνοντας γύρω απαλά προσοδοφόρα φύλλα αδήλωτων κληρονομιών. Γονατιστών! Μπρος της ψυχής το Θέρος.
Γι' αυτό νέε μου, μην ταράζεις σύγκορμη την λέξη. Ας τη να βγει και μακριά σ' ένα άλλο σώμα ν' αθροίσει.

Ιωάννα Π. Κρανιώτη: "Βήματα"

Έσκυψα και φίλησα τις σκέψεις που με μάτωναν. Βυθίστηκε η ματιά μου στ’ όνειρο κι ο νους ξεχάστηκε στη λίμνη με τα νούφαρα. Το αύριο δεν χάθηκε στο χθες. Τα βήματά μου εγώ τα οδηγώ.

Γιάννης Διογένης: "Επίσημος προσκεκλημένος"

Δεν ξέρω πια τι πρέπει. Τι δεν πρέπει; Ποιό είναι το παράνομο; Ποιό το τρελό; Το λογικό; Πες μου το λάθος, πες μου το σωστό.
Στο παιχνίδι σας είμαι επίσημος προσκεκλημένος, στο χρυσό σας κελί ελεύθερος φυλακισμένος.
Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ αν μου αρέσει το παιχνίδι. Αν είμαι έτοιμος να ανταποκριθώ ή αν μπορώ να γίνω ψεύτικο στολίδι.

(από την συλλογή ''Σημείο αναφοράς", 2002)

Χρύσα Μαστοροδήμου: "Διερμηνείς"

Απλοί διερμηνείς στα παραθύρια της ζωής μέσα από ραγισμένα τζάμια ατενίζουμε τους δρόμους της φεγγαρένιας μοναξιάς μας.
Πληθαίνουν οι βοές πληθαίνουν και εμείς μες τις σιωπές μαργαριτάρια να γυρεύουμε κρυμμένα μυστικά.
Απλοί διερμηνείς ερμηνεύουμε το δήθεν το πρέπει, το γιατί τα θέλω που πεισματικά ανερμήνευτα μένουν.
Τριγύρω πλήθος νεφέλη που καλύπτει απρόσωπα προσωπεία αναλωνόμαστε τώρα καιρό στην επιστημονική τους ερμηνεία.
Απλοί διερμηνείς στα παραθύρια της ύπαρξής μας που  ποιος ξέρει πόσο φάλτσα μεταφράζουμε της  ζωής το τραγούδι.

(από τη συλλογή ''Διερμηνείς", 2009)

Γιάννης Αρκέτος: "Μονάχος"

                                               (στον J. L. Borges)
Έκλεισα πια τις πόρτες μία μία ο ήλιος δεν θα με βρει στο δρομάκι το ξεχασμένο μπαλονάκι από χαρτί δεν θα με συναντήσει στην γωνιά
οι άνθρωποι γρήγορα φεύγουν κουρασμένοι αποζητούν να κλειδωθούν πίσω απ’ τις πόρτες οι αλιγάτορες είναι πεινασμένοι πρωί θα κόβουν βόλτες στην πλατεία
καπνός περικυκλώνει την χαμένη Τροία σαν μια λιθογραφία το παρελθόν μου απλώνει

Ασημίνα Χασάνδρα: "Υοσκύαμος"

Εάν το ν’ ανήκω κατάφωτα κάπου σημαίνει: τόσα γενεάς λόγια του αιθέρος τότε γύρω από τα χείλη ας κυριέψω βότσαλο με τη μορφή σου πάνω -νύχτα, βαθιά θα μεγαλώνει άδοντας αχ, να το κρατώ λέω απαλά εκεί, όπου γιγαντιαία τα πέπλα των Ερώτων μετακινούνται προς το κύμα ενώ η φρικιώδη Τύρφη ανεμπόδιστη θα γυρίζει σε κίτρινο των στημόνων πέπλο πάντοτε θα σ’ αγαπώ μυστικό αργά στην κουπαστή μέσα, που λύνω τα πόδια μου αχ ωκεανού επτά φορές σφραγισμένο το βάθος!

Μαρία Ψωμά-Πετρίδου: "Δεύτερο ζευγάρι φτερά"

Ξαφνικά δε φωνάζουμε δε συνωστιζόμαστε συρρικνωνόμαστε εντός. Απογυμνωμένοι απ' τα λάβαρα, κυρτοί, από φορτίο βαρύ υποδυόμαστε αδιαφορία βουβά ελπίζοντας σ' ένα δεύτερο ζευγάρι φτερά. Αναμένουμε πυκνώνοντας αθόρυβα το κενό. Ποτέ η σιωπή δε φώναζε τόση απελπισία.

Πάνος Ιωαννίδης: "Αστέρι στα πέδιλα"

ένα αστέρι γλίστρησε στα πέδιλα μου φως σύντομης καλοκαιρινής νύχτας μια βόλτα στην άδεια πόλη λίγο πριν τις αόρατες μέρες του Αυγούστου
μου λείπει ότι έμαθα μόνος στα ενυδρεία της άρρητης γνώσης και έρημος από υλικά αγαθά
με έθρεψε αυτή η θεωρία όπως το λιόγερμα το μοναχό γεμίζει με νοσταλγία για όσα δεν πρόκειται να δει
κάποτε θα γυρίσουμε πίσω τον χρόνο στις αλλιώτικες μέρες για να κοιτάξουμε μπροστά και να κάνουμε πιο σωστά τα λάθη μας

Ελένη Καρασαββίδου: "Εργένισσες λέξεις"

Οι "Απόλυτα Έντιμοι Στίχοι" Γυμνοί. Δίχως να στηρίζονται στη διπλανή, τροτέζα, λέξη. Εργένηδες. Δίχως ίσκιο, σαν το ξερό χώμα καταμεσήμερο. Δεν έχουν που να κρυφτούν, δεν έχεις που να σε κρύψουν. Είσαι μόνος και πρέπει να εφεύρεις από την αρχή το ακόντιο. Με μόνο ήχο τον χτύπο της πέτρας να κρούει την πέτρα. Τότε το Κύμβαλον αλαλάζοντας γίνεται Γη. Και πλάθεται. Και πλάθει. Οι "Απόλυτα – Έντιμοι – Στίχοι" Γυμνοί. Όσο κι οι Άνθρωποι. Πριν απ’ την Αρχή. Μετά από το Τέλος.

Χάρης Βλαβιανός: "Μια φορά κι έναν καιρό..."

Τρεις γυναίκες. Τρεις γυναίκες (μάνα, κόρη και η κόρη της κόρης) κι ένας άντρας. Ο άντρας είναι τώρα απών. Οι γυναίκες παραμένουν ακίνητες. Ντύνονται, ασφαλώς, φτιάχνουν τα μαλλιά τους συγυρίζουν τα συρτάρια τους κρατούν όλα τα προσχήματα αλλά στην ουσία ο χρόνος έχει σταματήσει.
Είναι αποφασισμένες να διατηρήσουν την όψη του αναλλοίωτη. Η καρέκλα στην κορυφή του τραπεζιού τα βιβλία, οι φωτογραφίες όλα βρίσκονται στη θέση τους όπως τ' άφησε εκείνος. Εκείνος, το κατάξανθο αγόρι με τα κυματιστά χείλη, ο έφηβος με το πορτραίτο του Σικελιανού στο γραφείο, ο φοιτητής με τις βαθιές ρυτίδες γύρω από το στόμα.
"Η αισθηματολογία είναι η αποτυχία του αισθήματος, μας έλεγες" επαναλαμβάνουν στον εαυτό τους καθώς με απόλυτη φυσικότητα σερβίρουν το φαγητό κοιτάζοντας με στοργή το λευκό του περίγραμμα.
Είναι ν' απορεί κανείς με το σθένος τους. Το πρόσωπο της αγάπης γι' αυτές τις γυναίκες είναι το πρόσωπο που στρέφει το βλέμμα του αλλού.
(από τη συλλογή "Adieu",  εκδ. …

Σωτήρης Παστάκας: "Ραψάνη"

(Στη Μαμά)  

Μια μαύρη Καβασάκι καθηλωμένη στο πεντάλ της στον ίσκιο ενός καραγάτσι, χίλια εκατό κυβικά  καθισμένα στο έδαφος, μια μύγα στο πρόσωπο της μαμάς αριστερά της μάσκας οξυγόνου, δεξιά απ' το αριστερό χέρι με την πεταλούδα του τετραπλού ορού, λίγο πιο πάνω από τον καθετήρα. Πετάει τα σεντόνια τώρα όπως γδύνονταν μπροστά μας στην αχυρένια καλύβα στο Τσάγεζι: επειδή είχε δει τον ήλιο να στέκεται ακίνητος πάνω από την πόλη της Λάρισας, στις δώδεκα ακριβώς το μεσημέρι, κι εμείς πρωτοείδαμε για πρώτη φορά γυμνό τον κώλο της μάνας μας και μύριζε νοτισμένη άμμο εκείνη η σχισμή ανάμεσα στα μπούτια της, οσμή από καλαμιές και ξεραμένα άχυρα, μια φέτα πεπόνι ανάμεσα στα μπούτια της, οσμή νιόκοπου χιονιού, όπως μυρίζει η εξοχή οι φτέρες, τα κουράδια, οι χρυσόμυγες, η φρέσκια φραντζόλα, η ντομάτα που δαγκώνεται ολόκληρη όταν μας τάιζε με τα χέρια της. Όπως κρατάμε το γιαρμά ακίνητο στο ένα μας χέρι, μια στιγμή πριν τον δαγκώσουμε, όλη τη νύχτα βαστούσα το χέρι της που ήθελε να βγάλει …

Χρύσα Αλεξίου: "Άτιτλο"

ήταν Αύγουστος το σπασμένο νύχι θυμίζει το ατύχημα ωραία χάνεσαι στην κορυφή ανάμεσα σε τόσα δέντρα κοιτώντας τον ήλιο χωρίς να καίγεσαι και το σκοτάδι χωρίς τον φόβο τα μακριά σου γένια έγιναν κόμπος γύρω από την καρδιά στα λεπτά σου πόδια τον κομμένο λαιμό

Γιώργος Τσιτρούλης: "Ιερή Γη"

Πού πήγαν τόσα δέντρα και χάθηκαν σα να πέρασε ιερή φωτιά και τα ’καψε. Και το σκούρο τοπίο γέμισε σκιές που φυτρώνουν απ’ τ’ αμπάρια του Άδη φορώντας κατάσαρκα τα ρούχα του θρήνου. Αρχαίος χορός τα νέα κυπαρίσσια γλιστράνε σαν τους κωπηλάτες της Αχερουσίας στα μνήματα της σιωπής. Εκεί που τα λευκά μάρμαρα είναι οι μοναδικοί επιβάτες της αιωνιότητας. Κι εσύ διαβάτη των κίτρινων των φεγγαριών να πεις αυτά που είδες. Τις ολόγυμνες λύπες της βροχής στο ταξίδι του Οδυσσέα. Τα αμίλητα ποτάμια να κουβαλούν τους σκοτεινούς δραπέτες των ερειπίων. Τους σβησμένους ναούς με τους Αρχάγγελους βαλσαμωμένους. Τα παγωμένα μεσάνυχτα να αγρυπνούνε στα κάστρα της προσμονής. Και ο Ιούδας να σταυρώνει την αλώνει την αλήθεια στην ιερή γη των προγόνων.

(από τη συλλογή «Κύπρος-Βωμοί και κάστρα», 2012)

Νίκη Παυλίδου: "Τα γέλια μας"

όταν σκάγανε τα γέλια μας μπαλόνια χρωματιστά πετούσαν μακριά τώρα σκάνε σαν οβίδες βυθίζονται στη λάσπη χάνονται θα τα βρουν οι μελλοθάνατοι στις ανασκαφές πολύ παρακαλώ, μη σκάσουν στα χέρια τους.

(από τη συλλογή "Γυμνές ληστείες", εκδ. Σοφία, 2013)

Ελευθερία Μπέλμπα: "Επιμερισμός"

Ι Καμιά φορά εκεί που κάθομαι ήσυχη έρχεται μια κουβέντα να μ’ ενοχλεί νομίζεις χαριτολογώντας κι αυτό είναι πια˙ παίρνω τις στράτες έρημη πνιγμένη στη σιωπή και το παράπονο συλλέγω ερωτήματά άστοχα, αναπάντητα. Τι θέλω; Εγώ δε θέλω τίποτα. Εσείς τα θέλετε όλα. Λύσεις δεν ψάχνω σε προβλήματα. Προβλήματα δεν έχω. Τι έχω; Συχνά δεν έχω τίποτα κι αυτό είναι που σας φταίει.
ΙΙ Καμιά φορά εκεί που κάθομαι ήσυχη έρχεται ο θάνατος να μ’ ενοχλεί νομίζεις θεού θέλημα κι αυτό είναι πια˙ παίρνω τις στράτες έρημη πνιγμένη στη σιωπή και το παράπονο συλλέγω ερωτήματά άστοχα, αναπάντητα. Τι θέλω; Εγώ δε θέλω τίποτα Όλα τα θέλει η ώρα. Λύσεις δεν ψάχνω σε προβλήματα. Προβλήματα δεν έχω. Τι έχω; Τώρα δεν έχω τίποτα Κι αυτό είναι που μου φταίει.
(από τη συλλογή "Φθινοπωρινές νότες", εκδ. Νέα Σύνορα, 1994)

Αντώνης Φωστιέρης: "Τοπία του τίποτα"

Ξανά το σήμερα κι η σπάθη τού αμετάθετου Ξανά η άβυσσος του νου. Δεν έχει εντέλει τίποτα Πραγματικά δικό της Μια μικρή στιγμή; Κάτι δανείζεται απ’ το πριν Κάτι απ’ το αύριο Το ξεπληρώνει Με το υστέρημα του άλλου. Αέρινη Κι όμως πατάει στο στήθος σου ατσάλι - Έτσι ακριβώς Όπως το σύμπαν περισφίγγει: Ατσάλινο. Γεμάτο τρύπες από θάλασσες κενού Τοπία του τίποτα Να πλέουν μέσα τους νησάκια νετρονίων Και γαλαξίες. Ευφάνταστη Φενάκη τού ορατού Στη φτερωτή Μπαγκέτα ενός ιλίγγου.
Που ηλεκτρισμένη Μεταμφιέζει το μηδέν Το πουθενά Και το ποτέ Σε κόσμο.

(από τη συλλογή "Τοπία του τίποτα", εκδ. Καστανιώτη, 2013)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Αμήν"

Πολύ καλό να σ' αγαπούν, μα πιο πολύ να θέλουν έμπνευση να 'σαι το πρωί, γλυκόπιοτο τη νύχτα, στα χείλια σου να γεύονται τo Αμήν σαν καληνύχτα.

(από τη συλλογή "Ενδόγραμμα", εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010)