Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2015

Έλσα Κορνέτη: "Το αυγό του Brancousi"

Ι
Η γυναίκα μετέωρη ανάμεσα στο εκμαγείο και τον τοίχο Ο άντρας αιχμάλωτος στο περίγραμμα
Έλα λοιπόν Κάνε μια κίνηση Όσο ακόμα η φωνή χαϊδεύει το βλέμμα
Η γυναίκα εκκολάπτεται μέσα στο εκμαγείο
Το ξέρεις ότι μπορείς Σπάσε τη φόρμα
Το εκμαγείο μεγαλώνει Η σχισμή στενεύει
Πες κάτι Σπάσε το τετριμμένο
Πίσω από την καγκελόπορτα εκείνος την κοιτάζει με απορία προσπαθεί να καταλάβει να καταλάβει ;
Η γυναίκα έξω από το εκμαγείο Ραγίζει Μη με κοιτάς Κάνε μια αποκάλυψη Ψάξε για μια παρέμβαση
Το κύμα βάφει τα δάχτυλα των ποδιών στο χρώμα του κρόκου
Η γυναίκα ξαπλώνει κάτω από το εκμαγείο το γύψινο σώμα άδειο κέλυφος ωοειδές χωρίς στίγματα
Οι λέξεις συγκροτούνται σε επεξήγηση όσο το αντικείμενο απομακρύνεται το κενό του χώρου μεγεθύνεται
Ένας άντρας θα εμφανιστεί τον οποίο θα ερωτευτεί Αλλά όχι ακόμα


(από τη συλλογή "Ένα μπουκέτο ψαροκόκαλα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2009)

Παυλίνα Παμπούδη: "Χoλ (1)"

(Προθάλαμος Ανάβω φως Οι ίσκιοι Ανασυντάσσονται Ακαριαία
Ανατριχίλα Ηλεκτρική εκκένωση Χαμηλής τάσης Τρέμολο παρατεταμένο Μαύρο Βιολιού Γάτου αθέατου Ουρά Χάδι στο πόδι του εισβολέα)
- Ήρθες; - Δεν ξέρω - Μένεις εδώ; - Δεν ξέρω - Είσαι ο ίδιος; - Όχι. Ούτε και άλλος - Δεν άκουσα κλειδί - Ποτέ δεν είχα

(από τη συλλογή "Το σπίτι στους 40 δρόμους", εκδ. Ροές, 2011)

Σταύρος Σταμπόγλης: "Στίγμα γυναίκας"

στην Π. Λ.
Γέρμα, πλησιάζω κατά μέτωπο Στιγμιαία αφή χαλκού οι μολυβιές της δύσης Το φιλί του χρόνου είναι δυο σύνορα και τα μαλλιά γίνονται κοκκινόχωμα τ’ ουρανού Ξάφνου απ’ τα δένδρα πέφτει το μελάνι της νύχτας Σταγόνα-σταγόνα στο νερό, σαν σύννεφα μέσα στον άνεμο Ερημιά τρυπώνει στα ισόγεια Στους ορόφους διαδίδονται φήμες επιβίωσης Σε λίγο ο δρόμος θα μοιάζει σκοτωμένο αίμα Μπαίνω στο μπαρ· κοιλιά κήτους Δύτης σ’ ένα ρυθμό από κυλιόμενο μέταλλο Η κίνηση μοιάζει με αστραπιαίες βαρύτητες Πληρώνω το ποτό μου, κατεβαίνω στις τουαλέτες, σώζω μια κατσαρίδα αποφεύγοντας την προσέγγιση και πυροβολώ το λεπίδι της μοναξιάς μου.

Άντεια Φραντζή: "Στιχάρι"

Γυαλιστερό κι ωραίο το κουκούλι Τι κρύβεται κει μέσα αγνοώ Μ’ ένα ψαλίδι απαλά θα χειρουργήσω Κλωστή κλωστή να φτιάξω το στιχάριον Άσπρο ν’ αστράφτει με τον ήλιο Μαύρο με το φως του φεγγαριού.
Κι ύστερα τίποτα – σιωπή Αναμονή ως την κατάλληλη στιγμή Η πεταλούδα σαν θα βγει Να ’ναι ψυχή.

(από τη συλλογή "Στιχάρι", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Σωκράτης Σκαρτσής: "Εικόνα"

Και πώς φεύγουν τα κύματα, ποιες πόρτες θα κλείσουν σε τόση μυρωδιά αλατιού και δροσεράδα χόρτου που ανοίγει η γη μας σε μαρμαρένια νησιά; Η αρχαία κατάρα λευτέρωσε το νερό και τα φρύδια μας κι απορία δεν έχουμε πάνω στις πέτρες σαν οι εσπέρες μαλακώνουν τα βουνά και τα χέρια μας κατεβαίνουμε αλαφροί στα περιγιάλια και ταξιδεύουμε στη θάλασσα άσπρα ιχνογραφήματα. Μα τις αυγές που απλώνουν αλώνια πλατιά σαν τις παλάμες μας μένουμε άνεργοι ανάμεσα άσπρο και γαλάζιο που πόρτα πια ν’ ανοίξουμε άλλη απ’ του σπιτιού μας, που το νερό κρυστάλλινο ποτίζει την καρδιά μας.

Ευρυδίκη Περικλέους-Παπαδοπούλου: "Αναίτιο"

Ο ύπνος Ερχόταν χωρίς ειρμό Δεν τον έδιωξα Αντίθετα Επικαλέστηκα τ’ όνομά του Τη γλύκα, το άλλοθι τη λήθη. Τ’ ανώνυμό του Έτσι κληρονόμησα τα μεγάλα βράδια Από σένα
Ξύπνησα πλούσια Η ψεσινή οδοιπορία Παραδόθηκε στις πρωινές ώρες Ο ύπνος Είχε κάτι από τη γλυκύτητα Της αναζήτησης Τίναξα τα ζεστά σεντόνια Να ξανάρθεις
Το πρωί Το βλέμμα σου άλλαξε Δανείστηκε κάτι ασήμαντα πρόσκαιρο Να με χαιρετήσει Το ’χω ανάγκη μου ’πες Κι εγώ Σ’ αναζήτησα στο ακάλυπτο στήθος μου Που μονοπώλησε τον μονόλογο σου….
Θα μου λείψεις Αν αφήσεις την απόσταση Να μεγαλουργήσει Μ’ έμαθες Να συντηρώ το πέρασμα σου Με τη σιγουριά της δημιουργίας Θα μου λείψεις
Να ’ρχεσαι Βάρβαρα μελετημένος Μισαλλόδοξος Σφετεριστής του χρόνου Και του ονείρου Ναυμάχος, κατακτητής, ιδεαλιστής Προσκυνητής του απροσκύνητου Τ’ ανυπεράσπιστου, τ’ ανύποπτου Να ’ρχεσαι Κι εγώ θα σ’ αγαπώ για ό,τι δεν μου έδωσες, Για τον κόσμο σου Που πονεί στ’ αδιέξοδο, Για τ’ ασυμβίβαστο της μοίρας σου, Την εγκράτεια, Τη μεγαλοσύνη Την ηρεμία Την υπόσχεση. Εγώ θα σ’ αγαπώ Για κείνο που θα ’ρθεις Για κείνο …

Θανάσης Θ. Νιάρχος: "Λίγο πιο ύστερα"

Σιγά σιγά θα κρεμάσουν κουρτίνες στα παράθυρά μας οι άλλοι θα βάψουν τα κεραμίδια μας στην πόρτα μας θα εντοιχίσουν έναν αριθμό δίχως τύψεις για τα γράμματα που δε θα μας στείλουν για τις φιλοξενίες που μας αποκλείουν προσφέροντάς μας μιαν ιδιωτική κατοικία ένα δικό μας αριθμό ένα μόνιμο οστεοφυλάκιο για τους πολυφίλητους το κατώφλι μας θα το πνίξει το χορτάρι ξερριζωμένο αυθαίρετα από ξένη γη ο κισσός θ’ απλωθεί σ’ όλες τις επιφάνειες θα πρασινίσει η στέγη ο σκόρος θ’ αρχίσει να τρώει τα έπιπλά μας κάθε πρωί τόσο γνώριμη θα γίνει η γειτονιά μας που θα τη βλέπουμε με κλειστά τα παράθυρά μας θα καταλαβαίνουμε δίχως κόπο σε ποιόν ανήκει το βήμα που χτυπάει το λιθόστρωτό μας τις νύχτες θ’ αδημονούμε όταν θ’ αργεί ο τρόμος να ’ρθεί την αυγή θα κλαίμε – όπως πάντα γιατί φοβόμαστε τον ήσυχο ύπνο και οι τοίχοι θα γεμίσουν με τις φωτογραφίες των αγαπημένων μας που δολοφονήσαμε με τα ίδια μας τα χέρια μέχρι ν’ ανοίξουμε κάποια μέρα τα παράθυρά μας να δεχτούμε πασίχαροι τον ήλιο που θα στεγνώσει τις μορφές μας πάνω στην ο…

Θεοδόσης Βολκώφ: "Άτιτλο"

Φίλε μου Φίλε μου βλέπω στα μάτια σου την έχθρα που ανάβει λόγια πικρά κι εσύ απόμερα ετοιμάζεις καρφιά σ' έναν αόρατο σταυρό· εχθρούς εχθρούς μού κέρδισαν οι στίχοι λόγια ερπετά οι περήφανοι ρυθμοί.
Ποίηση που μου αύξησες τη φτώχεια που μου πολλαπλασίασες τη μοναξιά να ’ξερες πόσο φως μού έχεις κοστίσει αφού στο μαύρο μόνο καταδέχεσαι να ανθείς.

Κωνσταντίνος Σπηλιώτης: "Δύο λέξεις ψυχορραγούν"

Μάνα πες στα παιδιά σου ότι έμειναν μόνα τους απόψε. Μη στρώσεις τραπέζι, ο πατέρας δε γύρισε ακόμη. Εσύ που ετοίμασες τόσα καλά και οι δουλειές δεν πήγαν κι άσχημα σήμερα, πρέπει να ξεκουραστείς.
Κάθισε στην πολυθρόνα της γιαγιάς κι άναψε τα κεριά. Στέγνωσε το λαρύγγι σου, ζάρωσαν τα χέρια σου, απόψε σαν να γέρασες δέκα χρόνια μου φαίνεται.
Ήλθε ο πατέρας, νομίζω ή μήπως είναι οι φωνές του χθεσινού περπατήματος στην ξύλινη σκάλα, που ψυχομαχούν, είναι;
Μάνα, τα παιδιά σου σ' αγαπούν δεν στο είπαν ποτέ μα σαν έπιαναν το ψωμί το μεσημέρι, ήταν για χίλια σ' αγαπώ το χαμογελαστό τους πρόσωπο. Είναι κι ο πατέρας στο τραπέζι, σ' αγαπάει, μόνο που δεν στο λέει. Άλλωστε τι σημασία έχουν δυο λέξεις σκόρπιες, δίχως γεύση στον ήχο; Έτσι έλεγε πάντα και θύμωνες κι έκλαιγες αν και κουνούσες καταφατικά το κεφάλι.
Μάνα, ποιος σε πίκρανε και μαζεύεις το κορμί σου; Πρέπει να είσαι περήφανη γι' αυτό. Μ' αυτό μας γέννησες και τον Χριστό μ' αυτό Τον γέννησες. Απόψε που σε χάνουμε ευχήθηκα να μας ξαναγε…

Γιώργος Πολ. Παπαδάκης: "Σιωπή"

Η σιωπή είναι η κραυγή του άρρητου. Είν’ η κραυγή που σαν ακούσεις σε τρομάζει. Το άρωμά της άχραντο, κλαγγή αρχαίου δράματος κι η αστραπή της χάδι που αίμα στάζει. Μα τι παράδοξο αλήθεια, τι μεγάλο! Στης σιωπής, όπου ακίνητος αν βυθιστείς, το κύμα, στην έκσταση θα φτάσεις. Τότε θα χάσεις την πυξίδα και τότε μόνο θα χαθούν, οι εξάντες κάθε πρόβλεψης.

(από τη συλλογή "Νέα Ατραπός", εκδ. Δίφρος, 2014)

Αγγελίνα Ρωμανού: "Κλεμμένο αντίδωρο"

Έπλενε τις πατούσες με νερό βρασμένο στα ασπρόρουχα της γέννας. Γύρω απ’ τα μπούτια σύρματα έδενε /χιαστί/ σαν από μόδα βγαλμένα -έτσι για να γελά- και στην τρύπα του λαιμού παράχωνε μαντήλια από βεδουίνων παζάρια που ξαπόσταιναν στους βράχους των ρυτίδων. Και κίναγε προς άγραν βόλων (Ολο)στρόγγυλων Άσπρων Μαύρων και Καφέ να γεμίσει ένα σακούλι Όμικρον για να πληρώνει της χολέρας την τιμή. Στα καπηλειά οι άντρες τη φώναζαν «Η χαλασμένη». Μου σφύριξε κάποιος πως την είχαν βαφτίσει Ευτυχία.

(από τη συλλογή «Κλεμμένο αντίδωρο»,  εκδ. “Ζαθεον Πυρ”, 2013)

Σωκράτης Καμπουρόπουλος: "Δωμάτιο - Έρως"

κάθε καθρέφτης του δωματίου αντανακλούσε επιλεκτικά ένα μόνο μέρος του σώματός του· το κλειδί είχε χαθεί· το φως φαινόταν να έρχεται από κατεύθυνση διαφορετική από αυτή του παραθύρου· οι καρέκλες ήταν σταθερές· η απόσταση άλλαζε στον καθρέφτη (πάνω σε μια παλιά ξύλινη ντουλάπα, στις γυμνές πλάκες)· όλα τα αντικείμενα ήταν διπλά, ασύμμετρα βαλμένα το ένα δίπλα στο άλλο

Μαρία Φίλη: "Μπορώ να είμαι απλώς"

Καθώς απ' το γυρτό μπαλκόνι τ' ουρανού Κυλούσε ο ένας ήλιος μετά τον άλλον Ως την κορυφή της σηκωμένης μου μύτης Τις κορυφές του στήθους και των χειλιών, Αμέσως άσπρισε ένας πόθος σε χνούδι νεότητας.
Μπορώ να είμαι απλώς η σουρικάτα σου Τεντωμένη σε χορδή από τον ουρανό δεμένη Με μάτια μύγδαλα στους ορίζοντες της γης Όλους τους ήλιους να φανατίζω στην ουρά μου. Αν σου φανεί μονότονη η υψομετρία της ερήμου Και μοναχικό το απόβραδο της σπηλιάς
Απ' τις οάσεις την πιο αγαπημένη σου να βρεις Και να με τοποθετήσεις μέσα κεκλιμένη Ανατολική ανάκλιντρη Οδαλίσκη σου Ανάμεσα σε κρόσσια σε παγόνια σε βεντάλιες Ανάμεσα σε σένα και σε ήλιους σφηνωμένους σε Κηροπήγιο ορειχάλκινο ή χρυσό ή σ' επιθυμώ
Κράτα το πλάι μου τη νύχτα Πολυτιμότατο φως φανάρι Ότι νέος πόθος θα γεννηθεί Από στιγμή σε στιγμή φωτός.
(από τη συλλογή «Το πιο παράξενο απόκτημα των εντόμων», εκδ. Μελάνι, 2014)

Δημήτρης Τρωαδίτης: "Θέλω να γράψω ένα ποίημα"

θέλω να γράψω ένα ποίημα μακρόσυρτο σαν τις στριγγιές στις ράγες των τρένων αργόσυρτο σαν τις ακατάσχετες βρισιές στης ζωής μας την πορεία
ανατρεπτικό σαν τις επαναστάσεις που άλλαξαν τα πάντα καθοριστικό σαν τις αποφάσεις τις τελεσίδικες στη μάχη που μαίνεται σαν τα αποφασιστικά βήματα που παίρνονται την ώρα της αναμπουμπούλας στα πεδία των ευγενικών και αέναων μαχών
θέλω να γράψω ένα ποίημα που να μοιάζει με εξιλέωση στα ανοίγματα της ιστορίας στα ανοιγμένα χέρια της κοινωνίας που σέρνεται σε παράταιρες αφθονίες
η ιστορία είναι η μόνη εξιλέωση της ποίησης ενάντια σε μια χλόη μεταλλαγμένη που τρέφεται με δάκρυα κι αίμα δαιμονικά χέρια κι ευλογίες…

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη: "Άτιτλο"

Ναι, δεν έχει να κάνει με το να βρεις να ξαποστάσεις, να εγκατασταθείς. Η εγκατάσταση θέλει βιβλία, πολλά βιβλία, πολλές ώρες να τις περνάς με άλλους. Ενώ η εφευρετικότητα θέλει λιτά δωμάτια μία καρέκλα ένα τραπέζι ένα τετράδιο δύο πουκάμισα, δύο παντελόνια όχι τρία και καθαρά εσώρουχα τόσα ώστε να τα χωράς μεμιάς σ’ ένα σακίδιο μονίμως έτοιμο για τη φυγή. Ζητά να απεκδύεσαι το βάρος γνωστών συντεταγμένων των εξηγήσεων που τις ακολουθούν ζητά να διαζευχθείς τα πάντα βιβλία πιάνα οικογένεια προς χάριν ενός δωματίου γυμνού και δίχως πλαίσια. Τα έπιπλα του νου φτάνουν και περισσεύουν.

(από τη συλλογή "Αστικά ερείπια (και αντιπερισπασμοί)", εκδ. Πόλις, 2013)

Μαρία Λαϊνά:"Άτιτλο"

Φεύγει η νύχτα λείπουν τ' αστέρια˙ οι λίμνες έχουν ξεραθεί˙ ο αθάνατος ήλιος μαστιγώνει αέρα και χώμα
Κι όμως! Η όψη της ψυχής σέρνει νερό και έρωτα
όταν τους καταβάλλει ο ύπνος και τα άνθη του
και στέκεις μόνος˙ τα λόγια δεν σε ωφελούν γιατί φτερά δεν έχει εδώ ούτε θεούς ούτε και φύτρες για να παινευτείς και τίποτα που να τελειώνει
την ώρα που μπαίνει η άνοιξη σαν το σπουργίτι με βρεγμένα πόδια


(από τη συλλογή "Εδώ", εκδ. Καστανιώτης, 2003)

Κυριάκος Συφιλτζόγλου: "Όχι και τόσο αφηρημένη τέχνη"

ίσως κι ο θάνατος να είναι ένα διάλειμμα − κάποιοι το πιστεύουν − στο μπάνιο δίπλα στα ξυριστικά στην καμένη λάμπα της κουζίνας στο κλειστό ψαράδικο λόγω πανσελήνου
όμως εδώ δεν είναι Αϊντάχο ή Λονγκ Άιλαντ παρά το Διδυμότειχο λίγο πιο κάτω από το Τριεθνές
κι ίσως εδώ τα πρωινά χασμουρητά να μοιάζουν με ηφαιστειακές κοιλάδες η γλώσσα ίδια αμοιβάδα το πλειστόκαινο μόλις που να φαίνεται απ’ τον αεραγωγό
κι ίσως ο θάνατος εδώ είναι ένα αντίστροφο καθήκον μία προσποίηση όπως ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι ενός συνοριοφύλακα

(από τη συλλογή «Με ύφος Ινδιάνου», εκδ. Μελάνι, 2014)

Ανέστης Μελιδώνης: "Αντίο"

Έδιωξες το φως Χάρισες τις λύπες Σάρωσες τα μονοπάτια Έστρεψες τα κύματα.
Κι εγώ -αθωωμένος- σε κοιτώ να χάνεσαι σαν να ’σουν από καπνό.

(από τη συλλογή «Αστέρια από χαρτί», εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

Ζαχαρίας Στουφής: "Μέτρια ποίηση"

Από τότε που διορίστηκα ταξιθέτρια του χάους δεν προλαβαίνω να ασχοληθώ καθόλου με την ποίηση. Εσείς, όμως, οι νεο-μυημένοι στη γραφή, και εσείς, οι ακούραστοι διώκτες της σιωπής, είναι καιρός, νομίζω, να γράψετε τα αδιάβαστα ποιήματα. Δεν θα τα τραγουδήσουν οι γενιές που δεν θα ’ρθουν, θα παραμείνουν σε βιβλία κλειστά, όταν οι σαβάνες θα πολιορκούν τα τσιμέντα. Στο ενδεχόμενο ενός οριστικού τέλους να γίνετε οι πιο μάταιοι προφήτες, (αφού κανένας δε θα υπάρχει για να σας δικαιώσει). Γράφτε την ατραγούδιστη και ύστερη κατάσταση του τέλους.

(από τη συλλογή «Η ταξιθέτρια Του Χάους», εκδ. Κάποτε, 2014)

Κατερίνα Ζησάκη: "Προοίμιο για μια εποχή"

μη με μαρτυρήσεις ψέλλισε σταύρωσα φίλησα τα δάχτυλα το παιδί έτρεξε το σκυλί συνέχισε να γλείφει κανείς στο απέναντι παράθυρο Σταδίου άδεια
κοίταξα μια το μαδημένο πεζοδρόμιο και μια την πόλη που ψυχορραγούσε
αύριο η θάλασσα θα έμπαινε στα σπίτια

(από τη συλλογή "Ιστορίες απ’το Ονειροσφαγείο", εκδ. Μανδραγόρας, 2014)

Παναγιώτης Χαχής: "Ανελέητα πρωινά"

Και χάνεσαι Ανάμεσα στα ίχνη Από τόσες οπλές. Ζωήλατα μυαλά Όλα τα πρόσωπα Όλα τα φύλα Του κάποτε έρωτα Zdenka Και Σίσυ, Εν λευκώ.
Πάνω απ’ τον ξεσκισμένο Πλακούντα της Νύχτας, λεωφόροι Καλοκαίρι σαν Φλόγα, τρύπα Στις σελίδες, Κυλιόμενες σκάλες Ως τα σπλάχνα της μέρας. Σέρνοντας τη ζάλη Μισοκλείνοντας Θηλαστικά τα μάτια Στις ξεβαμμένες διαβάσεις.

(από τη συλλογή «Anus Mundi», εκδ. Πανοπτικόν, 2014)

Χάρης Ψαρράς: "Χιόνι και νερό"

Στον αυχένα της νύχτας σκαλώνουν νιφάδες έκθαμβες, λευκές, απ’ το καλέμι ενός αγνώστου γλύπτη σμιλεμένες.
Αν δοκιμάσεις να τις κλείσεις στα χέρια σου, θα λιώσουνε μεμιάς. Στη θέση τους αστράφτει μια σταγόνα φρέσκου νερού, αυτή δεν είναι παρά η σκόνη που απόμεινε απ’ τη χειραψία σου με τον άγνωστο γλύπτη,
μ’ Εκείνον που μειδίασε και σφράγισε γερά την τέχνη Tου ολόκληρη σ’ ένα έργο έτοιμο ν’ αφανισθεί, μόλις θνητός το αγγίξει.

(από τη συλλογή "Τα όντως όντα", εκδ. Κέδρος, 2012)

Τίτος Πατρίκιος: "Η Πύλη των Λεόντων"

Τα λιοντάρια είχαν χαθεί από χρόνια ούτε ένα δεν βρισκόταν σ’ όλη την Ελλάδα ή μάλλον ένα μοναχικό, κυνηγημένο, κάπου είχε κρυφτεί στην Πελοπόννησο χωρίς ν’ απειλεί πια κανέναν ώσπου το σκότωσε κι αυτό ο Ηρακλής. Ωστόσο η θύμηση των λιονταριών ποτέ δεν έπαψε να τρομάζει τρόμαζε η εικόνα τους σε θυρεούς και ασπίδες τρόμαζε τ’ ομοίωμά τους στα μνημεία των μαχών τρόμαζε η ανάγλυφη μορφή τους στο πέτρινο υπέρθυρο της πύλης. Τρομάζει πάντα το βαρύ μας παρελθόν τρομάζει η αφήγηση όσων έχουν συμβεί καθώς τη χαράζει η γραφή στο υπέρθυρο της πύλης που καθημερινά διαβαίνουμε.

(από τη συλλογή «Η πύλη των λεόντων», εκδ. Διάττων 2002)

Γιάννης Λειβαδάς: "Βράδυ στο Marais"

Το ποτήρι μου στη βροχή και νιώθω υπέροχα κάτω απ' τα φώτα των μπαρ αυτόν τον Μάρτιο.
Είμαι νεκρός κι όμως αναρωτιέμαι αν αύριο θα μπορέσω να πεθάνω ξανά σαν άνθρωπος.
Έχω ξεμείνει μα γελοιοποιώ την εκκαθάριση /
δεν ξέρω τι λένε κάποιοι μα ο δικός μου θάνατος σαν ήρθε είχε τα μάτια της μαμής.

(από τη συλλογή «La chope daguerre και Ποιήματα κελύφους», εκδ. Κέδρος, 2013)

Γιάννης Ευθυμιάδης: "Πάνω στο σώμα σου"

Πάνω στο σώμα σου Κυλάει το μελάνι Παίρνει το χρώμα σου Και τότε πιάνει Να γίνεται ουρανός το γκρι ταβάνι.
Βάζω τελεία με τα μάτια σου Κι είναι η παύλα μια ευθεία στο κορμί σου Έλα, κοιμήσου Θα γίνουν τα δυο χέρια μου κρεβάτια σου.
Χτυπούν οι φλέβες μου επάνω στους μηρούς σου Και στους χορούς σου Μπαίνω γυμνός με μουσική το βογκητό σου Στο ποθητό σου αγκάλιασμα Και στους μυώνες τους γερούς σου.
Ποια άγρια πάλη με παραμονεύει πάλι Ποιο τραύμα θαύμα θα με σώσει από τη ζάλη Ή θα με βάλει Βαθιά μέσα στη μαγική σου αιθάλη Σε ποια σου στήθη θ' ακουμπήσω το κεφάλι Να φεύγω απ' τη ζωή αυτή σε κάποιαν άλλη.

(από τη συλλογή «Πάνω στο σώμα σου», εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014)