Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2015

Θάνος Πάσχος: "Εις τα εξ ων"

Το σώμα χρόνια περίμενε. Χέρια το έπλασαν της μοναξιάς με ανυπόφορη επιμέλεια.
Διαλύεται τώρα απ’ τα δικά σου χέρια.

(από τη συλλογή «Φως οδυνηρό», εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Βασίλης Ντούρος: "Άτιτλο"

15 μηνών είπες "μα" Μέχρι τα 13 την έλεγες μαμά και δεν την άφηνες      από το χέρι. Μετά για σένα έγινε μητέρα, ενώ στους φίλους       την αποκαλούσες μάνα.
Μεγάλωσες και μεγάλωσε.
Έγινες 20 και αυτή 47 Την αποκαλούσες "μάνα" πλέον.
Μεγάλωσες και μεγάλωσε.
Την αποκαλούσες Νίκη, Μαρία, Καλλιόπη, Ζορζέτ,      Κατίνα, Νάνσυ, Ελισάβετ, Εύχαρις.
Μεγάλωσες και μεγάλωσε.
Έγινες 40 και αυτή 67 Την αποκαλούσες ίσως "κυρά" κολλώντας δίπλα      το βαφτιστικό της.
Μεγάλωσες και μεγάλωσε.
Έγινες 56 και αυτή 83 Έγινες 56 και λίγες μέρες. Αυτή έμεινε 83
Σε λίγες μέρες, στα σαράντα, θα πιεις κονιάκ και με λίγα δάκρυα που λερώνουν        τη μαύρη σου γραβάτα θα την ξαναπείς μαμά.

(από τη συλλογή "Πορτατίφ με σκανδάλη", εκδ. Μελάνι, 2014)

Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη: "Στιγμές χαράς"

Τα έμαθα από νωρίς: Την πίκρα μου να γεύομαι σ’  ένα ποτήρι τρύπιο, την μοναξιά μου να μετρώ σε ζυγαριά που χάνει.
Έχει η ζωή μας και στιγμές χαράς να μας γλυκάνει.

Αθανασία Καραγιάννη: "Ακατάλληλο θέαμα"

Οι άνθρωποι με κοιτάζουν έκπληκτοι Να περιφέρομαι Ημίγυμνη Με σκισμένα Αισθήματα Και ντρέπονται Να μου πουν Πως δεν πρέπει Να κυκλοφορώ Έτσι Πως υπάρχουν Και μικρά παιδιά Και το θέαμα Είναι ακατάλληλο Δι' ανηλίκους

(από τη συλλογή «Η εκδίκηση των λέξεων», 2014)

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης: "Τακούνια"

Τακούνια κάθε λίγο στον διάδρομο. Έχω την πόρτα μου κλειστή· παροπλισμένος. Άγκυρα η καρδιά μου στο λιμάνι 335. Έχω μέσ’ στα συρτάρια τις αλήθειες μου, μ’ αυτές οι εχθρές μου θα χλομιάσουν.
Και πάλι τα τακούνια στον διάδρομο. Κυρίες λύκαινες, σφήκες που επιτίθενται και μόνο με την υποψία ότι κάτι σκέφτεσαι. Γελάνε δυνατά, να δείξουν ότι είναι ευτυχισμένες, ενώ βουλιάζουν στης μιζέριας τον πολτό. Πρέπει απαραιτήτως να προσέχω· να αφουγκράζομαι τους επερχόμενους γκρεμούς, γιατί όπως λέει και η παροιμία, (στο πατρικό μου Λεξικό Πρωίας), "το ποτάμι κοιμάται, ο οχτρός δεν κοιμάται".

Στράτος Κοσσιώρης: "Βιβλιοπωλεία"

Όποτε τύχει να περνάω έξω από την προθήκη κάποιου βιβλιοπωλείου σαν κάτι να με μαγνητίζει ρίχνω έστω και στιγμιαία το βλέμμα μου - σκέφτομαι, δεν μπορεί κάπου θα 'ναι γραμμένο κάπου θα 'χει γραφτεί αυτό που νιώθω τόσα χρόνια αυτό το σφίξιμο σήμερα το πρωί.

(από τη συλλογή «Τα κάρβουνα», εκδ. (.poema..), 2014)

Θεώνη Κοτίνη: "Συστάσεις"

Όταν λέω τον εαυτό μου μπροστά στους άλλους όνομα και επάγγελμα και τόπο διαμονής αναρωτιέμαι ύστερα αυτό λοιπόν είναι όλο όλος εγώ που υπάρχω μόλις που εκτείνομαι σε μια γραμμή ληξιαρχείου στην επιτύμβια παράταξη των ημερών μου θα ’θελα να προταθώ αλλιώς μα δεν γνωρίζω πώς ας πούμε αντί για όνομα να πω μ’ αρέσουνε τα πορτοκάλια παιδί επέλεγα ένα υπερώο δάσους για να ζω και τώρα φεύγω εντός του δουλεύω στα λατομεία των λέξεων σκάβω βαθιά λαγούμια στην ανάσα μου χτυπώ θλιμμένες φλέβες μες στο νου πουλώ οξειδωμένο λόγο στο κατώφλι σου

Δημήτρης Χαλαζωνίτης: "Άτιτλο"

Κοιτάζω το κάτω ποίημα Ένα χαρτί κόκκαλα και πείνα Κοιτάζω το πάνω ποίημα Και κάμω ό,τι και ο Θεός Αλητεύω στα σύννεφα



Κώστας Μαρδάς: "Περιποίηση"

Παλιά φορούσες τους Θεούς. Μετέπειτα φορέματα της ρίμας. Ύστερα ταγιεράκια των συμβολισμών. Και τα κολιέ ανίας. Ως που μας ξεγυμνώθηκες. Για να φανούν στήθη και μελανιές. Υπερρεαλισμέ μας! Τι άλλο πια να ξεντυθείς παρά το δέρμα σου μεταμοντέρνα ποίηση με ξεσκισμένο τζιν;

Αντιόπη Αθανασιάδου: "Αλφάβητο στερητικό"

μιλάει μισοσκόταδο γεννάει σιωπές το λάλον ύδωρ μια κουταλιά 160 χαρακτήρων ολοκαύτωμα φωνηέντων deadbird cage, atro-city σκοτώνω αυτές τις λέξεις-κατσαρίδες μα αυτές μεταμορφώνονται σε αλγόρυθμους ανάπτυξης ρυθμούς που δεν πονούν σε γκρίζες οθόνες μετανεωτερικοί μονομάχοι με δέρμα από πίξελ χύνουν αίμα από ρεύμα μια γενιά ιδιοφυϊες οκτώ ετών δολοφονούν τα παραμύθια
η εποχή μηρυκάζει τον εμετό της ζητάει μιαν Αντιγόνη αστροναύτισσα να τη θάψει και να μας σώσει

(από τη συλλογή "Τέττιξ ο ψιθυριστής", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Λενέτα Στράνη: "Η απειλή"

Τις ει; Ω άνδρες, φύλακες ανάξιοι ποιός κλέβει νύχτα από τις αποθήκες μας το στάρι για να ταΐσει μικροπούλια στο χιονιά κι έρχονται την αυγή καρδαμωμένα να κουτσουλήσουν το μαρμάρινο περβάζι μας; Συλλάβετέ τον. Πρόκειται για ποιητή

(από την συλλογή «Αλπική ζώνη», εκδ. Κίχλη, 2014)

Αγγελική Κορρέ: "Άδακρυς"

Πάντα θα μας περιμένει η μεγάλη χώρα Στους ομφαλούς της πάχνης μιας μόνο νύχτας Που ο νεκρός θ’ αποφασίσει ν’ αποβάλλει Από την πλάκα του την βλέννα του σαλιγκαριού Απ’ το φυτίλι του τη μίτρα ενός φωτός άγνωστου Βγαλμένο από το μαύρο λάδι, τη στάχτη του ολολυγμού.
Θ’ ανθίσει ένας άνεμος στο ποτήρι της πρώτης αυγής Δροσερός σαν τον βροσαντίτη Το πένθος της παλιάς πόλης θα ‘ναι το σπάργανο Το χερούβ που εξημέρωσε το λεπρό μεσσία Και πέρασε σαν το σοφό που διαβάλλει τα ήθη Υπερήφανα, αλλά ως το θάνατο, στην ήβη της εξορίας
Κανείς στη μεγάλη χώρα δεν πεθαίνει μονάχος Παιδί στα ψυχρά πατώματα της πλατίνας, γερμένο στον πλούτο Δε θα θελήσει τ’ αδιαπέραστα χαλιά της Νινευή Για να πλαγιάσει γυμνό μετά το παιχνίδι
Τα νερά της μεγάλης χώρας θα ’ναι δικά μας
Στ’ ανοιχτά φύλλα της αμνηστίας θ’ αποθέσουμε τα ωάριά μας Και θα περάσει από πάνω τους διάφανος ιχθύς Ανύσταγη αυτή η γυναίκα που ποτέ δε φανταστήκαμε Θ’ αδημονεί να φανούμε μπροστά απ’ τα τείχη της χώρας
Θα περπατάμε πίσω από το φοίνικα Θα καταρρέουν οι σατραπε…

Δημήτρης Βούλγαρης: "Άτιτλο"

Πληρότητα κενού. Πολυπόθητη φυγή. Φυγή στη φυγή, τέλος στο τέλος.
Λείπει...λυπεί. Σκόρπια λόγια..., σκέτη ζωή.


(από τη συλλογή «Η Αρχή του Τέλους», εκδ. ArsPoetica, 2015)

Ασημίνα Ξηρογιάννη: "Εποχή μου είναι η ποίηση"

Λες "εποχή μου είναι η ποίηση" και βουλιάζεις μέσα στις λέξεις αποτυπώνεις μεταφορές για το αδιέξοδο παρόν και ρουφάς με το μολύβι σου τη θλίψη αυτού του τόπου που τον ήξερες για πατρίδα σου. Λες "εποχή μου είναι η ποίηση" και βυθίζεσαι σε σχήματα λόγου γειώνεις τους στίχους σου σε λευκό χαρτί. Λες "εποχή μου είναι η ποίηση" και κάνεις τραγούδι τις αγωνίες σου φτιάχνεις τον δικό σου λαβύρινθο για να απομονωθείς. Λες "εποχή μου είναι η ποίηση" έτσι για να παρηγορηθείς που η εποχή σου σε απαρνιέται και να εξιλεωθείς που την απαρνιέσαι κι εσύ.

(από τη συλλογή "Εποχή μου είναι η ποίηση", εκδ. Γαβριηλίδης, 2013)

Μάριος Αγαθοκλέους: "Άπτερος λύπη"

Καθότανε στην άκρη της και αυλάκωνε κύκλους στους υγρούς κόκκους. Του φώναζε  "Τι κάνεις;" Λες και δεν ήξερε πως του λείπει και η λύπη του  είναι χωρίς φτερά


(από τη συλλογή "Άπτερος λύπη", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Σταύρος Καρακωνσταντάκης: "Σαν άλλοτε"

Τότε από ανάγκη ντυθήκαμε μισθοφόροι κάποιας ιδέας και μοιράζαμε προκηρύξεις ξημερώματα με τις προσφορές των αλλαντικών. Μας είπαν παρανόμους γιατί στις εισόδους των πολυκατοικιών συχνά έγραφε: Απαγορεύεται η ρίψη φυλλαδίων. Λες και η μορταδέλα θ’ ανέτρεπε τον κόσμο.


Δημήτρης Δερζέκος: "Ένστικτο"

Ένας μηχανισμός μας απομακρύνει από την ευτυχία όταν είμαστε μέσα της. Εκρήγνυται στο μαξιλάρι σου ένα βράδυ και σκορπάς σε αναρίθμητα τμήματα μοναξιάς και πάλι. Σ' ένα καταιγισμό σποραδικών εαυτών με μια ταυτότητα ένοχη στα μήκη και στα πλάτη του βλέμματος.
Λες και γνωρίζουμε πάντοτε ότι δεν πρόκειται να τα καταφέρουμε. Και ξεμπερδεύουμε γι' αυτό με την προσδοκία.


(από τη συλλογή «Αμητός Πόλης», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Φώτιος Π. Πάνος: "Σιγή"

Μια κορφή που έχασε το χιόνι και τον αετό, μια αχνή μιλιά που ανασαίνει αργά. Υγρό τοπίο μέσα στα κούφια βράχια που συνθλίβονται οι Θεοί και τα ρυάκια, έρημα δίχως ένα άρωμα. Οδοιπόροι άφαντοι, λαχανιασμένα άλογα, αφεντικά άστεγα, μέλισσες να τριγυρίζουν το νέκταρ στην κοιλιά τ’ ουρανού. Περασμένη η ώρα, δυο δρασκελιές και η ουρά του ποταμού ξαποσταίνει κάτω απ’ τη γενειάδα των σφενταμιών. Η σιγή λικνίζεται, απορροφάται απ’ το πέταγμα των λελεκιών, άλλα τιτιβίζουν και άλλα χειροκροτούν στον χορό που έχει στήσει το νυχτοπούλι. Το δράμα του ήλιου κοιμήθηκε, πέρασε απ’ τα στενά του Γιβραλτάρ έσκυψε ο φάρος και φίλησε το πέπλο, κουδουνίσματα και ερπετά κρυμμένα απ’ το φως, ψιθυρίσματα, μόνο για να πλαγιάσουν όλοι στον κορμό της υπάρξεως.

(από τη συλλογή «Ο πόθος τ’ Ουρανού», εκδ. Λογείον 2014)

Ελένη Γκίκα: "Ύπνος στο μπλε δωμάτιο"

Μετράει τον χρόνο και δεν της βγαίνει πότε γεννήθηκε πότε γονάτισε πότε αγάπησε για πότε θρήνησε σε ποιο δωμάτιο ποια μέρα μήνα ποια χρονιά Σεντόνι και τα σκεπάζει όλα το μούχρωμα μόνο να γίνει νύχτα στο μπλε δωμάτιο Επιτέλους να πέσει, θέλει, να κοιμηθεί.

(από τη συλλογή «Η αρχιτεκτονική της ύπαρξης», εκδ. Καλέντης, 2014)

Κώστας Πυξαράς: "Να κρυφτώ"

να κρυφτώ για λίγο αυτό θέλω. άσε με. ανάμεσα στα μοναχικά δρομολόγια του μετρό στα μάτια που έχουν ξεψυχήσει στα καφέ που δε με ξέρει κανείς εκεί που ποτέ δε χώρεσα να κρυφτώ για δυο στιγμές μόνο απ' τη βία της ψυχής μου απ' την αδυναμία, την έρημο, το αδιέξοδο να χαθώ στα εκατομμύρια των πιθανών συντεταγμένων του πλανήτη κι όσο πιο επιτακτικά θα με ζητά η ζωή πίσω να τελειώσουμε την μισή μας παρτίδα εγώ, τόσο να χάνομαι, τόσο να κρύβομαι να κρυφτώ απ' τα όνειρα που δε δικαίωσα με τί μούτρα να τ' αντικρίσω; με ποια πιστευτή δικαιολογία στην τσέπη; να κρυφτώ για λίγο αυτό ποθώ. άσε με. απ' τις ερωτήσεις τις υποθέσεις τα σχέδια βήτα τους συμβιβασμούς τις ραγισμένες υποσχέσεις. να κρυφτώ πίσω απ' την περιφρόνηση των ανθρώπων κι ό,τι μ' αγνοεί, καταφύγιο μου να γίνει. να κρυφτώ από μένα τον ίδιο απ' την καρδιά μου, απ' τις λέξεις, τα τετράδια, τις μουτζούρες τα βιαστικά ορθογραφικά λάθη. απ' τα λόγια τα τεράστια που δεν είχα τη σύνεση να κρατήσω θαμμένα κι έχουν αμοληθεί λυσσασ…

Στέλιος Ντόμαλης: "Ο τραυματισμός"

Δεν έπεσα απ’ το άλογο, από τον ενθουσιασμό μου έπεσα και δεν έπεσα πάνω στα χώματα, στο γκαλντερίμι έπεσα της περιφρόνησης, όχι του κόσμου, αλλά του εαυτού μου, γι’ αυτό τραυματίστηκα θανάσιμα.

Σοφία Περδίκη: "Αίθουσα αναμονής"

Μέσα στην αίθουσα αναμονής στήσαμε τη σκηνή Τo τοπίο που είχαμε σχεδιάσει είχε στριφώματα ραμμένα ίσια Κάτι ανήσυχες σταυροβελονιές στον ουρανό τις περάσαμε όλες μέσα από τη σακοράφα του χαλκού με το πόδι μας ρυθμικό, τη μηχανή να τραγουδάει. Ένα μαντήλι κεντήσαμε, λευκό κολλαριστό το αγγίζαμε προσεκτικά μωρό είναι είπαμε, τρυφερό έχει και τ’ αρχικά του κεντημένα χρυσά. Τρεις φορές τότε νίψαμε τα χέρια μας με λάδι η ευθύνη μη γλιστρήσει κι όταν έξαλλη ήρθε η θύελλα πεινασμένη πολύ για τάματα και υποθήκες το μάγουλο κόλλησε στο σκοτεινό το τζάμι κι εμείς οι γεννημένοι εσωστρεφείς μέσα στην αίθουσα αναμονής κρυμμένοι πίσω απ’ το γυαλί στις φάτνες ψάχναμε τα χνώτα αδαείς του ψύχους, ένθερμοι ακόμη της αγάπης.

Θάνος Λουμπρούκος: "Μονόστηλο"

                                                [ Did you have a good world                                                    when you died?                                                  Enough to base a movie on?                                                                      Jim Morrison ]

Με σκότωσαν σε μονόστηλο φθηνής εφημερίδας με άκρως συνοπτικές διαδικασίες
Στοιχεία όνομα επίθετο πατρίδα καρδιά όλες οι βιαστικές λεπτομέρειες σαφώς ορισμένες για λύση κάθε αμφιβολίας
Με κρέμασαν σε περίπτερα πάνω σε σχοινιά πρώτη είδηση με την ψυχή μου απ’ έξω Μπορείς να με διαβάσεις σαν περνάς
Τεχνητός φόνος προς τέρψη φιλοθεάμονος κοινού Θα γυριστεί, λέει ταινία η ζωή μου
Οι εμπειρίες σε απόγνωση ποιο σενάριο να συνθέσουν τίποτα δεν πρόλαβα να ζήσω
Έτσι θα χαθώ περαστική σελίδα εγώ ασήμαντη κάτω κάτω ψιλά γράμματα Μονόστηλος Θάνατος σε φθηνή εφημερίδα


(από τη συλλογή "Η εκδίκηση της Ιθάκης", εκδ. Εντευκτηρίου, 2015)

Κυριακή Αν. Λυμπέρη: "Η Εύα"

Έτη πολλά ταξιδεύουν οι ψυχές στη μοναξιά τους κλωνάρια ερέβους σπαθίζουν το δρόμο τους· χαμένες οι ψυχές στο άγνωστο μαλακές από το σχήμα του τίποτα πλάθονται στο άλλο τίποτα μέχρι να συναντήσουν μια αδελφούλα. Τότε χωράει ο καιρός μέσα στα δάχτυλα πιάνεται στην καρδιά μικραίνει γίνεται χρόνος υπαρκτός αληθινός.
Άμα φοβάσαι να δαγκώσεις το μήλο δε θα σου χαριστεί η Εύα γιατί πεινάει συμμετοχή· αυτή γυρεύει το ολοστρόγγυλο τέλειο το ανθρώπινο μέσα στα δόντια να χορταίνει.


(από τη συλλογή "Το κάλλος και το τραύμα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Παναγιώτης Μηλιώτης: "Ένα έπιπλο"

Σιγά σιγά σβήνει το φως στα μέσα σπίτια. Δεν έχουμε τίποτα πραγματικό να πούμε. Μιλάμε λες κι ανοίγουμε ντουλάπια.
Ένα έπιπλο γίνεται με τα χρόνια ο άνθρωπος που αντιστέκεται μ' όλα του τα ξεσκλίδια. Και ούτε λόγος να βρεθεί.- μέχρι το έπιπλο να σπάσει και να σωρεύονται σωροί σανίδια για σκουπίδια.
Το σώμα που χάσαμε είναι η αφήγηση, είναι η άρνηση να ρέουν γεγονότα δίχως σημασία.

(από τη συλλογή "Μια ανάσα δρόμο", εκδ. Ars Nocturna, 2013)

Θάνος Γώγος: "Άτιτλο"

5
θα πεσω
Oνομάζομαι κομμάτι του, ετών τριάντα πέντε
Εγώ καθώς έρχεται απ’ το μέλλον
Είμαστε στα ποδήλατα της αγάπης
Ο δρόμος Ο χώρος που αφήνω ελεύθερο
Ένας μικρός χώρος για ζωγραφική Είμαι


(από τη συλλογή «Γλασκώβη», εκδ. Θράκα, 2014)

Γιώργος Νικολόπουλος: "Ο ξένος (Θυμήσου τα κρίνα)"

Μια παλιά γέφυρα το ποτήρι ραγίζει ψάχνοντας μια διέξοδο
αλλά κοίτα τα κρίνα, κοίτα τα κρίνα
το φεγγάρι μόνο μας βλέπει -χλωμό, ψυχρό φεγγάρι- να κόβουμε τις φλέβες μας

(από τη συλλογή «Γυάλινες βάρκες», εκδ. Μανδραγόρας, 2010)

Νίκη Χαλκιαδάκη: "Θυμός"

Αν ήξερες ότι ήμουν γυάλινη δεν θα με πετούσες στον τοίχο Θα περίμενες να μεγαλώσω Κι αν ήξερα ότι θα πεθάνεις θα σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα Αλλά αν σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα δεν θα πέθαινες. Θα ήσουν στο διπλανό δωμάτιο Δεν φανταζόμουν ότι χωράς σε μια πλαστική λεκάνη Σε μια πράσινη πλαστική λεκάνη Δεν φανταζόμουν ότι θα πλύνω το κρανίο σου στο νεροχύτη με τη λαστιχένια βρύση χωρίς να κλάψω
Έχουν αγριέψει οι άνθρωποι, τα πουλιά, οι σερβιτόροι
Και εσύ σ' ένα μεταλλικό κουτί τι να μου κάνεις Και εγώ με δυο πόδια όρθια τι να σου κάνω και σένα

(από τη συλλογή "Ανάσκελη με πυρετό", εκδ. Μανδραγόρας, 2012)