Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Φεβρουάριος, 2015

Αθανάσιος Τζίκας: "Καταβατικό"

1

Από τον τόπο των ξωτικών ήρθε η μεγάλη μαρκίζα -πωλείται ευτυχές μέλλον- στήθηκε υπενάντια μεν χωρίς ασέβεια δε μπροστά στον πιο παλιό ναό της πόλης σ’ ένα κτίριο βουβό διστακτικά συνέφαγα μ’ ένα μεθυσμένο Διόνυσο που στραβοπατούσε κατακίτρινος στους διαδρόμους του εμπορικού παίζοντας με το μαξιλάρι ακουμπιστήρι του γελώντας απαίσια στις ουρές του κοσμάκη γέλια ρηχά από απέναντι ο αντίλαλος ερχόταν ανεπιεικής -το κακό σας παρελθόν ανταλλάσσεται με μισό ευτυχές μέλλον – η γιορτινή εκστρατεία του καταστήματος με μισό ευτυχές μέλλον και μ’ αυτές τις καλές φυλαγμένες μνήμες τραβούσανε για τον απέναντι ναό σε τελετή μνημοσύνου κουρασμένος ο Διόνυσος επέστρεφε στο τραπέζι μας -μα ποιας απόλαυσης θεός είναι; εκείνο το βράδυ μεθύσαμε δίχως κρασί ή μάλλον κάτι σαν κρασί από το μέλλον θα έρχεται κι αυτό και πάλι στην ουρά μας προσπερνούσε το πεπρωμένο τους τα ίδια ακριβώς πρόσωπα -άραγε τι να ζητάνε πια; κάπως έτσι το κατάστημα έκλεισε ο μεγαλύτερος εχθρός του: απέναντι,
αυτές οι καλές οι μνήμες ότ…

Δημήτρης Λεοντζάκος: "Υψώνω μέσα μου και χαιρετώ"

Υψώνω μέσα μου και χαιρετώ Τρεις λίμνες Που κοιμούνται εντός σου Την άβυσσο στο μέτωπό σου Τη νύχτα Την ψίχα Την οργή των νεφρών


(από τη συλλογή "Τα σκυλιά του Ακταίωνα", εκδ. Νεφέλη, 2014)


Ιωάννα Π. Κρανιώτη: "Λέξεις όλο νότες"

Βάλτε αλυσίδες στη φωνή που τόλμησε και είπε πως νύχτωσε και σήμερα όμως πριν ξημερώσει και μην αφήνετε άλλο πια το κύμα να σαρώνει τις άκρες απ’ το γέλιο μου, τις λέξεις όλο νότες.

Χρύσα Αλεξίου: "Άτιτλο"

ακλόνητος ο φάρος στην άκρη του Στομίου γεννημένος σε πλούσιο βράχο λευκός όταν ήμουν μικρή πίστευα ότι θα αλλάξει θέση η αγωνία θα τον κάνει να μιλήσει ποιός ο πιο σπουδαίος έρωτας ποιός ο πιο τολμηρός άνθρωπος αυτός που έφυγε ο παρατηρητής

Σωτήρης Παστάκας: "Ποίημα αριθμός μηδέν"

Βρήκα, μάζεψα κάμποσα υλικά, τώρα. Έμαθα, μάλιστα, να δουλεύω με μεράκι: Αργά και μεθοδικά. Πριν αρχίσω όμως Την ταξινόμηση, επικαλούμαι τη λήθη Να αλλοιώσει τα περιθώρια των λέξεων, Να επιβάλλει τις δικές της μετατοπίσεις, Στροφές και στίχοι να παρεξηγηθούν Από το ξεγέλασμα της μνήμης.
Γράφω πάνω στα γραμμένα.


(από τη συλλογή "Το αθόρυβο γεγονός", εκδ. Πλανόδιον, 2001)

Νίκος Βαραλής: "Ποιητής στην Επαρχία"

Άκουσε την σιωπή ανάμεσα στα φωνήεντα των δέντρων ξεναγήθηκε μετά στους τρούλους των λέξεων δίνοντας αφορμή στην σελήνη να του λέει τα παραμύθια που άκουσε παιδί. Τελικά ήταν κάτοικος μιας άλλης χώρας και τώρα εξόριστος ιερουργούσε επανάληψη εν είδη ανούσιας τελετής. Συνταξιούχος των ονείρων απολάμβανε την ακηδία του όπως οι γέροντες που κάθονται ως μαύρα χαλασμένα δόντια στα παγκάκια του λιμανιού περιμένοντας ένα καράβι που ποτέ δεν θα έρθει ένα αύριο που δεν θέλουν να φτάσει.
Όταν γυρίζει σπίτι βρίσκει παντελονάκια με στίχους κυρίως από τα παιδικά του χρόνια. Τους παραδίδει αυθωρεί στην γυναίκα του με τρομαγμένα χέρια. Η γυναίκα του ενοχλείται ιδιαίτερα από τα σύμφωνα, τα οποία διαθέτουν οξύτατες γωνίες και τραυματίζουν τους μην προσέχοντες. Αφού καθαρίσει καλά τα ποιήματα ώστε να μην φαίνονται θα του πει υψιφώνως « πολλά ευ για έναν τόπον μικρότατον, είναι πλεονασμός. Πήγαινε αμέσως να φτιάξεις το καζανάκι. Ουδεμία άλλη έχεις προοπτική» Σκαλίζοντας τότε στους βυθούς, θα σηκώσει το βλέμμα και εκ του π…

Θεόδωρος Μπασιάκος: "Το γράψιμο"

Γράφω θα πει δρόμος (κι αντίστροφα…) θα πει δρόμο παίρνω και δρόμο αφίνω θα πει γυρνάω περπάτημα δημοσιές σταυροδρόμια θα πει τόποι / σταθμοί / πολιτείες / άνθρωποι μουσικές των ανθρώπων
Γράφω θα πει δρόμοι της μουσικής και της αγάπης.

(από τη συλλογή «Μαύρα μάτια», εκδ. Πλανόδιον, 2006)

Μαρία Περβανίδου: "Άτιτλο"

Λειψές οι λέξεις μιλώντας για σένα. Λειψό το ροζ που τόσο αγαπώ για να σε ζωγραφίσει. Μένει η ψυχή μου ακέραια, μα δεν σου φτάνει. Έχει ένα ροζ παράξενο και σε τρομάζει.

Μέρη Λιόντη: "Αγγελτήριο θανάτου"

ποίημα αγνώστου χειμαζομένου
με ενδείξεις καρκινικού  αντικρίσματος
διεγράφη την πρωίαν της σήμερον
(το μόνο που στέργουν οι ουρανοί -ωστόσο- λέξεις να Ερανίζομαι)


(από τη συλλογή «Θέρος το χειμαζόμενον», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2014)

Μπέττυ Βελώνη-Κολοκοτρώνη: "Συμφωνία"

Χίλια κουδούνια δονούν το μυαλό μου! Ήχοι τρελοί κι ανάκατοι σαν εκστασιασμένοι νέγροι σε ώρα γιορτής! Γίνομαι ολάκερη ένα ποτάμι ιδρώτα και κυλώ! Βγαίνω απ’ το σώμα μου και τρέχω… και τρέχω!… Στέκομαι κάτω απ’ τη μουριά! Θυμάσαι; Τότε, που πούλαγες και τη ζωή σου στο διάολο, για ένα μελένιο μούρο!... Τα μούρα δεν γλύκαιναν ακόμα! Και της πλουσιογέννας αχλαδιάς όμοιες πέτρινες βολίδες τ’ αραδιάσματά της, ως το ωρίμασμα μην τις προδώσεις!...

(από τη συλλογή «Σε φόντο λευκό, γκρίζο και μαύρο», 1986)

Βασιλική Μάνδαλου: "Βούληση"

Σαν βουληθείς και λέει σου η καρδιά ν’ αποτολμήσεις κάστρο άπαρτο να βρίσκεσαι στη γη, πρέπει θεμέλια γερά και τρυφερόκαρδα πουλιά να καμαρώνεις πως κατέχεις.
Στις οξυκόρυφες επάλξεις και στης Τιμής το Ιδανικό, έστω κι αν αδειανές πια χάσκουν και χορταριασμένες σου οι πολεμίστρες…
…κάστρο άπαρτο θε να ’σαι από το τώρα ως το Αμήν σε κάθε γενεά!

Γιώργος Κουτούβελας: "Πατέρας με μικρό π"

Άνοιξε το βιβλίο και άδειασε τις λέξεις στον ωκεανό· Να πιάσουν πάτο· να μάθουν να ζουν όπως οι πέτρες·
Να ωριμάσουν κάτω από ένα μουχλιασμένο κομμάτι ουρανού
Και να τις ξεβράσει λαδωμένες η θάλασσα· σαν να έχουν μόλις βαφτιστεί.


(από τη συλλογή «Συνταγές για ωμό ρεαλισμό», εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Τζένη Μαστοράκη: "Τα παραμύθια της Χαλιμάς"

Δε μου είναι πια εύκολο μήτε θελητό να γράφω στιχάκια. Γύρω παραμονεύουνε οι σκοτωμένοι με γάντζους και στριφτά μαχαίρια κι ο τόπος αφρίζει ποτάσα. Μου το ’λεγαν ότι στο τέλος η Χαλιμά τα ξέρασε πετρέλαιο τα παραμύθια. Έτσι στους δύσκολους καιρούς παίρνω ένα καλάθι μανιτάρια και παρασταίνω την πεντάμορφη του δάσους. Στην αρχή μοιάζει λίγο σα να βουτάς με το κεφάλι απ' τον τοίχο. Πιο έπειτα το συνηθίζεις και σ' αρέσει.

(από τη συλλογή "Το σόι", εκδ. Κέδρος, 1990)

Γλυκερία Μπασδέκη: "Μ’ αρέσει που συζητάμε πολιτισμένα"

θα σε σκοτώσει το τσιγάρο (είπες)
το τραμ Πατήσια - Λάρισα το νι πριν τα φωνήεντα το ασετόν, οι λάμπες αλογόνου, ένας φαντάρος Κώστας απ’ τον Έβρο (είπα)
θα με σκοτώσει επίσης


(από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Bibliotheque, 2014)


Σταύρος Σταυρόπουλος: "Αντιβιοτικό"

Εγώ στο κελί μου Την ώρα της εκτέλεσης
Ιδρύω φεγγίτες

(από τη συλλογή «Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις», εκδ. Μεταίχμιο, 2009)

Άννα Νιαράκη: "Liberty"

Όρθια, στην αποβάθρα σήκωσα το χέρι μου γνέφοντας ασυναίσθητα στο άπειρο.
Μέσα μου, νοερά, αποχαιρετούσα όλα τα ποιήματα που ξέφυγαν από μένα.

(από τη συλλογή «Το μερίδιο των αγγέλων», 2012)

Κωνσταντίνος Κομιανός: "Απειλή"

Κρουνοί καπνού τα μαύρα σύννεφα ρέουν στης αντίληψης την εγρήγορση
Τιμωρίες σε παράβαση κανόνων παρατήρησης
Έκφραση μετεωριζόμενης μνησικακίας

Ιάσονας Σίγμα: "Άτιτλο"

Δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο από το να φεύγεις τη σωστή στιγμή από ένα δωμάτιο. Το αίσθημα που νοιώθεις καθώς διασχίζεις την πορεία προς την έξοδο. Η νοητή τροχιά που αφήνεις πίσω σου.
Χωρίς εσένα.

(από τη συλλογή "Χρονόσωμα", εκδ. Κέδρος, 2014)

Γιάννης Στεφανάκις: "Σηματοδότες"

Άνθρωποι σίγουροι φορούν τη μάσκα του ουρανού οι μόνοι σηματοδότες φωτεινοί σε πόλη μια χωρίς ορίζοντα
παρόλ’ αυτά τα μαύρα σύννεφα δείχνοντας το πρόσωπό τους το πλήθος μεγαλώνει πότε σιωπή πότε βουή στ’ αυτιά δεν πάνε χάδια
τα χέρια ξύλινα σπαθιά κι ο λόγος σίδερο βραχνάς σε ώτα μη ακουόντων
μα στο λεπτό μα στη στιγμή

κάτι καινούργιο αρχίζει


(από τη συλλογή "Πρόσφυγας Θεός και άλλα ποιήματα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Βασίλης Βασιλικός: "Παντού ακούω τη σιωπή"

Παντού ακούω τη σιωπή.
Στη λιτανεία των κυμάτων, στη μέρα που σβήνει στης νύχτας τη διαδοχή.
Παντού ακούω τη σιωπή. Στη γη που περιγράφει τον ήλιο Και στων άστρων την επαγρύπνηση.
Παντού ακούω τη σιωπή.
Στ' ακατάχτητα βουνά που καταχτούν το φως Στη σκιά που απλώνεται και τρικυμίζει.
Παντού ακούω τη σιωπή.
Πίσω απ' τις φωνές των ανθρώπων, μπρος από κάθε θόρυβο.
Παντού με ακούει μια σιωπή. Παντού με προσμένει μια σιωπή. Μια ατέλειωτα απλωμένη σιωπή το τέλος κι η αρχή της σιωπής μου.

(από τη συλλογή «Τα ποιήματα», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006)

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου: "Άτιτλο"

Ένα κελί με άσπρους τοίχους διψάει για χρώμα αν όχι εγώ, τότε ποια μπήγω τα χέρια μου βαθιά μες στο χώμα να νιώσω. Ξέρεις τι είναι σπάνιο; οι ευκαιρίες ούτε καν οι δεύτερες. Τι να πω δεν έχω κέφια, δώστε μου ένα φάρμακο; έγινε κι αυτό όποιος μένει ακίνητος στο γράψιμο  πεθαίνει.

Φοίβη Γιαννίση: "(Αδηφάγοι)"

με βιάση οι άνθρωποι τον βίο διάγουν ζουν συνεχώς μες στην τροφή καταβροχθίζουνε την μουσική τον άλλο το φως του δειλινού είναι μπροστά και δεν το βλέπω από ανυπομονησία λαιμαργία καταβροχθίζω από φόβο να προλάβω τον χρόνο τα παιδιά μου πριν μεγαλώσουν να προφτάσω να κολυμπήσω να βγω να μαυρίσω να σε κοιτάξω να σε αγγίξω να σε μυρίσω να σε ρουφήξω να σε ξεχάσω να φάω όλα τα ψίχουλα ώστε λοιπόν τα πουλιά όπως η ελεημοσύνη είναι για την αφθονία μία τελευταία δικαιολογία

(από τη συλλογή «Ομηρικά», εκδ. Κέδρος, 2009)

Ιωάννα Γιολδάση: "Ώρα Μηδέν"

Ψυχρές μεταγγίσεις πολιτισμού βολή κατά αυθορμητισμού υλικά εν ελλείψει διαρκώς ένας πίνακας εφιαλτικός βουβή τεράστια συλλογή.
Έπειτα μαζί, στο φύλακα υψώνουμε προσευχή.


Βάσω Χριστοδούλου: "Η κορνίζα"

Άλλαξα θέση στα έπιπλα σήμερα, είχα χρόνο ελεύθερο για ξόδεμα. Έβαλα τον καθρέφτη στον τοίχο απέναντι, να φαίνεται το κελί μου μεγαλύτερο. Μόνο τη φωτογραφία σου δεν ήξερα πού να τη βάλω. Είπα να μπεις στο σύνθετο, με τα ποτήρια τα κρυστάλλινα. Να βγεις κι εσύ όταν θα’ χουμε χαρά στο σπίτι. Να σε πιω στην υγειά μου. Σ’ έβαλα τελικά σε κορνίζα… να δω πώς ακούγεσαι όταν σπας.


Ελένη Χωρεάνθη: "Μετοικεσία"

Την εποχή των βροχών μετοίκησαν στην ψυχή μου αγύρτες άνεμοι πιλατεύοντας νυν και αεί με υλακές την αγρύπνια μου Σ' αφώτιστα μονοπάτια ιχνηλατώντας πορεύτηκα γραμμές τεθλασμένες στον αιώνα χαράζοντας τη σήψη του κόσμου καρπώθηκα
Έκτοτε περιδεής αιωρούμαι μεταξύ αγωνίας και άγνοιας στο ακαταμέτρητο χάος του κυβερνοχώρου γυρεύοντας να καλύψω με λέξεις το χάσμα του απείρου διαστήματος να συλλάβω τ' ασύλληπτα να ζωγραφίσω τα άρρητα τις έγνοιες μου σε μια παλάμη γλαυκού ουρανού να στεγάσω
Ως στρουθίον μονάζον επί δώματι λίγα ψίχουλα φωτός απ’ τους αιθέρες θηρεύω να χορτάσω την πείνα της ψυχής και τη δίψα μου ελπίδα στη μικρή μου καρδιά να ψωμίσω και με πίστη να ντύσω τη γυμνή ανθρωπότητα
Την εποχή των βροχών κατοίκησαν στο κορμί μου δραπέτες άνεμοι Γέμισε σημεία και τέρατα το ασυντέλεστο σχήμα του χρόνου Από τη μετοικεσία των ανέμων γενεές ατελεύτητες

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Χώματα και χρώματα"

Έσπασα μέσα μου Δυο ποτήρια κρασί Και τρεις κούπες τσάι

Μα δεν έκοψα το ψωμί Με το μαχαίρι Που πισώπλατα Κάρφωσα τη λογική μου

Το βράδυ που ξέφυγε Η ανάσα μου Απ' το μετέωρο γιατί Όταν αράχνη έγινε Και παγίδευσε Χώματα και χρώματα

Που η ζωή γεννάει Και τυραννάει Καταραμένες ώρες Έμπνευσης και θανάτου