Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοέμβριος, 2014

Ελένη Δημητριάδου-Εφραιμίδου: "Ωδή στο κενό"

Ανάπηροι στην κεντρική πλατεία πάνω σε καροτσάκια ηλεκτρικά. Ένα φλιτζάνι κούφια ελευθερία αχνίζει στον αέρα ειρωνικά.
Περνούν οι μέρες σαν τις νύχτες. Κλειστά βαγόνια αφήνουν μιαν οσμή. Πάνω στα τραπέζια δόντια από Χειμώνες μασούν σαν τα μαχαίρια την ορμή. 

(από τη συλλογή «Δωριείς και ξυλοκόποι», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Ιορδάνης Κουμασίδης: "Απρόσμενα"

Το γαλάζιο/ ήρθε/ τόσο απότομα/ Σαν παραίσθηση/ εχθρική/ Κανείς δε νοιάστηκε/ Να σβήσει το φως/ Μην τυφλωθώ

Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος: "Μήνυμα σε μπουκάλι"

Παιδιά, πιστεύαμε πως καράβια ολόκληρα χωρούσαν σε μπουκάλια. Κι όταν μας τέλειωναν τ’ ακρογιάλια, τα μπουκώναμε μ’ όση λέξη αντέχανε. Μην τυχόν και παρερμηνεύσει τα όνειρά μας το ανέφικτο.
Παιδιά πιστεύαμε. Τώρα πια, η μόνη αλήθεια : Όσο γεμάτο το μπουκάλι, τόσο γρηγορότερα βυθίζεται.
Ξόδεψα τα χρόνια περιμένοντας κείνο το μήνυμα που προορίζονταν για μένα. Κι όταν η θάλασσα μ’ απογοήτευσε, στράφηκα στον ουρανό. Εκεί, που παρόν και παρελθόν θα συμβεί σε μια στιγμή, είπα μήπως και προλάβω.
Αστέρια μου, ποια ευχή σας ναυάγησε και πηδήξατε στο κύμα να σωθείτε; Ναύτες μου, δίπλα σας! Νησί! Δεν το βλέπετε, ολόγιομο φεγγάρι; 

(από τη συλλογή «Κατά χρόνον ευαγγέλιο», Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2012)

Αλέξανδρος Ακριτίδης: "Ομίχλη"

Ομίχλη έχει πέσει κι η νύχτα βαριά απλώνει το μαύρο της πέπλο.
Στο στόμα μια γεύση τα φύλλα υγρά σαν κλάμα που βγαίνει απ’ το δέντρο.
Αυτή είναι η φύση παράξενη πάντα θολώνει και όλα τα σβήνει.
Ατέλειωτη πτήση αόρατη αύρα ουράνια πόρτα που κλείνει.
Σκεπάζει την πόλη την πάει μακριά μαζί με του κόσμου τις σκέψεις.
Κοιμήθηκαν όλοι τα σπίτια ζεστά δεν έμειναν πια άλλες λέξεις.

Βασίλης Λαλιώτης: "Άτιτλο"

Παραλίες άδοξων σωμάτων.
Την τραβάει η εγγονή της Χρεοκοπίας με την εφηβεία της στο Σχέδιο Μάρσαλ.
Το εκθετήριον βιβλίου δεν λείπει, όπως δεν λείπει από καμία εικόνα παρακμής.
Δεν διαβάζει κανείς.
Τραβάς το λάστιχο από την άκρη του διακόπτη και ρίχνεις νερό στα πόδια σου.
Ένα δέντρο αγνώστου προελεύσεως, μάλλον μεγαλωμένος υπέρμετρα σχίνος με κρεμασμένες τσάντες.
Η γυναίκα που πουλάει τα ψάρια ρίχνει πάγο στις κασέλες και μας κοιτάει σαν γάτα. Διαβάζω μια βιογραφία του Χορκχάϊμερ.
Ο Αφρικανός έχει φορέματα, πολλά φορέματα σε κρεμάστρες και περνάει από τους λουόμενους... Γιατί να πας στη Βραζιλία;
Η βασιλεύουσα του πρωϊνού γυναίκα λόγω σώματος είναι ανήσυχη. Δεν έχει βλέμματα ανδρών.
Ξυπνάω στο πούλμαν της επιστροφής από τηλεφώνημα.

(από τη συλλογή «Θαλάσσια μπάνια», εκδ. Bibliotheque, 2014)

Γιάννης Αντιόχου: "Υ.Γ."

Και έμαθα να κατρακυλώ Όλο και πιο γρήγορα Γεμίζοντας σκούρες μελανιές Σαν τα βαριά χώματα ενός βιομηχανικού δειλινού
Ω κήποι με τα ζωντανά αγάλματα Και τα φρεάτια της νύχτας Που μέσα μας ελοχεύουν τα μάτια δύο κτηνών
Ω εθνικές οδοί με τις λευκές λωρίδες Και τα κίτρινα φώτα πορείας Που πάντα σας οδοιπορούν δύο πεθαμένοι
Ω μεγάλες γέφυρες με τα στηθαία Και τους συρμάτινους πυλώνες σας Που από κάτω σας κυλούν δυο ποτάμια αίματος
Τώρα πια απλώνομαι σαν το βαθύ σκοτάδι Σκεπάζοντας τα μάτια μας με πένθος Και βαριά πληγωμένος Κρεμασμένος στ' αγκίστρια της μνήμης Που σβαρνίζουν την αθανασία Ξεψυχώ 

(από τη συλλογή "Curriculum Vitae", εκδ. Μελάνι, 2006)

Κωστής Τριανταφύλλου: "Νησί"

θ.
η εκπνοή το νησί ξεσηκώνοντας βόμβο βαθύ συμπαντικό πνοή στο θρόισμα των λέξεων εκείνων που μου φέρνουν νησί στο νησί τον αέρα που εισπνέω λέξεις εκκίνησης προπομπούς  περιήγησης     βαθειάς ανάσας


(απόσπασμα από το ποίημα «v» (νησί), 2009)

Μαρία Σφήκα: "Το πολύ και το λίγο (ποίημα πολιτικόν)"

Ι
Προσέλθετε, καλεσμένοι και απρόσκλητοι, να μοιραστείτε τη χαρά μου είπε ο άρχοντας,
Γέμει η τράπεζα και η καρδιά μου άρτων ειρηνικών και πάσης σαρκός τεμάχιον˙ γεννήματα εκλεκτά της γης και οπώρες, πάντα τα κτήνη των ορέων και τα κήτη της θαλάσσης σας προσφέρω: Ευφρανθείτε.
Εν τη πτωχεία μας, καθίσαμε όλοι στο τραπέζι
ΙΙ
Τόση αφθονία, θέτει καθέναν ενώπιον των ευθυνών του˙
Και βρέθηκαν πολλοί που γέμισαν το πιάτο τους μια, δύο και τρεις φορές ενώ η αρετή διαμαρτυρόταν
και άλλοι τόσοι δίστασαν ν’ απλώσουν και να πάρουν μερτικό μήπως δε φτάσει για όλους˙
Κάποιοι, κατέλυαν τα ηδονικά και νήστευαν τα άνοστα
και μερικοί, καχύποπτοι απείχαν από το φόβο μην πληρώσουν
ΙΙΙ
Το λίγο περισσεύει και το πολύ δεν φτάνει˙
Το αρκετό είναι το ερωτηματικό που ο καθένας θέτει στον εαυτό του.
Σηκώνουμε τα βάρη την νοημοσύνης που αισθάνεται
IV
Ο οικοδεσπότης, έκανε πως έτρωγε ενώ εντατικά παρατηρούσε
Την ιερότητα της πείνας και της απληστίας την αλύτρωτη οργή˙
Κρασί δεν κέρασε ποτέ, μόνο ένα τελευταίο λ…

Ελένη Χωρεάνθη: "Τι πότ' εστίν άνθρωπος..."

Ανυποχώρητα μύστες εφήμεροι, του αιωνίου ικέτες, πλάνητες και πλανώμενοι, νοσταλγοί ποιητές, ονείρων απατηλών πωλητές, μεταπράτες, ποικίλων ιδεών στο κενό καταθέτες, δέσμιοι του αρχαίου αινίγματος εσαεί απορούμε τι πότ' εστίν άνθρωπος και τί τη τοιαύτη μοίρα προσήκει ενεργείν δε ή πάσχειν...

Βάσος Γεώργας: "Άτιτλο"

κακήν κακώς βαδίζω σημειωτόν χωρίς κανείς να κρατάει το χεράκι μου σπασμένο στο γύψο κουρασμένος υπνοβάτης σε σχοινί τεντωμένο περίπατο πάνω απ’ το αμείλικτο χάος της νεοελληνικής γλώσσας από πειραγμένα ζάρια χάνω στο μπαρμπούτι το "δ" απ’ τη δασεία και τη μακαρίτισσα ένδοξη περισπωμένη χάνω και τις όμορφες ξέγνοιαστες εποχές που σπαρακτικά ονειρεύομαι πως κάποτε θα έρθουν μια μέρα
καταπίνω σαν κουκούτσια ελιάς θαυματουργά χαπάκια αισιοδοξίας με αριστερό άλλοθι ανάχωμα στους βαρετούς κανόνες της μαύρης λογοτεχνίας και σχεδόν καταποντίζομαι απ’ τη ψιλή βροχή αγκαλιά με πεθαμένους μύθους και με μικρές λεπτομέρειες που ενώ μοιάζουν γι ασήμαντες στο τέλος σε δένουν με σπάγκο τον ομφάλιο σου λώρο φιόγκο σα μπομπονιέρα μέχρι να σου βγει η ψυχή απ’ το στόμα ανάποδα με παρηγοριάς επιφωνήματα
χαμένος κόπος να κλαίμε όλοι μαζί την κακοήθεια του παρόντος κόσμου σαν ορφανά αγρίμια που προσπαθούν να εξηγήσουν με την εις άτοπο απαγωγή το μυστήριο θαύμα της γέννησης ή το ανεξήγητο δυστύχη…

Γιώργος Χριστοδουλίδης: "Ο γιος μου"

                  (στον Θ.Χ.)

Ο γιος μου δουλεύει στα σίδερα έρχεται κατακομμένος δουλεύει γκαρσόνι για τα φιλοδωρήματα τον λιώνουν τα βλέμματα ο γιος μου κάνει θελήματα πεθαίνει ο ήλιος μέσα του. Ο γιος μου μαζεύει ελιές μαυρίζουν πίκρα τα χέρια του. Είναι καλός ο γιος μου ομορφόπαιδο όλοι τον αγαπούν. Κάποτε τον φωνάζουν και σε άλλες δουλειές κάποτε τις νύχτες τον φωνάζουν από τους ουρανούς να κάνει τον άγγελο να ανεβάσει τους πληγωμένους.

(από την ανέκδοτη συλλογή “Γυμνές Ιστορίες”)

Ειρήνη Καραγιαννίδου: "Κατοικίδιο δωματίου"

Με κρατάς απ’ το χέρι
Αχιβάδες και σκορπιοί κοράλια και ατόλες 
Είμαι εκείνο το κορίτσι στο ποίημα 
Που ξυπνά από ένα σιγανό κελάηδισμα εξάρτηση από τα δαμασμένα σε δυο λευκές παλάμες
 Όταν μου ανακατεύεις νύχτα τα μαλλιά "πλαφ πλαφ"  
Και ρίχνεις στις τσέπες γράμματα Να στήσω μια γαλάζια φωτογραφία Σ’ αυτό το ξασπρισμένο φόρεμα 
Να χωρέσω το σεαυτόν.
Με κρατάς απ´ το χέρι Κοράλια και ατόλες
Ό ν ε ι ρ ο   ε ί ν α ι Αχιβάδες και σκορπιοί                        Τ α   θ α λ α σ σ ώ σ α μ ε
σκορπιοί και σκόρπιοι.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: "Το διφορούμενο λευκό"

Κι αν τώρα συγυρίζω και τακτοποιώ αφύσικα φερσίματα φλούδες δύσπιστων λέξεων και μπουκαλάκια αιθέρα και να φανερωθεί ζητώ ’κείνο που δεν ορίζεται
είναι γιατί το τρίξιμο κάθε μισάνοιχτου με έχει αποτελειώσει γιατί οι γνώμες - ακόμη και των ειδικών - διχάζονται αν, λόγου χάρη, στρώνουμε λευκό σεντόνι νυφικό ή νεκρικό του τάφου.
Μα πιο πολύ γιατί, όπως ψιθυρίζεται τα ξύλα ήδη κόπηκαν και συναχτήκαν στη γωνιά κι έξω από εμάς μια δίχως έλεος πυρά κλαδί, κλαδί ετοιμάζεται.


(από τη συλλογή "Το επιδόρπιο", εκδ. Κέδρος, 2012)

Αθηνά-Στυλιανή Μίχου: "Γίνομαι και Είμαι"

Διασχίζω

                   το AΠΕΙΡΟ
              με τα ρούχα του α ν έ μ ο υ.
              Ο χρόνος, ασύρματος              επιστροφής στο πάντα.         Διαπερνώ την αφή της διάπλασης                     εξαϋλώνοντας                                                       τις   α  ι  σ  θ  ή  σ  ε  ι  ς.
              Είμαι η νέα Ιθάκη                 του εαυτού μου.


(από τη συλλογή «Συνιστώσες ορχήστρας», εκδ. Κέδρος, 2014)

Ειρήνη Παραδεισανού: "Ρητορική ένδεια"

Μοιάζουν οι λέξεις μου παιδιά ορφανά Η μάνα τους σκοτώθηκε ευθύς μετά την γέννα Αυτόχειρας σε μια στιγμή γνήσιας ηδονής.
Δεν καταδέχτηκε Από το χέρι να τα πάρει Με προστυχιά τον κόσμο να γνωρίσουν.
Φευγάτε μόνα σας Κραυγάζει Ξυπόλυτα λιγνά και τρομαγμένα Γυρέψετε να σας ανοίξουν πόρτες. 

(από τη συλλογή “Ρητορική ένδεια”, εκδ. Vakxikon, 2013)

Θεόδωρος Ταβουλάρης: "Περί - ουσίας"

Μία - μία καίω τις λέξεις στο βωμό των ασώματων ποιημάτων. Ένα - ένα μαζεύω τα όστρακα από την παραλία κληρονομιά μιας θύελλας μετά το αφρισμένο θέλημα του χρόνου. Μετάλαβα έναστρους χυμούς απόσταγμα κάποιων ημερών. Η μούργα ενός μεθυσμένου κρασιού χορεύει ζαλισμένη κι ύστερα πέφτει επάνω μου στων ονείρων τις αιώρες. Ανυψώνει την ζωή μέχρι την σκόνη της παράνοιας. Όταν με τρών οι μέθες εμένα γίνομαι λιθόστρωτο να περάσει το ευώδες άγγιγμα του προσώπου που με το φάσμα της απώλειας με βυθίζει σιγά - σιγά στη σαρκοφάγο του άνθους.
Τώρα, ξεφτίδια προσευχής κρέμονται απ’ το σώμα της αγάπης. Μην περιμένεις να φωνάξει παρόν ο στρατιώτης που έπεσε στην μάχη, θα τον βρεις στη ρίζα της σμυρτιάς στο ερωτικό χώμα, στην οδό της απώλειας στα μικρά στενά που αναστενάζουν.
Τώρα σιωπή, γύρω από μία πληγή που αναβλύζει συλλαβές. Παρ-ουσία, εξ-ουσία, επί της ουσίας.
Για μένα η λέξη ουσία καίγεται στο βασίλεμα και την αυγή με καίει.

Ιάσωνας Σταυράκης: "Η καταδίκη"

Έχετε ποτέ καταδικαστεί; Χιλιάδες φορές κυρία μου… Τις περισσότερες από τύψεις… Κύριε εννοώ αν έχετε καταδικαστεί ποτέ από το κράτος ; Ναι χιλιάδες φορές κυρία μου… Κουβαλώ στον αυχένα τα σύνδρομα της γενιάς μου… Κύριε… Έχετε πάει φυλακή; Χιλιάδες φορές, αλλά κανείς δεν είδε τα χαρτιά μου… Μάλιστα θυμάμαι κι ένα κακό σκυλί να γυροφέρνει στο κρανίο μου να ακούω τα γαυγίσματά του και να μην μπορώ να μιλήσω… Να μην μπορώ να σκεφτώ και να βλέπω τα δάκρυα μου να κυλούν κάθε που τον έπιανε η λύσσα… Μην με ρωτάτε λοιπόν αν έχω καταδικαστεί… Μην με ρωτάτε τίποτα πια… Θέλω μονάχα μια υπογραφή και θα φύγω… Θέλω μονάχα μια υπογραφή και δεν θα ξανάρθω στον ύπνο σας… Θέλω μονάχα μια υπογραφή για να θυμάμαι πως υπήρξα… Όπως συμβαίνει στην αρχή κάθε ζωής και στην αρχή κάθε θανάτου…

(από τη συλλογή “Μηδέν Γραμμάρια”, εκδ. Ανεμιστήρας, 2014)

Δημήτρης Κολιδάκης: "Σισύφειος απολογία"

Τις Πέμπτες, επισκέπτομαι ψυχές παρατημένες στο ετοιμόρροπο ενδιαίτημα στην άκρη της πόλης μου. Eγκλωβισμένες, σε φυλακές επιμελώς κεντημένες με σύρματα πολυκαιρισμένα μα υφής σκληρής, με λαμαρίνες κρύες μα αθάνατης αντοχής, κολαστήρια μελετημένα για να συγκρατούν με κάθειρξη, προσμονές και μάτια-παραθύρια γεμάτα αλήθειες, ενώ μια αέναος θλίψη σέρνεται στο πάτωμα ανίσχυρη, από την ανθρώπινη γλισχρότητα, να δραπετεύσει. Ύστερο συναίσθημα -"εν αφθονία" όμως- ο φόβος, ανήμπορος πια το σώμα να προδώσει, φίλιωσε μαζί του κι έγινε κραυγή κι αλύχτισμα νυχτερινό. Ελάχιστη προσφορά της καρδιάς μου, το κάθε ξέχωρο αναγύρεμα ανασασμού και σταγόνες απολογιστικής ανθρωπιάς. Επιστρέφοντας στο σπίτι,   αφήνω σ’ ένα ξυλόσπιτο στην άκρη της αυλής μου, σκέψεις και τύψεις. Σκέψεις αγωνιώδεις για το "αύριο" των, από τους άλλους, παρατημένων ψυχών. Τύψεις ασφυκτικές για το "τότε" της, αδικαιολόγητα από… μένα, διωγμένης ψυχής και που βασανιστικά τιμωρούμαι, με μια ατέρμονη Σ…

Γιώργος Ρούβαλης: "Το μουσείο"

Το Μουσείο της Αγάπης μας δεν υπάρχει. Δεν είναι απαραίτητα, ούτε το εισιτήριο της πρώτης ταινίας που είδαμε μαζί ούτε το χωνάκι με φιστίκια που φάγαμε –με τα αρχικά μας, μια καρδούλα και πλήρη ημερομηνία– ούτε ο φελλός από την πρώτη μας φιάλη σαμπάνιας, για να βασιστούμε πάνω τους και να θυμόμαστε Το Μουσείο δεν υπάρχει γιατί η αγάπη μας είναι ζωντανή.

Αποστόλης Αρτινός: "Άτιτλο"

Μίλα μου αλλά μίλησε απλά όπως το ποίημα δεν μπορεί να μιλήσει
Το όνομά σου άλλαζε στη νύχτα το δικό σου όνομα κάποτε διέσχισε τον ήχο των νεκρών
Μίλα μου μίλησε τώρα άφησε τη λέξη σου αργά
Να μεταφέρεται πάλιν με το σύννεφο αλλά πού πέραν;


(από την ανέκδοτη συλλογή «Στην άλλη όχθη της μέρας»)

Γιώργος Κ. Ψάλτης: "Παναγιές Ελένες"

Δεν την μπορώ την ευτυχία, με αναγκάζει σε κρέμες και γυαλιά ώστε να βλέπω καθαρά όσο δεν καίγεται το δέρμα το οποίο με ταύτισε ενώ ως βασιλικός μεταφερόμουν φυτεμένος σε μία γλάστρα που κάποιος διάλεξε κάποια στιγμή - λόγω αυθαίρετης αισθητικής. Δεν τη χρειάζομαι καθόλου ως είδωλο ή ως εικόνα αφού την ίδια ώρα κάθε βράδυ τα αντικείμενα ως σκέψεις σκοτεινιάζουν· αιφνιδιάζονται - είναι η αλήθεια- από ένα σεισμό που συμβαίνει λίγο πριν τις πέντε το πρωί χωρίς να διαρκεί αρκετά ώστε να παύσει τα ρολόγια πριν καταργηθούν από την εξέλιξη της γης που αφηρημένα ταπεινώνεται από εμάς καθότι τη διεκδικούμε από τη φύση των άλλων ζώων που τρέφονται ευθέως από αυτήν, ή των φυτών που ομορφαίνουν μόνο στη διάρκεια της ημέρας - πλην του νυχτολούλουδου και όσων ελάχιστων ακόμη μας δείχνουν πώς να συγχέουμε εσαεί τις σκέψεις με τις αισθήσεις.

(απόσπασμα από τη συλλογή «Παναγιές Ελένες», εκδ. Ίκαρος, 2014)

Ζαφείρης Νικήτας: "Το τέλος του καπνιστή"

Ανάβοντας το τσιγάρο αφήνεις τα χείλη μου άστεγα.
Θα χρειαστώ άκαπνο το στόμα σου με όσα περιέχει και λέξεις και γλώσσα και άσπρα και κόκκινα.
Η πίσσα εκτρέπει τη γεύση σου πικραίνει το μπουκέτο των αρωμάτων με προμηνύματα του χωρισμού.

Θέμης Λιβεριάδης: "Το σπίτι και τα αισθήματα"

Σήμερα θέλω να ’ρθεις στην κάμαρά μου Να ντυθείς πολλά χαμόγελα και μια ποδιά Και ν’ αρχίσεις τη δουλειά – πολλή δουλειά
Να ανοίξεις τα παράθυρα Να φέρεις σκούπες και ξεσκονόπανα Να σκεπάσεις τα έπιπλα Να σκορπίσεις εφημερίδες και παλιές ημερομηνίες Να ανοίξεις τις πόρτες Να κατεβάσεις στο δάπεδο τα πολύφωτα Να με σηκώσεις ψηλά – πολύ ψηλά Να μου φωνάξεις δυνατά πως μ’ αγαπάς
Μέσα σε τόση ακαταστασία Στην προσμονή μιας μελλοντικής καθαριότητας.


(από τη συλλογή "Η Ελευθερία πλαγιάζει σε μαύρο γραφείο", εκδ. Αρμός, 2009)

Φωτεινή Κουφογάζου: "Τα έσω κοίτα να κρατήσεις"

αυτοτραυματίζεσαι στο βύθισμα με εκείνες τις κρυμμένες σκιές να λυμαίνονται την όψη σου... δεδηλωμένοι μετανάστες, αυτοεξόριστοι, στα σπήλαια της νύχτας, που τα σκοτάδια της ορέγονται επιθανάτιος ρόγχος οι ανάσες τους, σύγκρυο το ρεύμα έτοιμο να σε διασύρει στη δίνη του.... μην τις σκιές να φοβηθείς, εσύ... τα έσω κοίτα να κρατήσεις…

Ευγένιος Αρανίτσης: "Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο"

1
ο γάμος βλάπτει το σώμα.
η πληγή είναι θηλυκή.
μάντη, εξήγησε στην πληγή σου τη λαχτάρα των λιβαδιών, της αυγής την ήπια δράση όπου η κάθε ράβδος ασκεί το μαγνητισμό μιας αναπόφευκτης αντρικής βιαιότητας.
τα προνόμια βλάπτουν το πνεύμα.
η σιγή είναι ουδέτερη σαν το πέταγμα.


(από τη συλλογή "Καλοκαίρι στον σκληρό δίσκο", εκδ. Νεφέλη, 2002)


Ειρήνη Βακαλοπούλου: "Βαλς"

Πού ’ναι τα χεράκια που ανέθρεψαν τις λέξεις; Δίχως εσένα, το ταλέντο θα έμενε μισό.
Τι να σου πω Πως στενεύουν οι μέρες στα δωμάτια των ανθρώπων; Το δικό μου το έχω ήδη καταπιεί Άστεγος ζω, ευτυχισμένος.
Τα βράδια βλέπω τους σημαδεμένους ουρανούς Και κλαίω από λατρεία.
Κάθισε μαζί μου, δε θα σε κοιτάζω Δε σ’ έχω δει ποτέ άλλωστε Μόνο την καθαρότητά σου Το στίγμα της.
Μια μικρή σελήνη έχω στο στόμα Ναρκωτικό κάτω απ’ τη γλώσσα Σάλιο με σάλιο στο δίνω, γλείψτο.
Kι έπειτα, πώς ο κόσμος θ’ αντέξει Το βάρος του ασυνειδήτου μας;
(από τη συλλογή «Ανηλικίωση», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Πόπη Αρωνιάδα: "Προσταγές σε κενό"

Σ’ αρέσει να βυθίζεσαι στον κόρφο της εικόνας σου, μες τη βουή του γοερού παράπονου. Τι σου ζητάω; Να μη στέκεις σαν ακάμωτη πράξη, διάλεξε έστω αφαίρεση, ακόμα και διαίρεση κι ας είναι κόμπος που σε δένει σφιχτά με την αοριστία.
Κανείς ποτέ δεν γνώρισε τα ενδόμυχα πλούτη σου, έτσι ζηλότυπα φυλάς τα μυστικά σου. Έχουμε μια θάλασσα μπροστά. Κοίτα το κύμα που καθόλου δε στέκει, δες τη φουρτούνα που τσακίζει ζωές. Δεν έφτασες ποτέ στο βάθος της αβύσσου, αντιμάχεσαι, δίχως έλεος, δίχως τύψεις κι ο λογισμός σου μέσα σε σάλιο πικρό.
Οσμίζεσαι σαν τυφλόμυγα και ρουφάς κλεμμένο φιλί, δεν λιγοστεύει έτσι η σιωπή. Ακούμπα ένα βράχο να νοιώσεις αδιάρρηκτη ύλη, ρούφα το φως, να σκοτώσεις τη νύχτα!

Στέλιος Ροΐδης: "Άντρας"

1.
Παράτησε τον άντρα σε ένα δωμάτιο μόνο του Ένα δωμάτιο που το έφτιαξε όπως θέλει Για να μπείτε μαζί μια μέρα Συμπεριφέρσου σαν να μην έχει συμβεί τίποτα ποτέ στον άντρα Σαν από το δωμάτιο να μην έφυγε ποτέ κανείς Μόνο το κάποτε μέγεθός του Το μέγεθος αυτό λοιπόν η γυναίκα το βρίσκει Και  η γυναίκα σαν τσόφλι το ανοίγει Αρπάζοντας τον άντρα από όλες του τις άκρες, Και η γυναίκα -γυναικεία- το ορίζει Ο άντρας μόνο προσπαθεί να το διευκρινίσει Μουδιασμένος Αποκομμένος Από τους παλιούς χειρισμούς του Άσκοπα ενημερωμένος Αποσυνθετικός Για να μάθει να σκοπεύει Ο άντρας σημαδεύεται διαρκώς στα μάτια Λοιπόν, υπάρχει Ένας χρησμός πολύ παλιός, που λέει κάπου Πως αποκλείεται έτσι να γνωρίζει, τι σκοπεύει πραγματικά.

2.
Και ξέρεις τώρα, Και τώρα ξέρεις ότι οι άνθρωποι δεν έρχονται έτσι Ούτε ανοίγουν πια οι ζωές των ανθρώπων Και από σκιές μείνανε μονάχα οι απομιμήσεις, Και θαυμαστά έργα που θα μπορούσαμε Ίσως να ήμασταν και εμείς Αν δεν αγαπούσαμε τόσο τα θαυμαστά μας έργα Και τώρα ξέρεις,…

Πάνος Ιωαννίδης: "Νοέμβρης"

Οι θολές νύχτες τρεμοσβήνουν
αλλάζοντας πορείες για τις σκιές της φωτιάς
ομίχλη στο βλέμμα καθαρίζει την σκουριά από τις λέξεις σ’ αγαπώ σημαίνει νερό που κυλάει στους δρόμους τις πυκνές ώρες της νύχτας όταν ο ιδρώτας αίμα γίνεται και οι ήχοι χορεύουν ασταμάτητα αγκαλιά με τα ξωτικά
όσοι και όσες σαλπάραμε ως σκοτεινά πλεούμενα νοιώσαμε των βυθών τον πόνο ενώ οι γλάροι τσιμπούσαν τους αφρούς επιστρέφουμε ως πειρατές που τους έκλεψαν τον χρόνο γνωρίζοντας σπάνιες γλώσσες που κανένας δεν θέλει να μιλήσει

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Έδδα"

Αγανίππη μ' εμπνεύσεις "à la carte", σε πεζές εποχές, βήματα μάρκετινγκ μεθυσμένων "8" επάλληλου χθες, ποιητική Έδδα αλλότριων καιρών με δίπολα "Yes!". 

(από τη συλλογή "Ενδόγραμμα", εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010)