Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Οκτώβριος, 2014

Ηρώ Νικοπούλου: "Μέρες του σήμερα - Α"

Μικρές οι πτήσεις του απρόοπτου στο σύνορο της μέρας - η κοίλη πλευρά των κοχυλιών το ράγισμα του οστράκου
οι βελούδινες μορφές - ραφές του σκότους κρύα ρυάκια που διασχίζουν το παλιό πατρικό σαλόνι παφλάζοντας μες στον καθρέφτη
Κι εκείνη η αράχνη που απλώνει ρίζα στης πόλης την κοιλιά ως το πρωί και με κατέχει
Τρυγώ δυο στάλες φως ζυμώνω με άπλετο σκοτάδι και να  το γκρίζο το άσφαλτο απόσταγμα του τέλους

Έλενα Λυμπεροπούλου: "Φθινόπωρο"

Δεν έχω άλλη πίστη. Τα μάτια μου σπινθηρίζουν σε κόγχες κεραυνού. Δεν τολμώ να έρθω σε καμία συνέλευση. Μόνο σε ματωμένα τοπία συναναστροφής. Οι νεκροί θα μιλήσουν για όλα, αφού εσύ ζεις. Σε ξεγέλασα, μίλησα υποτιμητικά για τον πόνο, αλλά νύχτωνε και το φεγγάρι άνοιγε σαν πόρτα καταπακτής.

Τόλης Νικηφόρου: "Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται"

νάμασταν, λέει, τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται ή μήπως νάμασταν εκεί ψηλά τα κεραμίδια πλάι στην καπνοδόχο την ώρα που όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός κι ύστερα, λέει, να φύτρωναν κόκκινα κατακόκκινα φτερά στους ώμους μας στα μάτια μας ένας κιτρινισμένος χάρτης για τον ουρανό να ταξιδέψουμε πέρα απ’ τον πόνο και τον θάνατο νάμασταν, λέει, με κόκκινα φτερά ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται


(από τη συλλογή “Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται», εκδ. Νέα Πορεία, 2002)

Λεωνίδας Κακάρογλου: "Μνήμη σχεδόν πλήρης"

Ξεκλειδώνω την πόρτα Ανάβω  το φως Από το ταβάνι κρέμεται η μνήμη Σα σφαχτάρι
Σουρώνουν οι μέρες που έφυγαν Τα χρόνια που έρχονται Η υγρασία σαν φρέσκο  αίμα Πλημμυρίζει τα πλακάκια
Δεν ξέρω πώς να τη στεγνώσω Η σιγαλιά του σπιτιού Τραυλίζει δικαιολογίες Δεν υπάρχει άλλη
Μνήμη σχεδόν πλήρης Από τώρα και στο εξής


(από τη συλλογή «Μνήμη σχεδόν πλήρης», εκδ. Εστία, 2014)

Δημήτρης Σολδάτος: "Τω αγνώστω ποιητή"

Ένα μνημείο σαν του Άγνωστου Στρατιώτη Πρέπει να φτιάξουν και στον Άγνωστο Ποιητή
Στα πεδία των χαρτιών ηρωικώς πολέμησε Με πεζοπόρα τάγματα λέξεων Υπερηχητικά έπεα πτερόεντα αναχαίτισε Κι αιμόφυρτος σύρθηκε στίχο-στίχο Εν μέσω εχθρικών γραμμών Κωδικοποιημένα μηνύματα Απ’ το άφραστο μεταφέροντας
Άλλους τίτλους Απ’ των ποιημάτων του δεν αξιώθηκε Άλλες τιμές απ’ τις τσουχτερές της εκτύπωσης Δεν του απονεμήθηκαν Πέθανε πάμφτωχος από αναγνωρίσεις Και θάφτηκε πλουσιοπάροχα από τις κριτικές
Ένα μνημείο σαν του Άγνωστου Στρατιώτη Πρέπει να φτιάξουν και στον Άγνωστο Ποιητή
Κι αντί τσολιάδες δίπλα του ν’ ακινητούν Και κάποτε να βηματίζουν πέρα-δώθε Τ’ ακύμαντα νερά της λήθης Που όταν τον θυμόμαστε θ’ αλλάζουν βάρδια

(από τη συλλογή «Nobel λόγω ατεχνίας», εκδ. Κονιδάρη, 2008)

Σπύρος Τσοτάκος: "Το μη δυνόν ποτέ"

Πώς να τα ξεφορτωθώ όλα τούτα                βαριά των ημερών ρετάλια
εγώ ο διαβατικός όπως μια αλλαξιά ρούχα            κι όμως τόσο αυθύπαρκτα γυμνός πρωτόπλαστος            σαν ανάγκη
Και πώς να κάμω το εγχείρημα να εισέλθω            στο φέγγος που γεννάει η εγκατάλειψη


(από τη συλλογή «Μετά το γιώτα της ίωσης», εκδ. Κουίντα, 2013)

Μανόλης Γιακουμάκης: "Ροή"

Οι καρόδρομοι με τ’ άστρα – και τα γεφύρια των ονείρων – σπάνε το κέλυφος της νύχτας· κατεβάζουν με τραγούδια το φεγγάρι.
Πάνω στο κύμα της φωνής μου μαστορεύω τη ροή του χλωμού ποταμού.

(από τη συλλογή «Μεταναστεύσεις», εκδ. Οσελότος, 2012)

Στρατής Χαβιαράς: "Ποίηση"

΄Εσκυψα κι είδα στο νερό το προσωπό μου τους κύκλους που μεγάλωναν και γύριζαν μικροί έσκυψα κι άγγιξα του τρόμου το σφυγμό και τον ερμήνευσα αγόγγυστα.

Χρήστος Α. Μιχαήλ: "Αυτογνωσία"

Ως πότε οι ποιητές θα ξαγρυπνάτε; Χιλιάδες βράδια κι αν ξοδέψετε κι άλλες χιλιάδες ξαστεριές θα έχετε πάντα μέσα σας εκείνο να σας κλαίει: ποτήρια αδειανά και δάχτυλα γδαρμένα από στιχάκια αιμοβόρα. Οι μακρινές στεριές σας πάντα θα χτίζονται στο μύθο κι οι προσευχές θα στήνουνε καρτέρια για το χθες κρεμώντας απ’ τους ώμους τους τις άμορφες φαρέτρες των σωτήρων.
Και τι είμαι εγώ για να μιλώ; Ένας απρόσωπος κλητήρας των ονείρων.

(από τη συλλογή "Η καχυποψία ενός άλλοθι'', εκδ. Τετράγωνο, 2010)

Ολβία Παπαηλίου: "Νεκροταφείο αυτοκινήτων"

Μπορώ ακόμα κι ονειρεύομαι τα κόκκινα κεράσια και τα φιλιά στα πίσω μου καθίσματα. Έτρεχα με βυτίο αδειανό στους δρόμους τους νυχτερινούς γλιστρούσα σε γλίτσα πετρελαίου ουρανότοξη, στροβιλιζόμουν σα φουρώ σε λούνα παρκ και σα χαμένη γόβα. Αν έρθεις, μάλλον - όποτε έρθεις: σε κείνο το χωράφι που δεν είχαμε πάει μαζί θα περιμένω, παντός καιρού απομεινάριο, σκουριά παλιότερη.

Δημήτρης Παλάζης: "Παλάμες"

Τα χέρια είναι σημάδια της γης αγκαλιές που ανοίγουν και κλείνουν σαν τις πόρτες απ’ την κορφή ως την άβυσσο ένα βάρος μαγκώνει το πάτωμα η γλώσσα κρύβεται από κάποιον που έγινε καρφί -τον ψάχνει ο ουρανός κάτω απ’ τη γη τον ψάχνει στο χορτάρι που γδύνεται στις πέτρες των άστρων που βγάζουν το πετσί τους πέρα δώθε για να το πάρει ο άνεμος να κλέψει κι από ’να τριαντάφυλλο

Τασούλα Καραγεωργίου: "Τα καπέλα"

Το τζαμένιο μου πρόσωπο μου γνέφει απ’ τον απέναντι συρμό. - Ε! ψιτ! Φωνάζει, τα βαρέθηκα τα σκονισμένα σας ψέματα.
Και, πριν προλάβω ν’ αντιδράσω, εξαφανίζεται προς την αντίθετη κατεύθυνση του τούνελ. Kαταλαβαίνετε τη θέση μου μετά απ’ αυτό. Tρέμω μη μάθει ο ελεγκτής ότι κυκλοφορώ μες στο μετρό χωρίς το πρόσωπό μου. - Καθόλου, μην ανησυχείτε, μου ψιθυρίζει ο διπλανός, από τη στιγμή που έγινε η νόμιμη ακύρωση στη σκάλα της εισόδου, είμαστε όλοι χωρίς πρόσωπο εδώ, μόνο με κάτι υποκατάστατα καπέλα.

(από τη συλλογή "Το μετρό", εκδ. Κέδρος, 2004)

Κλεοπάτρα Λυμπέρη: "Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργη"

Tι είναι ο έρως; Σάλπιγξ ή λυγξ; Ή κρουνός χάριτος του Πατρός μου; O σωματικός της αγάπης δεν ομιλεί· φθείρει τις ανάγκες του όλες μες στη διαρκή                         π ρ ά ξ η. Αν γίνω αυτάρκες πτηνό; H αγάπη: αντί νύχια αυγά. Διορθώνω την ύπαρξη: Σε μια κρύπτη σε γεννώ απ’ τις σάρκας μου τ’ αυγό σε φωτίζω με νόημα:                         σ’  α γ α π ώ. Τα καλούδια του έαρος με λιγώνουν. Της γάτας η προσφιλής ελευθερία περιπαίζει τη δική μου ναυτία         -η γάτα δεν μένει        στα νύχια της φεύγει        η ουρά της μαζεύει        το φεγγάρι που στάζει 

(από τη συλλογή “Η μουσική των σφαιρών”, εκδ. Άγρα, 2007)

Στάθης Κομνηνός: "Το αμέθυστο μετά"

Αγριεμένο όνειρο Αδιάφορη θάλασσα
Διέσχισα πάλι τη Νύχτα σπουδάζοντας Τα μεσονύκτια σ' Εσένα Κι η Νύχτα ένας προδότης Του βάρους των συγκινήσεων Που ταμίευσε μοιραίο Πρωινό... Τ' όνομά Σου προφέρεται με καθαρό Οξυγόνο!...
Αγριεμένο όνειρο Αδιάφορη θάλασσα
Πώς να εξημερώσω τη θάλασσα που γέννησες λέγοντάς την; Ω, μυρίζω τα Ανεπίστρεπτα! Ευδόκησε να γεννηθεί Πρωινό Κι όλα τα επόμενα θα πάσχουν αναιμία Απελπισμένα για αιμοδότη.
Πόση ακινητοποιημένη σιωπή; (γιατί δε μας κατάπιε;)
Αγριεμένο όνειρο Αδιάφορη θάλασσα
Απίστησα μες στην ακινησία Και να σε προφέρω ακόμη βυθίζομαι!... Γίνηκες χώρα μέσα μου Κι εκτοξεύεις ατσάλινη συγκίνηση Για να ραγίζουν οι παλμοί!
Θ' απομείνω στο Μετά μας σ' αυτό τ' αμέθυστο Μετά Τραγούδι μέθης κι αυταπάτης Πίσω απ' τ' αρώματα που εξαπολύεις
Να τρέχω ματαιόπονη γελοιογραφία ευθυγράμμισης με τον Ήλιο
Μα στέρξε στέρξε ένα μεθυσμένο Τώρα ασώματο απ' την απόγνωση ραγιά της ονειροφαντασιάς Έστω ένα, Τώρα Ανυπάκουο στην τάξη του Κόσμου Έστω …

Μαρία Κυρτζάκη: "Δέκα μικρά ποιήματα"

α. Πελάγωσαν κι οι κατσαρίδες Στον τόσο θόρυβο και την ομίχλη Για να σε κοιτάξω Ζωγραφίζω τρυπούλες στο τζάμι
β. Πιο κει απλώνεται ο αττικός Σε σημαδεύει πάνω απ’ το κεφάλι σου Πως δεν το είχες σκεφτεί Κάποτε θα πετύχει το στόχο
γ. Στο μεσότοιχο της πολυκατοικίας Ανοίγω ένα παράθυρο Με φούμε και άσπρες κορδέλες Σε ταχτοποίησα στο ένα του κάδρο
δ. Στέλνεις τα σήματα απανωτά Κι αμέσως τα λαμπάκια αναβοσβήνουν Τί να σου λείπει λέω θησαυρέ μου Το μάνα ή το λάλον ύδωρ
ε. Την κίτρινη γραμμή ακολουθώ Στου δρόμου την παράλληλη κυκλοφορία Σε είδα χτες μεσάνυχτα σε μια βιτρίνα Να μου επιδεικνύεις το κουστούμι σου με έκπτωση
στ. Νοτίζουνε τα πράγματα σα στρέφεις πάνω τους το χνώτο σου Νοτίζουν και των ανθρώπων οι κινήσεις Οι λέξεις γράφουν περιγράμματα Στο χρώμα της σκουριάς
ζ. Τα πολύπλοκα κράτησα για μένα Και σ’ άφησα στα πιο ανώδυνα Γιατί για τα οδυνηρά χρειάζεται το δάκρυ Που βγαίνει κόκκινο Σα φιγούρα ανθρώπου ξημέρωμα στο δρόμο
η. Το λάθος να το τολμάς Να το γυρεύεις Κορνίζα να το κάνεις …

Αγγελική Σιδηρά: "Το ταγκό"

Το ταγκό είναι μια θλιμμένη σκέψη που χορεύεται, είπε.
Είν’ ένας καταδικασμένος έρωτας, μι’ αγάπη απαγορευμένη. Δυο βήματα μπροστά να φύγεις, να ξεφύγεις. Ενδοιασμοί; Ένα: Γυρίζεις πίσω. Ξανά δυο βήματα αποφασίζεις. Νοσταλγία; Ενοχές; Ένα βήμα στο χτες. Αναποφάσιστα λικνίζεσαι κι έτσι ποτέ σχεδόν δεν φτάνεις κι όλο πονάς και διστάζεις όταν χορεύεις ταγκό. 

(από τη συλλογή «Απόπειρα τοπίου», εκδ. Ερμείας, 1994)

Νίκος Μπατσικανής: "Υποχρεώσεις"

Πρέπει να βιαστώ. Έχω πολλά να κάνω. Να κλείσω τα παράθυρα να σβήσω το φως να ξαπλώσω πάλι μόνος να μαζέψω τα "κομμάτια μου".
Και δεν ξέρω αν θα προλάβω!


(από τη συλλογή "Αγρυπνία", εκδ. Γαβριηλίδης, 2006)

Χρήστος Παπουτσής: "Δεν κρίνω"

Δεν κρίνω. Μυούμαι. Στ’ απόκρυφα. Στα πονεμένα μυστικά. Δεν κρίνω. Αποθηκεύω ομολογίες. Μετά, κλειδώνω την αγκαλιά μου και φεύγω. 

(από τη συλλογή "Λήθη η αυτοκράτειρα του κόσμου", εκδ. Άνεμος εκδοτική, 2014)

Γεωργία Δρακάκη: "Σκέτος θάνατος"

Να βάλω φρένο στο τσιγάρο Να συμπαθήσω όσο μπορώ την πραγματικότητα Να ωριμάσω Να ολοκληρώσω Να συγχωρέσω Και χίλιες συγγνώμες να εννοήσω
Να εφεύρω μερικά νόστιμα ψέματα Να κρατήσω την αλήθεια για την ποίηση Να είμαι πιστή Μα λεπτό να μην πιστεύω στων άλλων τις υποσχέσεις
Να διαφωνώ σαν ενήλικας Και να ερωτεύομαι σαν παιδί Να μην ανοίγω την καρδιά μου Μα μέσα της να στριμώχνω Τους πόνους των ανθρώπων
Να μάθω να παίζω με όρους πουλημένου αγώνα Ν’ αγοράσω το σύστημα Όπως μου το πλασάρουν Και σ’ αυτό να χαριστώ Στο τζάμπα
Το κέρδος πάντα θα’ ναι η εμπειρία Μέχρι που θα καταφθάσει Ιδρωμένη και μόνη της Η τελευταία μέρα της ζωής μου Κι εγώ θα ’χω να λέω Πως κράτησα υγιείς πνεύμονες, αξιοπρεπείς φιλίες, καλή καρδιά, σωστό μυαλό και μια ντουζίνα πτυχία στους τοίχους μου. Έμπειρη, πολυαγαπημένη κι αξιομνημόνευτη ως ηθική, ως άτομο του μέτρου.
Θα σωπάσει η τελευταία μου μέρα -οι μέρες μόνο περνάνε, δε μιλάνε- Και θα μ’ αφήσει για μια τελευταία φορά Να σταθώ μ’ αχόρταγο βλέμμα μπροστά στο παρά…

Κώστας Χρυσός: "Άτιτλο"

Ξέπλυν' αλμύρα Απ’ το κορμί μας Φως κι ουρανό Μεσ’ απ’ τα μάτια
Έκοψε η Μοίρα πια την ορμή μας Που να σε βρω Τόσα κομμάτια…

Νίκος Μόσχοβος: "Μια στιγμή"

Μια στιγμή Ένας ήχος Ένας αχός Μια φυγή Ένα χρέος
Η ανατολή και δύση δένουν με τους μυστήριους κύκλους της ζωής Το ρολόι χτυπά ακόμα αδυσώπητα Το φως τρεμοσβήνει Στα κύματα του πελάγου αντικατοπτρίζεται
Οι εκπλήξεις ακόμα τον περιμένουν Οι εκπλήξεις ακόμα τον περιμένουν.
Σιγή, ήχος, φύλο, φλάουτο Ένα παραθύρι μισόκλειστο ανοίγει Και  την μουσική ακούει.
Οι εκπλήξεις μπροστά βρίσκονται Και η αέναη μηχανή δεν έχει ακόμη την τελευταία λέξη
Μια στιγμή Μια φιγούρα Μια εικόνα Τα λόγια και οι πράξεις φαντάζουν σαν το σκάκι
Υπεκφυγές Προσωπεία Χαμόγελα
Το φλάουτο τον γλυκό σκοπό παίζει. "Μην φοβάσαι, ο μπαμπάς είναι εδώ".
Ένα χαμόγελο Μια μονοκοντυλιά Αρχή και τέλος μιας ζωής Κι όμως το θαύμα ακόμα προσδοκά.
Δεν κοιτά πίσω Το σήμερα μόνο ζει.
Οι εκπλήξεις ακόμα τον περιμένουν Οι εκπλήξεις ακόμα τον περιμένουν.
Ο ήχος στο βάθος χάνεται. Κι είναι η στιγμή
Για μια ανάταση Για ένα Φως
Κι ο Άγγελος είπε: "Μην φοβάσαι, είμαι εδώ".

Δήμος Χλωπτσιούδης: "2013 μ.Χ."

Ρακένδυτες εφημερίδες σε παγκάκια
στης αύρας το πέταγμα τ’  αστέρια πεινασμένα
στης νύχτας το πέπλο χλωμά φεγγοβολούν.

Θολοί στίχοι σε εικόνες μουντές,
θύρα κλειστή τα γράμματα παλεύουν να χαλάσουν
σε θαλπωρή όμορφων εικόνων να χωθούν,
μελωδίες να βάψουν με χρώματα ξενοιασιάς.

Ποιήματα όχι αντικλείδια,
λέξεις αντί κλειδαριών,
στο κλάμα του μωρού
το μπαλκόνι σα κοιτά
χάθηκε η μαγεία της ποίησης.

Βιβλία βρεγμένα στη μπουγάδα της ποίησης,
σελίδες σκισμένες στατιστικών ελέγχου
θανάτων και πείνας, πόνου κι αγωνίας,
στίχοι σε ζωγραφιά πολέμου με θύμα την αθωότητα.

Ποιος μιλά για όλα αυτά;


(από τη συλλογή «Η οργή της πεταλούδας», 2013)

Αντώνης Ζέρβας: "Η σιωπή"

Βάλανε τη σιωπή να με πνίξει Κι αυτή μ᾽ αγάπησε.
Κάθεται στα πόδια μου κι απαριθμεί Με πόσους και πόσους πλάγιασε
Κι ακούω τα ονόματα Που ανέκαθεν τιμούσα και σεβόμουν.


(από τη συλλογή «Ωδές και σχόλια», 2006)

Σωτήρης Νικολακόπουλος: "Εξπρεσιονισμός"

Παγιδευμένος στα όνειρά μου προσπαθώ να φύγω, να πετάξω… Δεν μπορώ. Έρχονται οι σκέψεις, έρχεται η ζωή μόνος μου κρύβομαι τι φταίει; Κάθε νύχτα παραδίδομαι κάθε νύχτα μια ταινία, στριφογυρίζω και οι ώρες περνούν. Διαλογίζομαι. Γύρω γύρω πρόσωπα, πολύχρωμα, τοπία! – αφηρημένος εξπρεσιονισμός – Κάθε νύχτα τα κομμάτια μου σκορπάνε. Το πρωί τα ενώνω και ψάχνω να πετάξω σ’ ένα μαύρο πουλημένο ουρανό.

Μιχάλης Βάκρινος: "Στερνή ευχή"

Δεν εζητούσα τα πολλά μια χούφτα ρέστα από ουράνιο τόξο να κράταγα στο χέρι. Την ώρα της στερνής ευχής να ’χω και εγώ μια ελπίδα. Θα την χαράμιζα και αυτή, το δίχως άλλο. Απόδειξη; τούτα τα ερείπια στην άκρη των ονείρων μου. Με ένα αεράκι δροσερό απομακρύνθηκα και την ευχή στην τσέπη. Καλή ζωή, στο θαύμα δεν πιστεύουν οι άνθρωποι

(από τη συλλογή «Απροσδιόριστα ψυχής κομμάτια», εκδ. Διάνυσμα, 2014)

Μαρία Τζανάκου: "Ελπίδα"

Και τι νόμιζες λοιπόν πως  είναι η ελπίδα; Αγάπες, λουλούδια και όλα τα σχετικά γλυκόπιοτα συναφή; Όχι γλυκέ μου… Η ελπίδα γυρεύει πάντοτε χαλάσματα Να ξεφυτρώσει από εκεί 

(από τη συλλογή «Εαρινά ηλιοτρόπια», εκδ. Νοών, 2014)

Αντώνης Περδικούλης: "Παλμός"

Ανέβα το βουνό Βρες το παρθένο χιόνι Είναι καιρός της μνήμης Κι αλαλαγμός της νιότης
Κλείσε γοργά τη μοίρα Σ’ απάτητο λειμώνα Πριν ξάφνου να σου δύσει Η μέρα μες στα χέρια..

Παύλος Λάλος: "Η πόλη του ποταμού"

Στην πόλη του ποταμού υπάρχει ένας κήπος προέκταση ονειρικού καφενείου. Εκεί οι γηγενείς αναπολούν χαμένες δόξες με τον καφέ και το στριφτό, εκεί οι Σεφαράδ ψελίζουν "Μάντρε" με ποιητική νοσταλγία, εκεί οι Μισιρλίδες τις νύχτες χτυπούν τα κρόταλα σ' έκσταση, οι Κονιάροι πίνουν τον καϊβέ τους βαρύγλυκο και οι Μπεκτασίδες στις χάντρες μουρμουρίζουν. Ο ποταμός αιώνες κυλάει, φέρνει κλαδιά και σπαθιά ληστών, φέρνει της μάνας το χαμένο παιδί, ενίοτε κατεβάζει τραγούδια του Β. Τσιτσάνη και στίχους του Δ. Ρήτα, που σκαλώνουν στης όχθης τα καλάμια που όταν γίνουν φλογέρες τα παίζουν με περίσσιο μεράκι.

Αθανάσιος Εφεξής: "Παρ' αισθήσεις"

Όλοι μαζί οι τόσο μόνοι όλοι δε λεν’ αυτό που είναι, τι θα ’θελαν να ζουν αυτό νομίζουν, πες πες και πίστεψαν στιγμή που δεν υπήρχε.
Όλοι ζητούν ό,τι δε θέλουν, κι αν ζεις μαζί ποτέ σου δεν υπήρχες, κι αν πεις γιατί κρασί γιατί δεν πίνεις, πριν δουν εσένα λάτρεψαν, που εκεί ήσουν κι ας μην ήρθες. 

(από τη συλλογή «Έκων καλός», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Νοητή γραμμή"

Καπνοί από τσιγάρα και κούπες γεμάτες καφέ, δίπλα στη νοητή γραμμή, που η δίνη των λέξεων ακουμπά και γνέφει τραυματισμένη τη σιωπή μου.

(από τη συλλογή "Νοητή Γραμμή", 2005)