Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γιάννης Στεργιόπουλος: "Το δίκοχο"


Φιλιά στην αγκαλιά τ' ανέμου
πετούν σε κύκλο τελευταίο,
αφυδατώσεις και καθυστερήσεις γεύονται,
με φόρα και βαριά τα πόδια,
τα πιο ψηλά πέφτουν εμπόδια.
Το δίκοχο φοράω
κι αν νικημένος, πολεμάω
σε εκστρατείες θνητών.

Εξευτελίζομαι πάντα
τις νύχτες στ' όνειρά μου,
μου κάνεις μάγια και χάνω το νου,
καραδοκείς μες τη νύχτα
και ζω στο περίπου,
στ' ανάμεσα γης κι ουρανού.

Πετάω αργά
στην παραμόρφωση αυτή τη φοβερή,
κάθισμα πάντα μπροστινό,
να έχω φάτσα τον εχθρό
και στ' απαλά
τα σούρουπα που ξεδιπλώνονται αχνά,
σε σωριασμένα σύννεφα
κρεμώ σπασμένα τα σπαθιά.

Στα χείλη θλίψη κουβαλάς
μες το ξεβαμμένο σου το κραγιόν,
των παλιών πληγών
μετανιωμένα λόγια
και βραχνιασμένα τραγούδια
και το χωριό το λένε τέρμα,
χωρίς ξωκλήσια, δίχως στάχυα.

Σε δένδρων ελαφριά σκιά
γέρνουν σκαμμένα πρόσωπα,
καταραμένα στέκουν σιωπηλά,
άγγελοι ταλαιπωρημένοι, άχραντοι,
χωρίς φτερά, πεσμένοι.

Σαν χτυπάει η καμπάνα του εσπερινού,
του αβάσταχτου,
πάω στη θάλασσα με τα πόδια
και καθρεφτίζομαι
στ' ασήμια του βυθού.


Σχόλια

Δημοφιλή ποιήματα του μήνα