Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάϊος, 2015

Γεωργία Γιαννιού: "Ασκληπιείο Βούλας"

Στο κοιμητήρι βουβάθηκαν τα κόκαλα κι όλο έγινε ένα μπλαβί ποτάμι άβυσσος. Ένα μάτι με κοιτούσε μέσα από τις πευκοβελόνες. Ήσουν εσύ κοντά μου και γιόρταζες την εκατοστή επέτειο του θανάτου σου. Ψέματα, δεν ήσουν εσύ εκείνο που θα με συντροφεύει πάντα ήταν.
Το πρωί η νοσοκόμα μου έφερε γλυκό κουταλιού αντί για αντιβιοτικό· πάντα μου άρεσε το γλυκό κουταλιού αφήνει μια γεύση που σε λιγώνει σαν τη λαχτάρα για ζωή. Λίγο σιρόπι απόμεινε στο πιατάκι μ’ αυτό ξεγέλασα το θάνατο κι ύστερα μου είπες: "Περίμενε να ξημερώσει Κυριακή. Ο θάνατος αργεί τις Κυριακές".

Παναγιώτης Λογγινίδης: "Το δώρο"

Πόσο σου πάει το καινούργιο φόρεμα που σου αγόρασα Το διάλεξα μες στην πληθώρα των συναισθημάτων μου Παιδεύτηκα. Έπρεπε να εσωκλείει θλίψη Τόση, όση η απόσταση που μας χωρίζει; Γυναίκα
Πρόσεξα να ’χει διάσπαρτα λουλούδινα πάθη σε κάθε χρωμάτινο σφίξιμο της καρδιάς Δεν μ’ ενδιέφερε αν η αιτία ήταν η χαρά ή η λύπη
Κοίταξα να ’χει μήκος εφήμερο Ούτε πιο κοντό, ούτε πιο μακρύ Τουλάχιστον να ζήσει όσο το φοράς
Φρόντισα ν’ αφήνει έξω κάθε ιδιομορφία σου Εύμορφες σκέψεις, μελαχρινά νάζια Το στήθος σου να το καλύπτει όπως το ψέμα την αλήθεια Σιγά σιγά να το αντιλαμβάνεσαι
Μα πάνω απ’ όλα πρόσεξα να ’ναι ολόιδιο εγώ Να ενώνεσαι σαν το φοράς με το περιεχόμενό του Να το ανέχεσαι επάνω σου όσο διαρκεί μια ανθρώπινη στιγμή Για τώρα ή για πάντα

(από τη συλλογή "Αναίτια εποχή", εκδ. Κέδρος, 2014)

Ναταλία Καραγιάννη: "Στο πάρκο"

Στο Πάρκο ίσως μένουν άνθρωποι, τη νύχτα ζουν κατσαρίδες δέντρα κι αγριόχορτα βραδυπορώ αυτές τις μέρες στέκομαι να μην τελειώνουν ο αέρας η ζέστη και ο παρασυρμός μου εντός αυτών ο αργός χορός στον οποίο επιδίδομαι πιο συχνά μόνη μου καμιά φορά μαζί σου.
Περπατάς δίπλα μου γιατί σε συνοδεύω περπατώ δίπλα σου γιατί εσύ γυρνάς έρχομαι φεύγω στις κάτω γειτονιές σου ενώ η τροχιά σου παραμένει σταθερή θέλω να πω: εγώ σε περιμένω κι ας είμαι αιωνίως εν κινήσει.

(από τη συλλογή «Σαράντα», εκδ. Άγρα, 2014)

Διονύσης Καψάλης: "Άτιτλο"

Ο στίχος να ’ναι πιο απλός και πιο βαθύς – σαν σιωπηλός,
εδώ που ο τόπος σου σε ξέρει· γλυκό στο πρόσωπο τ’ αγέρι,
σαν από κίνημα χεριού στην πόρτα του καλοκαιριού,
σαν από φόρεμα σε μια στροφή χορού με γιασεμιά,
που πέφτουν και ριγούν οι κλώνοι σε περιβόλι που αναρρώνει·
και να γυρνάς εδώ που γέρνει χλωρό απόγευμα και φέρνει
δροσιά με λύπη και συμπόνια· μα πως να πεις: εξήντα χρόνια;

(από τη συλλογή "Μια υπόθεση ευδαιμονίας", εκδ. Άγρα, 2014)

Ανδρέας Ζερδεβάς: "Εν ονόματι ζωή"

Τρέχουν οι λέξεις με ταχύτητα υποδόριου φωτός που πήρε τη θέση του αυτό αντί το αίμα και μες στις φλέβες των ονείρων μαγκώνεται το σύμφωνο, κομπιάζει το φωνήεν· σύμφωνοι· η σύσταση απλή, δειλή η συστολή του σε φωνάζω "ζωή" και η γλώσσα ρουφιέται το "ζ" τραβιέται, το "ω" τυραννιέται, όσο για το "η", αυτό λιποτακτεί απ' το υποδόριο φως σου που ως σήμερα δεν είδε στεναγμό μα αισθάνθηκε οδό, τα υπόγεια της υψηλής σου ύπαρξης. Κάπου σιωπώ. Κάπου υπάρχω. Βάφω τους αιθέρες με μονομιάς χρώμα σκούρο, βαθύ κι ασυγχώρητο· έτσι, θολούρα που έσκυψες απ' το κεφάλι του ουρανού και καταδέχτηκες
το φτωχικό μου σπίτι.

(από τη συλλογή "Χαραγματιές", εκδ. Κέδρος, 2015)

Φαίδων Αλκίνοος: "Πρωινή νυκτεργεσία"

... και ... μην επαναπαύεσαι ... ας είναι μέρα ηλιόλουστη ...
σκιές πολλές και σκοτεινές το φως το άπλετο σου φέρνει
... και ... μην εφησυχάζεσαι ... ας είν’ σκιές της μέρας ...
συγγένισσες της νύχτας είναι και του συναπαντήματος

Ελευθέριος Αχμέτης: "Εύθραυστη"

Καθώς σε κοιτώ, η μορφή σου κρυστάλλινη, έτοιμη με μια λέξη μου να σπάσει.
Αυγουστιάτικα στάχια τα μαλλιά σου.
Καθώς σε μυρίζω, η ανάσα σου τριανταφυλλένια, μα αν αγγίξω τα φύλλα σου, θα πέσουν.
Μεθυστικές θάλασσες τα μάτια σου.
Καθώς σε ακουμπώ, η κίνησή σου αέρινη, φοβάμαι να σ’ ακολουθήσω, θα χαθώ.
Εύθραυστος κι εγώ, ας χαθώ.

(από τη συλλογή «Επτά», εκδ. Εκάτη, 2014)

Σούλα Αντωνίου: "Αχειροποίητο"

Οι παλμοί της γραφής, η κραυγή των φωνηέντων, οι ανυπόταχτοι φθόγγοι, η συνήχηση των λέξεων, ο διαμελισμός των μελισμάτων. Πώς να συγκολλήσει κανείς τα θραύσματα ενός αχειροποίητου ποιήματος;

(από τη συλλογή «Το φως των εσοχών», εκδ. Το ροδακιό, 2014) 

Σωτήρης Τριβιζάς: "Αντίστιξη"

Με της φωνής του τους παράφορους ρυθμούς επινοεί τον ουρανό και γεωργεί τον κόσμο σπέρνοντας τους ανέμους και θερίζοντας τις θύελλες. Λέξη τη λέξη ο σπόρος γίνεται καρπός — μια μυστική ανθοφορία.
Λαξεύει την αόρατη ύλη. τη σκοτεινή επιφάνεια, εκεί που κάποτε αναβλύζει άκτιστο και αχειροποίητο το φως.
Και ξετυλίγει μες στα όνειρά του το νήμα ενός απέραντου θανάτου.


Ειρήνη Ιωαννίδου: "Υποταγή"

Τα είχε περιδέσει χρόνια τώρα τα βήματα της όταν ήταν ακόμη μικρά λευκά σαν χιόνι, απαλά πολύ Έσφιγγαν οι επίδεσμοι μήπως και ξεστρατήσει καμία ίντσα δέρματος Μεγάλωνε δίχως το βήμα της, Εκείνο έμενε σταθερά ένα βήμα πίσω Μόνο τώρα τελευταία σκοντάφτει και κάτι όλο πατάει: Mια γραμμή από λυμένο βρώμικο ύφασμα, όλη η υποταγή που βίωσε ανεμίζει τώρα Χάρτινη

Νίκη Κωνσταντοπούλου: "Λέξεις"

Δεν είπες "θα μιλήσω"; Είπες ή δεν είπες; Κι ύστερα μόνος έμεινα κι είπα, πολλά είπα…
Λέξεις που ξέρω, που δεν ξέρω, που τρέμω, που δε λέω… Και τώρα σέρνομαι και χάνομαι στις λέξεις αυτές που είπα και δεν είπα.
Και τρώω λέξεις και πίνω λέξεις, ξυπνάω λέξεις, κοιμάμαι λέξεις…
Πάψε· μη λες άλλα, δε θ’ αντέξεις. Κι όμως, οι σκέψεις είναι που με πνίγουν κι όχι αυτές οι λέξεις…


(από τη συλλογή "Απόψε νιώθω μια ντροπή", εκδ. Περί τεχνών, 2014)

Μαριάννα Πλιάκου: "Καληνύχτα"

Το σπίτι θα μας περιμένει με ανοικτή την καγκελόπορτα δίπλα στη θάλασσα, μου είπες. Κι έμεινα να μαδάω κύματα κι να χτενίζω δάχτυλα μακρυά - που ψάχνουν κάθε βράδυ ελαιόδεντρα. Πόσο ακριβός είναι ο ίσκιος τους; Γεράσαμε κι ακόμα τον πληρώνουμε.
Κι εσύ, τίποτα δε θυμάσαι πια. Ούτε το χρώμα των ματιών σου.

Γιάννης Β. Κωβαίος: "Έκθετο"

Ήταν μια Ποίηση ανθρωπόδαρτη. Κάθε παιδί που έτεκε άλλος το σταύρωνε σαν το Χριστό το λάνσαρε άλλος για δικό του. Φιλόλογοι το ανέλυαν κυριούλες ξεματιάζαν…
Μια νύχτα βγήκα αθόρυβα αφήνοντας το πορτ-μπεμπέ κι ένα μπουκάλι λέξεις στην πόρτα απ’ έξω του αναλφάβητου.

Κατερίνα Ζυγούρα: "Χρέος εαυτού"

Κοίτα να τα θυμάσαι,
να μην ξεπλύνει η ζωή το θυμικό σου,
μην καταπιεί η λήθη την αλήθεια·
κοίτα, να μην ξεχάσεις τον εαυτό σου.


Παναγιώτης Αρβανίτης: "Στέφομαι ηττημένος"

Ζω ανάμεσα σε άγραφα ποιήματα σας μιλώ από τα βάραθρα του μένους μοιράζομαι τον θρήνο των ανθρώπων μαστιγώνομαι την απελπισία τους υποκρίνομαι τις θύελλές μου μόνο για να σας δώσω όραμα μόνο για να βαρύνω το ήδη βαρύ κλίμα στέφομαι ηττημένος κι αν δε μιλώ για θάλασσα είναι γιατί δε με γαλήνεψε ποτέ κι αν δε σιωπώ αυτάρεσκα είναι γιατί δε με σαγήνευσε ποτέ η  ύπουλη αναπνοή μου.

(από τη συλλογή "Λευκό χιούμορ", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Νέστορας Πουλάκος: "Τέλος εποχής"

Δε μ’ αρέσει να γράφω επαναστατικές προκηρύξεις, φιοριτούρες, έπη και διθυραμβικές γελοιότητες.
Για έρωτες μ’ αρέσει να μιλάω και φιλίες, τυχαία περιστατικά όμορφες διασκεδάσεις και οινοποσίες.
Τ’ άλλα τ’ αφήνω στους επίκαιρους.

(από τη συλλογή "Εξαιρέσεις", εκδ. Βακχικόν, 2013)

Γεράσιμος Ρομποτής: "Τύψη"

Μαύρες εκλάμψεις. Αιθέρια σκόνη. Ξερά χορτάρια και χορτάρια χλωρά κόβονται βίαια. Βλέμματα πυρά σκορπούν το μίσος στην οθόνη.
Άδειες προσόψεις. Έρημοι δρόμοι. Σπασμένα αγάλματα. Τα μάτια σου κλειστά. Γέρνεις στον ώμο μου απαλά. Τρέμει η ανάσα σου καθώς απλώνει
παντού η τύψη της φθοράς. Ο πρώτος φόβος μου κι η πρώτη αγάπη. Ρομφαία και φτερό, ρόδο κι αγκάθι. Παράφορο άγγιγμα, απρόσιτης χαράς.

(από τη συλλογή «Άδεια όστρακα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Σωτήρης Κακίσης: "Άτιτλο"

πήγα να πέσω. στην άκρη του μυαλού μου μια πόλη ολόκληρη χωρίς σπίτια, με των ανθρώπων τα σώματα φωτισμένα από μέσα σαν άστρα, κι οι κινήσεις τους σαν αχνός σ’ έναν αέρα μαύρο, σαν της νύχτας πολλά μικρά αερόπλοια: πιλότοι οι καρδιές τους. κόκκινες δηλαδή αναπνοές όλη η πόλη αυτή, και αγωνία σαν της φύσης, τόσο ήρεμη, των αρχαίων Ελλήνων η παντοδύναμη αδυναμία παντού. πόλη στην άκρη του μυαλού μου με σπίτια της τα σώματα, με χελιδόνια της τίγρεις, με φάρο της εμένα εδώ, με την καρδιά μου πάντα δική της. με λιμάνι της τη θάλασσα που πήγα να πέσω.


(από τη συλλογή «Το μυαλό της καρδιάς», εκδ. Αιγαίον, 2013)

Ειρήνη Σουργιαδάκη: "Εκτός σεζόν"

Το χτες αμέτρητο Αμετακίνητο Η αγωνία προσγειώνεται με θόρυβο δίπλα στο κρεβάτι Πετάω το κλειδί απ’ το παράθυρο Κανείς δεν είναι τόσο μόνος όσο εκείνος που περιμένει.

Ναταλία Κατσού: "Stop"

ένα, δυο χτυπήματα stop τέσσερα stop και ξανά στην πέτρα ο αγκώνας σπρώχνει και σπρώχνει (ανάσα) τον κύκλο για ένα άνοιγμα
stop και ξανά μου ξέμεινε σπίρτο κανένα; να δω το κορμί κρεμασμένο στη νύχτα
καίγονται οι πέτρες; stop και ξανά
σμιλεύει ο πόνος την πέτρα ή εμένα stop όταν ραγίσει ανατέλλω

Νάσα Παταπίου: "Στις εσοχές του χρόνου"

Διέσχισα ερήμους εκτάσεις Στα βάθη της Ανατολής Ανάμεσα σε λίμνες πανάρχαιες Που ακούγονταν στις όχθες τους Ανάσες και μουρμουρητά Ενός άλλου κόσμου Σε αχανή χορτολίβαδα πλανήθηκα Ως ένα άλογο αενάως καλπάζοντας Με ανείπωτη θλίψη Στα τεράστια μάτια του Πάντα φυλλορροούσα Στο άγνωστο αλλοτινών εποχών Κι επιθυμούσα να γνωρίσω Τα όσα σκέπαζε η αχλύ και το σκοτάδι Γι’ αυτό καθ’ οδόν Καθρεφτίστηκα σε βαλτόνερα Και υψώθηκα δένδρο Σε παραποτάμιο δάσος Ν’ αντικρύσω Πέρα απ’ την απέναντι κοιλάδα Με τα οροπέδια άξενα Κάλυπταν τον ορίζοντά μου Σε σταυροδρόμια γρίφους Δεν γνώριζα τι δρόμο ν’ ακολουθήσω Διέσχισα τη χώρα της φωτιάς Τη χώρα της βροχής Τη χώρα των ανέμων Όπως εκείνο το φοβερό Παραμύθι της μάνας μου Που τ’ άκουγα μικρή κι αναρριγούσα Εξερευνούσα τις νύχτες Τον αστρικό κόσμο Και πλανήθηκα με τους πλανήτες Όπου κι αν έφθανα Της χερσονήσου η άκρη Μ’ ακολουθούσε Ως ευχή και κατάρα Ως πικρή δάφνη Και επιμήλιο ώριμο Ξέμεινα σε χανούτια της Κύπρου Πριν από πέντε αιώνες Κοιμήθηκα ξάγρυπνη σε χάνια Και είδα να με παραμονεύει Η σκιά του…

Απόστολος Θηβαίος: "Η σύνθεση μιας φωτογραφίας"

Αργά τις νύχτες θα επιστρέψουν και πάλι Για να τελειώσουν ό,τι άρχισαν πριν από εκατόμβες πρωινών Όπως εκείνο το αληθινό σπίτι από κιμωλία Τους χιλιάδες εξώστες Τους λαμπρούς φωτισμούς Αρχιτεκτονικές αγαπημένες των νερένιων κιονόκρανων, Μουσικές των αετωμάτων Που φλέγεστε και αντέχετε πίσω από δειλές λάμπες Θεάτρων γκρεμισμένων Το πρωί τίποτε δεν θα μαρτυρά όλον αυτόν τον έρωτα Αφού εσύ, πάντα απελπισμένη και ωραία Θα βαδίζεις και πάλι ανάμεσα στους σπασμένους καθρέφτες της ζωής σου Έξω απ’ το φως, έξω απ’ το φως.

Χρήστος Αζούρης: "Πυκνό πεύκο"

Παραδεχόμενος πως στο πρόσωπο βρίσκεται ένα κρησφύγετο
(Η απότομη διχαλωτή χαράδρα ανάμεσα στα μάτια)
Έχω μια διάθεση να μυρίζω τον εύθραυστο καιρό
Kάτω από υπόστεγα πλήγματος με τις ορδές των περιστεριών να με κοιτάζουν
κοιτάζω μακριά ένα κομμάτι ωκεανού
Να υλοτομείται.

Ευστράτιος Αθανασάκης: "Τα πέταλα των συμφορών"

Πότε θα μάθουμε τις συμφορές να υποδεχτούμε με τα χέρια ανοιχτά;
στην παλάμη μας απάνω μία, μία σαν ανθούς να τις απλώσουμε τρυφερά και βασανιστικά πέταλα αφαιρώντας 
άνοιξη να χορταίνουμε εθιστικά να χαιρόμαστε.

Απόστολος Βεργής: "Τα επιβλητικά απογεύματα και ο σκοπός"

Επιβλητικά απογεύματα, σταφύλια άγουρα με ελάχιστους χυμούς να βρίσκονται εντός τους. Οι ποιητές δεν ξύπνησαν απόψε - τους πήρε η αυγή και ξεχαστήκαν. Χρώματα φωτεινά και ήλιος να χρυσίζει, αέρας που φυσάει λεύτερα και μεταβάλλεται κάθε στιγμή, δίνοντας το δικαίωμα στα φύλλα να χτυπούν δημιουργώντας ήχους που σημαίνουνε ζωή, που φτιάχνουνε Εσπερινούς σαν επαρχιακές παραθαλάσσιες καμπάνες. Στεριώσαμε σ’ αυτή τη γη, ζούμε επάνω της την μοναξιά μας, ζούμε και έχουμε αφαιρεθεί από τον έλεγχο της άνοιξης κι απ’ τον φθηνό χειμώνα. Είμαστε πάνω στο δρόμο που μας οδηγεί στα περιβόλια, είμαστ’ απέναντι από το δρόμο μας, από τον δρόμο της ταυτότητάς μας, από το δίκιο του σκοπού που ήρθαμε, όχι για να υπηρετήσουμε, αλλά να υπερβούμε.

Στέργιος Τσακίρης: "Πάντα ανάμεσα"

Πάντα ανάμεσα σε δυο επιλογές. Πάντα ανάμεσα σε δυο σώματα. Πάντα ανάμεσα σε δυο ανασασμούς. Πάντα ανάμεσα σε δυο αρώματα της νύχτας.
Πάντα ως άλλος Τειρεσίας ή Πρωτέας˙ ανάμεσα σε δυο ηδονές, γέροντας σε δυο ζωές. Και να υποφέρεις και να μην αποφασίζεις˙ τις Σεμνές σκεπτόμενος και της άρνησης το βάρος.
Καλό είναι το ανάμεσα σαν μεταμορφωθεί σε πράξη (προβαίνοντας, ανάλογα, στο ναι ή στο όχι). Ειδάλλως, τυραννιέσαι με του μυαλού σου μόνο το ανάμεσα.

Κλεομένης Παπαϊωάννου: "Γοτθικό"

Στέκεσαι μπροστά σε αρχαία λείψανα σε σαπισμένα κουφάρια κλαις…
Το κορμί σου παραδομένο -σκεύος- σε ξένη καρδιά εσύ εγκλωβισμένη μέσα του.
Η καρδιά χτυπάει… καταναλώνεσαι, καταναλώνεσαι μαζί με το κορμί σου… Κάποιος άλλος ζει μέσα από σένα.
Ήξερε ποια κουμπιά σου να πατήσει, τι να σου πει. Σε έπεισε πως πρέπει να γίνει έτσι.
Η καρδιά χτυπάει… καταπιέζεσαι… ακυρώνεσαι…
Στέκεσαι πάνω από άψυχα κορμιά από νεκρά  στοιχειά… κλαις…
Η δικιά σου καρδιά, πεταμένη στα αγριόχορτα, άθικτη. Πάλλεται… Σε ζητάει.
Αποφάσισε προτού σαπίσει:
Θέλεις μια ζωή δικιά σου ή θα μείνεις αιώνιο εξάρτημα μιας άλλης;     


(από τη συλλογή "Γράμμα σε αλλόκοτη καρδιά", εκδ. Vakxikon, 2014)

Αρίστη Ζαΐμη: "Σωμάτων εγκώμιο"

Όλκιμα εκ φύσεως τα σώματα γεννιούνται ρευστά, να ταλαντώνονται ελατά, να δονούνται ψαθυρά σε προστριβές μ’ ενσταντανέ κι αβελτηρίες θρυμματίζονται ενίοτε και άλλοτε σκορπάνε. Τα σώματα γεννιούνται όλκιμα. Επίμονοι φαντασιόκοποι με φαντασίες τελευτητές. Και έπειτα πλανεύονται με τεχνητές ψυχρηλασίες και αντέχουν μια αντοχή κλαυσίγελη και περιττή πιάνουν και πιάνονται συνεχώς αναμεταξύ τους μα δεν κρατιούνται τελικά από πουθενά
Από γνώση ή απόγνωση αιθεροβάμονα πετούν πάνω από πόλεις κι αναζητούν (στο κέντρο τους) ηφαίστους κι αφορμές – τους πρέπουν τα χυτήρια για να κατασταλάξουν.

Δημήτρης Στενός: "Άτιτλο"

Τι ήθελα πάνω στη μάντρα με τα γυαλιά; Να δω από την άλλη πλευρά τους σκοτωμένους. Ανυποψίαστος λύγισα μαζί με τα πουλιά. Μια κλωστή  ομίχλης. Πάει  καιρός  που  κυνηγάω  το όνειρο.

Βασιλεία Οικονόμου: "Κάτι"

Οι τοίχοι με περιόριζαν Τα κρεβάτια με περιόριζαν Κάτω από τη σπασμένη σανίδα το σπασμένο καρπό κυλάνε υγροί έρωτες − μα τους σιχάθηκα ειδικά αυτούς που χρειάζονται κάτι να σπάει Κι αν ήταν οι κοτσίδες μου υπόλογες τις έκοψα απ' τη ρίζα Άφησα τα μαλλιά ν' ασπρίσουν Δεν πιέζω τίποτα Με κούρασε η συνομιλία με τον καθρέφτη − Είμαστε νέοι − Είμαστε κάτι Φιλιά χαρακώματα παγκόσμιες μάχες στα πρόσωπα Μονάχα στο λυγμό της γέννησης στο λυγμό του θανάτου παραμένει ανθρώπινο κάτι
Το ζυγίζω με τα χρόνια κι έχει πάντοτε την ίδια βαρύτητα

(από τη συλλογή «Το υπόλοιπο της αφαίρεσης», εκδ. Γκοβόστη, 2015)