Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2015

Δημήτρης Ξυδερός: "Άλφα"

ξεσκόνισε την Ουτοπία…
μην ζηλεύεις εκεί που δεν σε σπέρνουνε
πέσε να ξυπνήσεις, δεν έχεις πια εχθρούς
μάθε με Πατέρα
μάθε με πράγματα που γνώριζα

(από τη συλλογή "διαΣταύρωση ΧωΡίς φανάρια", εκδ. Ηριδανός, 2011)

Ορφέας Απέργης: "Ecce homo, man! (Εναίσιμος ωδή)"

Ω παρέστιε, O cinderella man, με τ’ άσπρα δόντια σου τα ξέξασπρα, χαίρε. Χαίρε και δάγκωσέ μας να ματώσουμε  επιτέλους μια φορά για τους σωστούς λόγους, τους  δικούς σου, να δέσει  το κόκκινο γαρύφαλλο, το τσιγγάνικο μέσα  στους κήπους των μανάδων μας που ψάξαμε και βρήκαμε, τα χαίρε τα αλανιάρικα, τα γαρύφαλλα  στο εικόνισμα τ’ Αη Βλάση, με τα φίλα τα περίεργα: We only do nuance here, That’s all we do, Σημαίνει: Μόνο  αποχρώμεθα εδώ, δηλαδή  κάνουμε χρήση καλή του χρώματος, διιστάμενη πυρετική κάθε  που βγαίνουμε, χαμίνια νιούτσικα, και κλέβουμε θαμιστικά τα γυαλιστερά ποδήλατα, θαμιστικά, ανερυθρίαστα.

Ηλίας Φούκης: "Η κορυφή"

Στα παγωμένα κρύα της Ανταρκτικής το μόνο που μου έλειπε ήταν ο Ήλιος ο οποίος βρίσκονταν με περίσσευμα μόνο στην Έρημο της Σαχάρας.
Στη ζέστη και στην ξηρότητα της Σαχάρας το μόνο που μου έλειπε ήταν η Όαση η οποία βρισκόταν με περίσσευμα μόνο στα δάση του Αμαζόνιου.
Βυθισμένος στην Όαση του Αμαζόνιου το μόνο που μου έλειπε ήταν η Κορυφή η οποία βρισκόταν με περίσσευμα μόνο στα βουνά των Ιμαλαΐων.
Τώρα που έφτασα στην κορυφή των Ιμαλαΐων βλέπω ότι από  αυτό το ύψος δεν μπορείς να ονειρεύεσαι τίποτα άλλο.
Σε τούτη την Κορυφή η ασφάλεια και η ησυχία είναι τόσο ακουμπιστές και ανενόχλητες ώστε μπορεί κυριολεκτικά       να  πεθάνω από Μοναξιά.
Γι' αυτό λοιπόν... εφόσον θέλω να ζω η μοναδική λύση είναι η κάθοδος.

Ροβήρος Μανθούλης: "Στον τελευταίο ποιητή της επανάστασης"

Ποιητή, με ντουφέκισες τα μεσάνυχτα Όρθιο στο στίχο σου Έτοιμος να κλάψω.

Τα τελευταία μου λόγια, Σύμφωνα με την παράδοση, Ήσαν: Ζήτω τα μελαψά πρόσωπα Τ΄ ανάκατα μαλλιά Τ’ αρρενωπά πουκάμισα Ζήτω ο ένας
Οι πολλοί Οι Λίγοι Ζήτω τα μπρεντ Οι σαρανταπεντάρες Οι κάνες, το μέταλλο, οι σκανδάλες Ζήτω τα χαρακώματα Τα γένεια, Τα παραμπέλουμ, τα φυσεκλίκια Οι μαύρες μαντίλες, Οι ηρωισμοί: θέματα συζητήσεων στου Λουμίδη. Ποιητή Τώρα Με προετοιμάζεις για μια καινούρια έκδοση της Ιστορίας Για μια καινούρια Ιστορία, Με το ίδιο χαρτί, ίδιο σχήμα, ίδια στοιχεία, ίδιο μελάνι, ίδιο δέσιμο, ίδιο τίτλο.
Εγώ Τώρα Τι να κάνω ; Ν’ αλλάξω πρόσωπο στο χειρουργείο ; Ν’ αλλάξω ψυχή στο καφενείο ; Άλλαξα κι’ εγώ μάρκα τσιγάρων (με τύλιξαν οι ολοσέλιδες διαφημίσεις) Αγόρασα γυαλιά ηλίου Κι’ ερευνώ τις βιτρίνες για ένα καλοκαιρινό πουκάμισο της προκοπής.

Με δυο γκαζόζες, πηγαίνω σινεμά τα βράδια Και παίζω και τον εραστή όταν μου λάχει πρώτος ρόλος (Έτσι που μου αφήρεσαν ολάκερο το έργο, έμεινα ένας άνεργος κομπάρσος που διαβάζει τακτικά τα καλλιτεχνικά…

Αργυρώ Μαντόγλου: "Η απώλεια"

      (στον Στέφανο Ροζάνη)
Το δεξί μου χέρι το πήρε ένας κεραυνός.  Λυπήθηκε ο πατέρας μου, δεν θα ’γραφα εγώ την ιστορία του. Στη θέση του φύτρωσε ένα δένδρο. Έκανα τον κορμό του γέφυρα. Πέρασαν χιλιάδες μυρμήγκια στην άλλη όχθη. Έφτιαξαν σπίτια, οικογένειας, νομίζω ακόμα ζουν. Πέρασε κι ένας θεός, βιαστικός, δεν πρόλαβα να δω το πρόσωπό του ούτε και πού κατοίκησε. Τα μάτια μου δεν φθάνουν μέχρι εκεί.
Όταν πεθάνω, το χαμένο μου χέρι θα μ' αναζητήσει, θα αφηγηθεί ερήμην μου την ιστορία του ποταμού, πριν βυθιστεί στα σκοτεινά νερά για να με συναντήσει.

(από τη συλλογή "Γενέθλια βροχή",  εκδ. Δελφίνι, 1995)

Γιώργος Λαμπράκος: "Άτιτλο"

αν αγρύπνια είναι η αϋπνία της συνείδησης        και ύπνος η αγρύπνια του ασυνειδήτου
            αν η ζωή είναι ένα τρύπιο παλτό δίχως τσέπες                         που δεν αγκυλώνει όταν έχει για φόδρα όνειρα
   τότε αρκεί τη νύχτα να ονειροβατείς                               για λίγα δευτερόλεπτα        ώστε τη μέρα να υπνοβατείς                         για μερικές χιλιάδες ώρες
                   αν τα χάπια σού θυμίζουν πως είσαι διπλά ασθενής        και το ποτό σού θυμίζει πως είσαι διπλά μεθυσμένη
                    αν στο κρεβάτι παλεύεις ισόβια με τον έρωτα και το χάρο               άλλοτε μόνη κι άλλοτε μόνη με παρέα
                          τότε δεν είσαι παρά ένα αντι-όνειρο                   στο νυσταλέο σύμπαν                                       ώσπου να θαφτείς
        δυο μέτρα κάτω απ’ την κόλαση

(από τη συλλογή «Ονειροπώληση», εκδ. Κουκούτσι, 2014)

Άννα Δερέκα: "Αύρα ελευθερίας"

Βρήκα στέγη Όχι σπίτι Σαν τ’ αποδημητικά.


(από τη συλλογή «Υδάτινες φλέβες», 2000)


Χριστίνα Καραντώνη: "Τα ευφωνικά"

Προσθέσαμε στο τέλος Και κείνα τα σύμφωνα τα ευφωνικά Παρέμεινεν όμως η χασμωδία Και η ζωή μας παραπαίει Αναποφάσιστη ακόμη
Αν τραγικού είναι μίμησις Ή πέρα για πέρα τραγωδία

(από τη συλλογή "Πάθη συμφώνων", Eκδόσεις των Φίλων, 2014)

Μαρία Πάλμου: "Φευγάτα παιχνίδια"

Θέλεις να παίξουμε; Φεύγα, βιάζομαι να σε αγγίξω, θα σε κλείσω φυλακή. Τρέχω ευθεία να σε πιάσω στην εκκίνησή σου, μα εσύ διαγράφεις κύκλους κυνηγώντας τη σκιά σου. Φτου ξελευτερία! Εσύ έπαιζες αμπάριζα μα εγώ έπαιζα "φεύγα".


Έμυ Τζωάννου: "Σε νεφελοδρόμια έμπνευσης…"

Οι ποιητές αιώνια ανοχύρωτοι σε αφύλακτες διαβάσεις …
Εκφράζουν ποιητικά αποστάγματα ως χρησμούς που αντικατοπτρίζουν σπαραγμούς και οράματα
Καταιγιστικές μαρτυρίες σε ψυχογραφικές καταθέσεις!


(από τη συλλογή «Εκπνοές ψιθύρων», εκδ. Άνεμος, 2015)

Κική Δημουλά: "Και όμως κινείται"

Σήκω μέρα. Νίψου έτοιμο το πρωινό σου σερβιρισμένος ο κόσμος φρέσκος μόλις τον έκοψαν από το δέντρο του ύπνου.
Πάρε μαζί σου και τ' όνειρό του για μεσημεριανό σου.
Κράτα λίγο και για το σούρουπο θα πεινάσεις θα 'ναι τα τρόφιμα κλειστά.
Μόνο συγκράτησε όσο μπορείς την επιδεικτική φιλάρεσκη εξάπλωσή σου. Αφού ξέρεις η πίσω μεριά ενός βουνού ένα φού να σου κάνει έσβησες πας.  

(από την συλλογή "Δημόσιος Καιρός", εκδ. Ίκαρος, 2014) 

Λεμονιά Μούρκα: "Αγάπη"

Σε παρατηρώ. Ιδίως όταν με κοιτάς. Ιδιόμορφη κατασκευή. Ψάχνω εισόδους για το μεγάλο μυστικό. Ή έστω μια προειδοποίηση για κίνδυνο. Και ξαφνικά ο στιβαρός λαιμός σου.
Εκεί είν’ η δύναμή σου. Κυρίως όμως στα καθαρά σου χέρια.

Βασιλική Μελισσουργού: "Η σιωπή"

Εμπειρικά θα διαλέξω την σιωπή. απηύδησα να παλεύω με τις λέξεις. Ουσιαστικά, Ρήματα, Επιρρήματα, Παραληρήματα της γραμματικής. Γενική κτητική, αυτό είναι οι άνθρωποι. Εγωισμοί, ζήλιες, αστείρευτα πάθη, λάθη. Λέξεις, λέξεις, λέξεις και μόνο λέξεις είναι οι άνθρωποι. Εμπειρικά θα διαλέξω την σιωπή. Βαριές λέξεις, ασήκωτες. Βαριά φορτία, αζύγιστα. Κάποιες μας δίνουν νόημα, τεράστιο νόημα. Παράδειγμα, το συμφέρον. Το συμφέρον μου, Το συμφέρον σου, Το συμφέρον μας. Και το μας σε ελάχιστες περιπτώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η σιωπή . Η σιωπή μου, Η σιωπή μου, Η σιωπή μου. Κτητική, καταδική μου.

(από τη συλλογή «Εγώ, η μέλισσα», εκδ. Σαΐτης, 2013)

Νεφέλη Ανδριανού: "Τώρα πια..."

Tώρα που ο χρόνος συμφωνεί μαζί μας αδιάφοροι, χαρούμενοι να ξοδευόμαστε σε κήπους, ανέμους, θάλασσες σκιτσάροντας νοερά στους τοίχους στίχους που αποπλανούν ανούσιες μέρες.
Τώρα που έρχονται ζεστές ημέρες να φιλήσουμε τα λουλούδια κάνοντας μια πρόποση στην αιώνια μεγάλη μέρα που σα θείο δώρο μας στάλθηκε να δημιουργήσουμε.
Έχοντας πίστη στο Σκοτάδι κατέφτασε να απαγάγει μια απαισιοδοξία αλλοτινή η Γη στολίζοντάς μας άφθονο ανώδυνο Επίκαιρο νέκταρ στο τσούγκρισμα μιας αθανασίας που σε όλους μας κάποιες νάρκες, στιγμές, χρωστά.
Καμία Άνοιξη δε πρόδωσε κανέναν. Υπενθύμιζε αληθινά αρώματα.
Eίμαστε Μόνο Παιδιά.

Ελένη Μωυσιάδου-Δοξαστάκη: "Φφφ…ςςς, Φφφ…ςςς"

Δεν είν’ ο αγέρας. Σαν η ηχώ του κι ένα ρίγος. Καμία κίνηση στο κάδρο, μόνο εικόνα κι ένας  Προκρούστης - τον θυμάσαι;- που ελλοχεύει. Κεφάλι, πόδια, λόγος περισσεύουν. Τι να σου κάνουν κι οι  γενναίες αποδράσεις από τα τείχη  του κανόνα;
Μες τη δειλία του κανόνα δε φυσάει. Οι αυθεντίες τον στηρίζουν σα δοκάρια και των προθέσεων η όποια απαρτία. Από, υπό,  δια, κατά συν αίρεση; Απέλπιδα τη βλέπω- την εξαίρεση!

Μαρία Θανοπούλου: "Θα μου λείψεις..."

Χώρεσες στην πλάτη της θάλασσας τον τοίχο απ’ το στενό σου δωμάτιο Είπες, καμιά φορά μοιάζεις με θάλασσα που τρέχει ν’ αγγίξει την άνοιξη, όμως, κάποτε αγκιστρώθηκες στο πρώτο κεραμίδι και φώλιασες εκεί σαν μικρό χελιδόνι να περάσεις τη νύχτα Θα μου λείψεις, μου είπες Θα μου λείψεις σαν ήλιος με ορθάνοιχτη πόρτα, κι όταν η θάλασσα γίνει φθινόπωρο
θα φωλιάζεις αθόρυβο χνώτο στην πρώτη βροχή που θα γλυκοφιλά το τζάμι που κοιτάς

Κατερίνα Κωστάκη: "Νικήτρια της ζωής"

Πάλι νικήτρια θα γενώ στο δάσος της ψεύτικης πραγματικότητας.
Τα βέλη του αγνώστου δεν μ’ αγγίζουν γιατί έμαθα να ζω στα όνειρα μου.
Εκεί συνάντησα το όμορφο και το Καλό εκεί συνάντησα το Φωτεινό.

(από τη συλλογή «Συμπαντικό φως», 2008)

Σπύρος Ποταμίτης: "Μικρή αφήγηση"

Έτσι χάθηκε αυτός ο άνθρωπος: Μ’ ένα τυφλό κλειδί στο χέρι κάπου στην έρημη πόλη περπατώντας. Τίποτα δεν κρατούσε μαζί του. Τα χείλη που τον βάσταγαν τα έριχνε στους στεναγμούς. Σώματα δωρισμένα της μουσικής -έλεγε- για να ζηλεύει η μοναξιά. Τίποτα άλλο.
Έτσι χάθηκε κι αυτός ο άνθρωπος: Μ’  όλα τα χρώματα της σκοτεινιάς αναμειγμένα σ’  ένα τυφλό κλειδί… Τίποτα άλλο.

(από τη συλλογή «Διαδρομές»)

Κώστας Δεληγιαννίδης: "Λεξάριθμοι"

Λεξάριθμοι είναι ο θησαυρός που αιώνια θα φρουρούν οι ποιητές στην κρύπτη της λήθης

Σωτήρης Πολύζος: "Παρανόησις"

Καταξίωση και φήμη και χλιδή το "και" στην πληθωρική του απογείωση -προαισθάνομαι ανώμαλη την γείωση- Των εκλεκτών καρπών η γεύση πλέον δεν είναι αισθητή Των κρουνών των μελιρρύτων σαν να στέρεψε η πηγή Μέσα στων ηθών την καθάρια κρίση κάποιοι ψάχνουν για ζωή Με ελπίδα, δίχως πείρα, με φωνή διστακτική κάνουν έφοδο στης Τύχης την "αφύλαχτη" στιγμή Και αν νικήσουν, τι κι αν χάσουν Τίποτα δεν τους κρατεί Αυτεξούσια ζητάνε την δική τους την πνοή.

Τάσος Πουλτσάκης: "Το menu"

Πολλά έχει απόψε το menu. Ματαιώσεις, προσδοκίες, αυταπάτες… Μ’ ένα και μόνο άγγιγμα βρίσκεσαι στο χάος… Πού να σταθείς εκεί… Τα πόδια δεν αντέχουνε το βάρος. Όμως, πρέπει να περπατάς, αυτή είναι η διαταγή                       κι εγώ αυτή την περπατησιά δεν θέλω να τη μάθω.

(από τη συλλογή "Η συνταγή")


Γεώργιος-Κάρολος Τσιλεδάκης: "Μελάνι από πορφύρα"

Κάνε τον καγχασμό σου μια ωδή
Θρηνητικό εμβατήριο τ’ αυτιά σου να χαϊδέψει
Και σε μελάνι πορφυρό βούτα το πινέλο
Χρωμάτισε την θλίψη σου το γκρίζο βάφοντας το
Κι αν η μαυροντυμένη μοίρα σου καλέσει καταιγίδα
Με δάκρυα να σ’ εξαγνίσει σκουπίζοντας τους ρύπους
Το χρώμα το νωπό να που ξεθωριάζει
Και πάλι γκρίζο γίνεται μα μην το ξαναβάψεις
Μελάνι ήταν το αίμα σου
Σιγά-σιγά τελειώνει

(από τη συλλογή "Όρνια - Λάµιες", 2014)

Μάρκος Σκληβανιώτης: "Παρόν"

Πριν από την αρχή / και ύστερα από το τέλος / πλήξη, / αιωνιότητα χωρίς κανένα ενδιαφέρον. / Γι' αυτό κι εγώ λοιπόν / ομνύω / λάτρης του ερωτικού παρόντος.

(από τη συλλογή "Συνέπειες του πραγματικού", εκδ. Γαβριηλίδης, 2006)

Παναγιώτης Δαμκαλής: "Κορεσμός"

Την κάθε μέρα ανελλιπώς ενδύομαι την ξένη φορεσιά και με μάσκα σοβαρή και μετρημένη διαβαίνω του χρόνου το τίποτα Κορνάρω να με κοιτάξουν τα γυάλινα βλέμματα των ομόσταβλων Ποιμήν μαζί και ποίμνιο βελάζω τη γλώσσα που ποτέ δεν έμαθα Τι καρτεράμε; Αβυσσαλέα δίψα σε ρηχή ποτίστρα καλοί χωράνε χίλιοι στο μηδενικό πηλίκο


Στράτος Κ.: "Πρώτη πατρίδα"

Θυμάσαι τα ολοφώτεινα πρωϊνά; Τις Παρασκευές;.. Τα δροσερά κορίτσια του νότου μας… Τον πατέρα τον θυμάσαι; -άτρωτος κι ατρόμητος, παρέχων ύψιστη ασφάλεια στα του οίκου. -μόν’ ο θεός πιο πάνω! Τη μητρική ευωδιά;.. την αγκαλιά της! – πρώτη πατρίδα… Τις σκανδαλιές με τ’ αδέλφια;..τους φίλους, τις ζαβολιές, Τα παιχνίδια – ζωντανὰ ήταν διάολε!-. Το τρομαχτικό δωμάτιο, το θυμάσαι;.. καθώς σε κυνηγούσε το σκοτάδι του… Τις γεύσεις;.. τις οσμές;.. την άμμο στα χέρια σου; το κρυφτό στα σύννεφα το θυμάσαι; το γάλα που χύθηκε στ’ άστρα;.. Πού είναι τώρα όλ’ αὐτά; Εσύ, ποιός είσαι;.. Δεν πάλιωσε ο κόσμος ανόητε, ούτ’ η ζωὴ εγέρασε… Μα εσύ! Εσύ άλλαξες μάτια.

Σοφία Πιπέρου: "Η ζωή από μέσα"

Η μοναξιά ανεβοκατεβαίνει στα πεζοδρόμια Τόσοι άνθρωποι μόνοι Ο καφές στο μπρίκι Άρχισε να χύνεται Μου χάλασε τη μέρα Και αυτό το παράθυρο δε λέει Να ανοίξει Σφραγισμένο τόσους μήνες με κρατά Σε αναμονή παρατήρησης Ελεύθερος σκοπευτής του συναισθήματος Και τι θα απογίνει Ο έξω κόσμος;

Παύλος Παρασκευαΐδης: "Ένας θάνατος"

Τα τελευταία γλαροπούλια είχαν αναχωρήσει πριν χρόνια με σηματωρό τη Σελήνη. Τον περασμένα μήνα πέθανε ο χρόνος. Μονάχα κάτι περίεργα μάτια είδα να κοιτούν το πτώμα του σαν αξιοθέατο.
Γι’ αυτήν την αθανασία ψάχναμε τόσους αιώνες;

(από τη συλλογή «Μουσείο κέρινων ποιημάτων», εκδ. Ενδυμίων, 2014)

Γρηγόρης Σακαλής: "Κουρασμένη αγάπη"

Είπες πως μ’ αγάπησες πολύ μα τώρα πια κουράστηκες κι αν ζήσαμε μαζί τη μισή ζωή τώρα θέλεις την υπόλοιπη να τη ζούμε χώρια η αγάπη σου λιγοψύχησε γέρασε και πέθανε μα τι αγάπη ήταν αυτή που δεν άντεξε σε κακουχίες που αδιαφορεί τώρα για τον αγαπημένο της εγώ και τώρα σ’ αγαπώ που μ’ απέρριψες που μ’ αρνήθηκες κι αν δεν με θέλεις πια δεν θέλω να μ’ αγαπάς η αγάπη η δική μου μου φτάνει.

Πάνος Ιωαννίδης: "Το όπλο του ποιητή"

καθώς βάδιζα αμέριμνος μέσα στη βροχή σκόνταψα πάνω του όπως κοίταζε του δρόμου την στροφή
το βλέμμα μου αντίκρισε ξαφνικά το ένα του μάτι ήταν σκοτεινό χωρίς κόρη η ίριδα στραφτάλιζε στο βάθος ζωή έτοιμη να χαθεί ανά πάσα στιγμή για κάτι που δεν πιστεύει αλλά το ζει
το όπλο με κοίταξε με τη σειρά του έχω τόσα να σε ρωτήσω είπε αλλά δεν προλαβαίνουμε οφείλω να σε πάρω μέσα μου είναι στη φύση μου μη με παρεξηγείς μόνη σου ευκαιρία να σωθείς  να με κάνεις δικό σου
μελάνι έχω μπόλικο αποκρίθηκα χύνεται  στου ποταμού την όχθη και ξέρω να χάνομαι στου πόνου τις σπηλιές όμως για σφαίρες έχω λέξεις θα σε γεμίσω και θα χτυπάς στο ψαχνό των στιγμών
το όπλο εκπυρσοκρότησε από την ταραχή του και η σφαίρα έγραψε στο χέρι μου τη μοίρα του ποιητή


(από τη συλλογή "Ποιήματα της στιγμής και άλλες ουτοπικές ιστορίες")