Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2015

Σπύρος Θεριανός: “Ποίημα σε μικρόψυχους καιρούς”

                                          Στον Λίνο Ιωαννίδη
Τους ποιητές που βρέθηκαν δολοφονημένοι σ' ένα χαντάκι (όπως ο Λόρκα) τους ποιητές που εξορίστηκαν και καταποντίστηκαν για ένα ποίημα (όπως ο Μάντελσταμ) τους ποιητές που μας καλούν να γλιτώσουμε από την ένταξη μας σε μια μόνιμη κατάσταση (όπως ο Μίλος) τους ποιητές που θαλασσοπνίγηκαν για να βγάλουν το ψωμί τους (όπως ο Καββαδίας) τους ποιητές που επέστρεψαν από τον πόλεμο κι έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους μ' ένα πόδι (όπως ο Ταρκόφσκι)
ποιος έχει το σθένος να τους ρωτήσει τι χρειάζονται οι ποιητές στους μικρόψυχους καιρούς;


(από τη συλλογή «Ντυμένος επίσημα», εκδ. Πλανόδιον, 2008)

Παρασκευή Αλέξη: "Άφεση"

Άφεση δεν δίνεις Σε ψυχή καμιά Παρά μονάχα σε κείνες Που χάθηκαν ολομόναχες Στο σύμπαν Που μόλις ανασύνταξες


(από τη συλλογή "Τάξη ονείρων", εκδ. Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2012)


Μαίρη Κλιγκάτση: "Πλευρικά"

Η Εύα είχε κάποτε μια μάνα. Ποτέ δεν τη γνώρισε μα ούτε και ποτέ ζήτησε να τη δει. Λογαριασμός δικός της. Παρ’ όλα αυτά και για να συνεχίσω, έχω μιαν απορία: τι όνομα συζύγου δηλώνει στην ταυτότητα και ποιος είν’ ο πατέρας; Λέει μάνα μόνο μάνα λέει και δείχνει πλευρό.

(από τη συλλογή "Πλευρικά", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Νίκος Μυλόπουλος: "Το τέλος της περιπλάνησης"

Τα βράδια το δοξάρι του πόθου ανέμιζε σαν γαλανόλευκη Στις ανηφοριές των μηρών σφυροκοπούσαν τα λαγόνια θυμωμένα Άλλοτε μέσ' από κόκκινα άνθη και τσιγαρόχαρτα ροζ Αφρισμένη αναδυόταν ευπρέπεια και χειρονομίες αθόρυβες Συμπληρώματα μιας ζορισμένης ζωής σκορπισμένης στο αύριο. Ένα αδιάβατο κόβοντας δάσος από γυναίκες Και διαγράφοντας οριστικά το αμφίσημο του ορίζοντα Έφτασα κατάκοπος να μυρίσω λουλούδι.
Το άλλο πρωί ανέτειλε πριν απ' το τέλος του κόσμου Το τέλος της περιπλάνησης.

(από τη συλλογή "Τέλος της περιπλάνησης", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Γεωργία Τριανταφυλλίδου: "Παραλιακά"

Νεόδμητο πάθος αφόρητο με πουλιά και γυαλιά και μέταλλα. Πότε κελαηδισμός πότε καθρέφτισμα περαστικό. Και πότε ατσάλινος πανικός όταν οι μηχανές των σωμάτων δουλεύουν ασταμάτητα αγκομαχώντας ν’ ανεβάσουν τα φορτία των ορέξεων. (Κόκκινοι, μπλε γερανοί αδειάζουν ατελείωτα στο λιμάνι της πόλης.) Τότε νεόδμητο πάθος μου αφόρητο υψώνεσαι κεντρικά σα να μη συμβαίνει τίποτε σα μικρά πλουμιστά ψαροκάικα κυλούν αδιάφορα, κυλούν ατάραχα στο μέσον μιας πυρετικής διαδικασίας.

(από τη συλλογή "Δικαίωμα προσδοκίας", εκδ. Άγρα, 2008)

Χριστίνα Αργυροπούλου: "Η λέξη και η άβυσσος"

Ψάχνω να βρω τις λέξεις που δε χάνουν τη σάρκα τους τις ανασέρνω απ' την άβυσσο τις ντύνω, τους δίνω νέα πνοή αυτές κάποτε με εκδικούνται.
Επιμένω να μιλώ με λέξεις. Δύστροπες, τρυπούν, πονούν γερνούν, ρυτίδες αιώνων, χωρίς πρόσωπο και καθρέφτη.

(από τη συλλογή «Η λέξη και η άβυσσος», εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Μαρία Δαμιανέα: "Άτιτλο"

Να μην προτρέχεις. Όλα είναι μια στάση. Μια στάση ζωής.

(από τη συλλογή "Ουράνιο τόξο", 2014)

Δημήτρης Κακαβελάκης: "Λόγοι μαθηματικού υπολογισμού"

Ενέργεια συγκρούεται με ανενέργεια Και μέσα στη σύγκρουση Χάνονται όσα κερδίζονται Σε κάθε αβεβαιότητα και Κερδίζονται όσα χάνονται Σε κάθε βεβαιότητα Που η μία παραμορφώνει ην άλλη με ενέργειες Μαύρης και άσπρης έλξης Που αφήνουν γυμνές τις αφηγήσεις Κάθε λόγου πολιτικού Σε κάθε εναγκαλισμό του Με λόγο μαθηματικού υπολογισμού Που ματαιώνει τον έρωτα της μορφής Με παραμόρφωσή της

(από τη συλλογή «Αταξία γήινης σαγήνης», εκδ. Μανδραγόρας, 2012)

Μαρία Τρανού: "Στο μέλλον όμως στο μέλλον"

Συνέχεια πρέπει να είσαι με μια σκούπα στο χέρι
Ο ουρανός αδειάζει μαύρες στάχτες μικρές. Πέφτουν αργά, με τις ώρες. Δεν τις κοιτάω άλλο, φτάνει, Ποιος ξέρει από πότε έχει αποθέματα. Θα περιμένω να τελειώσουν να πλύνω. Μυρίζει σαν καμμένο μαλλί, Στις ειδήσεις δεν είπε τίποτα για πυρκαγιά. Η γειτόνισσα λέει πως καίγεται καρδιά φτιαγμένη από νύχια, Γι' αυτό μυρίζει έτσι. Η γειτόνισσα είναι τρελή. Γλιτώνει και δεν τη μαζεύουν στα σφουγγαράδικα Γιατί είναι πιο μπαμπόγρια από μένα. Όσο και να λένε τα κλείσανε δεν κάνει να πιστεύεις κανέναν.

(από τη συλλογή "Ο τροπαιούχος ζογκλέρ", εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

Χριστίνα Λιναρδάκη: "Καθωσπρέπει"

Να παίρνεις τη ζωή όπως έρχεται ή απλά όπως μπορείς, έστω κι αδέξια. Στο κάτω-κάτω άρπαξέ τη. Δώρο είναι, δέξου το, τα δώρα δεν τα περιφρονούν, έτσι δεν είναι; Αυτό μας μαθαίνουν από παιδιά και μας φτιάχνουν κομψές αλυσίδες με κορδέλες περιτυλίγματος.
Έτσι κι εγώ αλυσοδέθηκα. Δεν ενηλικιώθηκα ποτέ. Αντάλλαξα την ελευθερία μου με δυο-τρεις χάντρες πλαστικές, μια κούκλα, μια μελόντικα. Τις νύχτες τα παραμύθια μ' έβγαζαν απ' τον δρόμο μου (και να σκεφθείς πως μέχρι τώρα τα ευγνωμονούσα). Τα ψίχουλα που άφηνα πίσω τα 'τρωγαν πάντα τα πουλιά κι έτσι εγκλωβίστηκα στους δαίδαλους των δωματίων φορώντας τη ριγέ στολή του "καθώς πρέπει".
Έζησα λάθος. Το κατάλαβα σήμερα, έντρομη την ώρα που έκλεινα το φερμουάρ. Η επίγνωση πλημμύρισε τον νου μου, τον συνέθλιψε, όπως αυτό το κάτι που ξέρεις πως υπάρχει μα συνεχώς σου διαφεύγει ώσπου πλήρες αυθάδειας να αναδυθεί λες κι είναι παλιότερο από σένα ή αυθύπαρκτο σαν τον Θεό τον ίδιο.

Χρήστος Γιαννακός: "Αποχαιρετώντας την"

ηχώ από χώμα
Όψη: τέταρτη μεσημβρινή Αγγελτήριο συνοπτικού θέρους
Έκλειναν όλα τα μάτια Μα το δικό σου βλέμμα οδηγούσε Ακτίνα του αναγκαίου ονείρου
Κοιμήθηκα στο μέσο Κοιμήθηκες με το μέλλον Κοιμήθηκε ο κόσμος στο λιοπύρι
Ό,τι φωτίζει Καίγεται Χάνει το κοίταγμά του
Μια καινή μήτρα σφύζει στη σκοτεινή πλευρά Απ’ τη γαλήνη στο αίμα Ώσπου ανθύλλι απρόοπτο
Διδάσκεται η στοργή Μην εξαφανιστεί;

Κώστας Στεργιόπουλος: "Πράξις λαθραία"

                «...σαν πάει κάτι / να / γραφή / είναι / ως αν /                                                                      να γράφονταν / από την άλλη μεριά /                                                                              αγγελτηρίων / θανάτου...»                                                                                Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ήταν ωραία στην αοριστία της αυτή που με κρατούσε ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως, εκεί που ισορροπούν η μέρα με τη νύχτα, με μισό πρόσωπο στο φως και τ' άλλο στο σκοτάδι.
Ωραία, με προεκτάσεις απροσδιόριστες.
Όπως όταν χαράζει το χειμώνα μέρα λαμπρή στα μέσα του Γενάρη, κι άλλοτε, σαν «από την άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου».
Πράξις λαθραία, που κάποτε κι αυτή τελειώνει σαν τη ζωή.

(από τη συλλογή "Όσο είναι ακόμα καιρός", 2006)

Απόστολος Ζώτος: "Σχόλιον"

Ήθελαν όμως να γνωρίσουν κάποτε την εμβρίθεια της φωνής του Τζιμ Μόρισον και την εχέμυθη βραχνάδα του Μάρκου Βαμβακάρη
ένα μυστικό studio στη Γρανάδα ή και στη Βέροια ακόμη
μια μυστική να γράψουν ωδή
για το περιούσιο σκοτάδι των γυναικών
την αιματώδη μελαγχολία
τη σαπισμένη καρδιά ενός αγγέλου.


Άννα Γρίβα: "Αδέσποτα στους ωκεανούς"

Μέσα στο μάτι μου έχω ένα ψάρι κάθε πρωί γλιστρά απ’ τα βλέφαρα και τρέχει αδέσποτο στις θάλασσες οι ανάσες του χορεύουν την επιφάνεια του νερού και τα παιδιά γελούν πως κάποιος δύτης τρελός κυνηγά θησαυρούς σε ρηχές καλντέρες
τη νύχτα γυρνά στην καλύβη του πάνω στην ίριδα απλώνει τα στρωσίδια κι έτσι τα χρώματα κολυμπούν σε σκοτεινούς υφάλους
αν βλέπω δάκρυ πια σε πρόσωπο τραβώ κατά το κύμα: κάποιο ψαράκι σκέφτομαι σκαρώνει ζαβολιά στο μάτι που το γέννησε γι’ αυτό και του αλυχτώ και σαν χοή του κράζω πως είχε προγόνους σε νησιά κι αγγέλους σε ξερόνησα ας έρθει πια να μπει στον τόπο του μες στις καρδιές ας αλητέψει
μήπως στεγνώσει κάποτε του ανθρώπου ο πόνος.


(από τη συλλογή "Έτσι είναι τα πουλιά", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Μαριγώ Αλεξοπούλου: "Άτιτλο"

Τότε υψώθηκε μια επιτύμβια επιγραφή τέλους. Κι αυτό το τέλος μας αφορά όλους. Συναντιόμαστε από φθινόπωρο σε φθινόπωρο στα μπαρ, στα πεζοδρόμια. Με άχαρες κινήσεις μπαίνουμε σε ουρές, ανεβοκατεβαίνουμε σκάλες σε υπηρεσίες. Δε διαμαρτυρόμαστε για τα τρωτά μας σημεία, λαβωμένοι όπως είμαστε παίρνουμε άδεια, παίρνουμε ανάσα. Κάνουμε τα πρώτα μας βήματα στην πατρίδα γλώσσα.

(από τη συλλογή "Προ φαρμακείας εποχή", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Γιάννης Σιδέρης: "Προσχεδιάσματα για μελλοντικές διακοπές"

Δεν είναι ψέμα, οι άνεμοι αποφάσισαν κάπως πρόωρα να φυσήξουν πάνω από τη θαλάσσια επιφάνεια. Σειρές άχαρα κτίρια, ηλιόλουστα πεζούλια, μόλις 30 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης, θα λάμψουν από την αυταρέσκεια των εγκαταλελειμμένων δρόμων το μεσημέρι. Ένα εισιτήριο, βιβλίο στο χέρι, καλές διακοπές.

(από τη συλλογή "Φυτογνωσία", εκδ. Ασίνη, 2013)

Δημήτρης Ζαχαριάδης: "Είδα"

Είδα να φωνάζουν τ’ όνομα μου άτομα που δεν τα γνώριζα. Ποιοι ήτανε και τι ζητούσαν; Είδα νεκρούς να με χαιρετάνε. Τι να θέλανε άραγε να μου πούνε; Είδα σιωπηλούς νέους να αφουγκράζονται τη θλίψη όλης της γης και σκυφτούς περιπατητές να σφυρίζουν τη μελωδία της χαμένης για παντοτινά νιότης τους.



Μιχάλης Παπαντωνόπουλος: "Άτιτλο"

στ΄

Φαινόταν
η γυναίκα στον ξενώνα κ’ έλεγες μοιραζόταν
δύσκολη μεταμέλεια: καθώς
σε όνειρο τα χέρια της κινούσε·
γύριζε τους δείχτες,
έριχνε κόκκινα σκοινιά στις τέσσερις γωνίες
και μου περνούσε το παλτό
στους ώμους, άσπρα δάχτυλα, μαλλιά·
(πάντα απορούσα εκείνο
ένα άδειο κάθισμα με δύο
πράσινα, στον ίσκιο του, κεφάλια)
– κ’ έδειχνε πάνω τη μισοφαγωμένη λάμπα.


(από τη συλλογή "Δ", εκδ. Ερατώ, 2006)

Γιάννης Ζελιαναίος: "Η πεταμένη Μαρία"

Έχω αυτή τη γυναίκα που μου ζητάει ένα περίστροφο πριν πιει τα χάπια της. Βάφεται, αγοράζει παπούτσια και κομπινεζόν που κοστίζουν όσο το νοίκι μου, της πληρώνω τους καφέδες της και ξεχνάει πώς με λένε όταν πάει να με συστήσει. Παραπονιέται για την κοιλιά της τις πιλάτες της και τη σαλάτα με κοτόπουλο που πρήζει το στομάχι της. Στα μπαρ μιλάει με όλο τον κόσμο για πράγματα που δεν σου πάει το μυαλό ότι συζητάνε οι άνθρωποι. Γκρινιάζει για τη βροχή και για τον καράφλα με παιδιά που θέλει στο κρεβάτι της. Ανεβάζει σα μάγισσα τα απαγορευτικά των μπάτσων όταν η πόλη τρέμει μετανάστες και λέει πως η μπεμβέ της κοιμάται μόνο στα υπόστεγα. Με μια διαολεμένη πειστική φωνή μου κάνει νάζια όταν πίνω, φοράω τα γυαλιά της το πρωί κοιμάμαι στον καναπέ της το βράδυ και μου πετάει ένα τυρί για να χορτάσω σαν σκυλί κάθε που ο ήλιος μου δείχνει δυο σαγόνια. Γυρνάμε σε μέρη που δεν θέλει σαν πεταμένος άγγελος βάφει τα φτερά της μου λέει για το όπλο που θέλει το μυαλό της για τα χάπια που δεν χορταίνουν το κορμί της για τη σίγουρη αυτοκτονία τ…

Ειρηναίος Βρούσγος: "Προ-ορισμός"

´Ο,τι υπάρχει είναι καταδικασμένο να υπάρχει. ´Ο,τι δεν υπάρχει είναι καταδικασμένο να μην υπάρχει. Δεν γίνεται αλλιώς.
´Ολοι εσείς οι δικαστές οι καταδικαστές αγνοείτε το μυστήριο της συγχώρησης. ´Ολοι εσείς οι δικασμένοι οι καταδικασμένοι αγνοείτε το θαύμα της μετάνοιας.
Η γέννηση είναι ασύλληπτη. Ο θάνατος είναι ασύλληπτος. Θαύμα και μυστήριο.

(από τη συλλογή "Οι πεινασμένοι", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2015)

Θωμάς Τσαλαπάτης: "Δευτέρα των λέξεων"

Ημέρα πρώτη στις γειτονιές της Άλμπα Και εκείνος βράζει νερό, όλο βράζει νερό Στο κοίλο κομμάτι της γλώσσας Εκεί που λιμνάζουν οι λέξεις Οι αχειροποίητες, οι τοιχογραφημένες, οι άκαπνες Στο νερό Στον ατμό Και εκείνος Βράζει νερό, όλο βράζει νερό Μαθαίνοντας πώς συντάσσεται εκείνο που λιγοστεύει Μαθαίνοντας το πώς τα Π και τα Τ χάνουν την ευθεία της στέγης τους Το πώς τα ζ και τα ξ ξεριζώνονται Το πώς φονεύονται τα φωνήεντα Το πώς η γλώσσα κοχλάζει
Προσφορά των σιωπηλών Σε εκείνους που σιώπησαν

(από τη συλλογή "Άλμπα", εκδ. Εκάτη, 2015)

Τζένη Βλαχώνη: "Σιωπή"

Τι μπορεί να σου δώσει η επαφή μιας πέτρας; Το άγγιγμα μιας φτέρης; Το βλέμμα να φεύγει σ’ ένα ήλιο που ζεσταίνει γλυκά. Μια ρεματιά όπου το νερό τρέχει τη θάλασσα που νόμιζες πως ακουμπάς. Και συ να κάθεσαι εκεί στο θρόνο μιας πλάκας ζεστής σαν αγκαλιά μάνας. Τα χέρια σου να γίνονται φτερά, να πετάς σε φιλιά που πεθύμησες, σε αγκαλιές που λάτρεψες. Ρίγος στη ραχοκοκαλιά. Μουσικές που ακόμη αντηχούν στ’ αυτιά σου. Και ξάφνου σιγή. Δεν μιλάς μήπως και τρομάξεις τη σιωπή. Μόνο ακούς, ακούς την ανάσα σου.

Ζιζή Σφυρή: "Στο δρόμο"

Τα αόρατα πράγματα μετουσιώνονται σε διαθέσιμα Στην στροφή του υπογείου που οι τοίχοι ανοίγουν οι εξοχές προβάλλονται κι εσύ προχωράς χτυπώντας στα νέφη του μυαλού Στον δρόμο αφήνουν τα ίχνη τους οι έρωτες για τα απλησίαστα Όταν καταχωρίζονται στη διάσταση που θες Αυτόν τον δρόμο που προχωρούμε να συναντήσουμε την αγνότητα Των πρώτων ημερών που δεν γράφτηκαν τα σήματα της οδικής μανίας Την υπερβατική λεωφόρο

(από τη συλλογή «Το κρεοπωλείο των μοναχικών», εκδ. Γκοβόστη, 2015)

Ζήσης Δ. Αϊναλής: "Εκκρεμές"

Απαγχονισμένος διά γυμνού οφθαλμού εξετάζω τη στέγη μου μπαλώματα τρύπες κακότροπα τρωκτικά σέρνουν τα πόδια τους τα πόδια μου εκκρεμές ο Νεύτων πάλι συλλογιέμαι θα φταίει πιο κει πέρα δώθε αλυχτάν αλυσίδες πράσινο φάντασμα αγωνία καμία ανάπαυση η σοφίτα γεμάτη φωτογραφίες φιάλες εφιάλτες ο φεγγίτης λαμποκοπά έναστρος το μούτρο μου κολλημένο αγναντεύω τη νύχτα φυλακή.

(από τη συλλογή «Ηλεκτρογραφία», εκδ. Γαβριηλίδης, 2006)

Γιάννης Στρούμπας: "Λεπτές ισορροπίες"

Τι χαρά στην παιδική χαρά να ξαμολώ τα παραπαίδια μου!
Καμαρώνω σαν Στην τραμπάλα ισορροπούν οι αντιφάσεις μου Στην κούνια πάνω κάτω οι σεμνές φιλοδοξίες Στο γύρω-γύρω όλοι τρικυμία εν κρανίω Στην τσουλήθρα οι εκπτώσεις μου.
Κάτι γιαγιάκες, κάποτε, μ’ εγγόνες αγιοσύνες που απορούν πώς γίνεται να ’ν’ όλα τους δικά μου άγρια μ’ επιπλήττουν που τηρώ λεπτές ισορροπίες λεπρές.
Καθόλου δεν πτοούμαι. Όλα τα παραπαίδια μου για μένα είναι παιδιά μου.


(από τη συλλογή «Λεπρές ισορροπίες», εκδ. Γαβριηλίδης, 2010) 

Νάγια Κυριαζοπούλου: "Γυάλινες ραφές"

Ήρθες σαν Πρωτοχρονιά. Τάισες με ευχές τις επιθυμίες μου κέντησες με κορδέλες το δέρμα μου κι έγιναν τα κύτταρά μου δώρα ηδονής.
Μάζεψες με βελούδινα δάχτυλα τα υγρά ίχνη και μου ’κλεισες τα χείλη με αφρό κρασιού. Πάνω σε μαλακά με ακούμπησες τυλίχτηκες με τα μαλλιά μου και μπήκες κάτω από το δέρμα. Είπες θα μείνω εδώ, είναι καυτά κι εγώ, το θέλω να καώ.
Έμεινα άηχη να σ' αναπνέω συνδέοντας τις ραφές μου με γυάλινη κλωστή. Αν με σπάσεις, θα ματώσεις.


(από τη συλλογή «Γυάλινες ραφές», εκδ. Μελάνι, 2015)

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη: "Αριάδνη"

Ας πιούμε στα μακρόσυρτα απογεύματα του Ντε Κίρικο.
Στους βόλους των παιδιών που μπλέκονται στα πόδια μας καθώς ξεμακραίνουν λευκά και μαύρα πανιά νοθεύοντας το απέραντο γαλάζιο.
Στην ουρά της γάτας και στο κουβάρι που διασκεδάζει την πλήξη της. Στο ειδύλλιο που δεν εκτυλίσσεται στην πόρτα μου.
Σε κάθε περίπτωση ας πιούμε, στην σφαιρική αντίληψη των πραγμάτων.


(από τη συλλογή "Μυθογονία", εκδ. Μανδραγόρας, 2015)

Ιωάννα Λιούτσια: "Ακρωτηριασμός"

Όταν κανείς δεν σ’ αφήνει να κλάψεις, όταν τα δάκρυά σου απαγορεύονται και πρέπει να κρυφτούν, όταν το στήθος σου τραντάζεται, νιώθεις να τρέμεις, η καρδιά θέλει να ξεπηδήσει, να βγει, να ζήσει μόνη της, μακριά σου, να μην την έχεις και να μη σ’ έχει ανάγκη, να μην την περιορίζεις σ’ αυτό το φέρετρο το μόνο που φοβάσαι είναι μην παρασύρει μαζί κι άλλα
(τα μάτια σου για να μην κλαίνε, τα δάχτυλά σου για να μην αγγίζουν, το μυαλό σου για να μην θυμάται) το μόνο που φοβάσαι είναι μην παρασύρει μαζί κι άλλα
και ξεχάσει μόνο τη μύτη σου, και αφήσει πάνω σου τη μυρωδιά κάποιου άλλου.


(από τη συλλογή «Συνομιλίες σε Μη+», εκδ. Ars Poetica, 2013)

Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος: "Συγκράτηση"

Περασμένα μεσάνυχτα Χρονοκροτήματα Κραυγές στιγμών πότε πότε Ρολόγια συγκρατούν τα πλήθη Μην κυλήσουν Σε ποτά Ή σε τίποτα μέλλοντες Χρόνους