Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούλιος, 2015

Δημήτρης Μακούσης: "Έκκληση μετώπου"

Το φως καίει μέσα στην νύχτα
κάνεις πως δεν ακούς
οι ήχοι βλασταίνουν σαν εκρήξεις
και τα χρώματα βαφτίζουν στην σκόνη
τα κύτταρα μιας άλλης ευχής

ο χρόνος αποκοιμιέται στην άκρη
σαν να μην έχει μια στάλα ανάσας
για να σπαταλήσει
το ύστερα πλαντάζει με βήματα γρήγορα
να φθάσει πριν την αυγή
οι ώρες μακριά από την λύτρωση
αιώνες φαντάζουν

ένα χαμόγελο κροτάλισε κάπου σαν πολυβόλο
σαν μνήμη που έσκασε στα χέρια
σαν ώριμο ζευγάρωμα στο ξέφωτο
σαν βλέμμα που μετρήθηκε με το άπειρο

κι αν είμαι νεκρός
μην με ξεχάσεις
μέσα στην σκόνη και την στάχτη
τα μάτια καρφωμένα στην κόγχη
στο λειψό αναπάλεμα του ήλιου
στον ορφανό ιδρώτα
στα χωμάτινα αγγίγματα μακριά σου

τα μάτια πάνω σου καρφωμένα
εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά
με ένα λυγμό
και μια αστραφτερή λύπη στα χείλη
που στάζουν την ξηρασία
στο μέτωπό σου
ενώ πασχίζεις να κουβαλήσεις
ένα κιβώτιο ροδάκινα

Χάρης Βλαβιανός: "Το νέο ποίημα"

δεν θα βουλιάζει με αυταπάρνηση στα βαλτόνερα της μνήμης, δεν θ’ αρμενίζει ανέμελα ανάμεσα στην Πάρο και τη Νάξο, δεν θ’ απαντάει μ’ ένα "ναι" ή ένα "όχι" στα εκβιαστικά διλήμματα της Ιστορίας, δεν θα κυνηγάει τρελούς λαγούς σε δάση χωρίς δέντρα, δεν θα ’χει φωτογένεια, δεν θα παίζει την αιωνιότητα στα γόνατά του, δεν θα γράφει στην εξώπορτα του σπιτιού του: "προσοχή, ποίημα!", δεν θ’ αμφισβητεί αυτό που έχει ήδη πεθάνει, δεν θα βλέπει ιδιωτικά οράματα κάθε φορά που κατηφορίζει τη Σόλωνος, δεν θα διατυμπανίζει τ’ όνομα και την καταγωγή του, και κυρίως δεν θα κάνει όνειρα στα οποία να μπορείς να βασιστείς.


(από τη συλλογή "Διακοπές στην πραγματικότητα", εκδ. Πατάκη, 2009)

Κάλλια Παπαδάκη: "Δαβίδ και Γολιάθ"

Κάθε μέρα Η ίδια μάχη Ο Δαβίδ κι ο Γολιάθ Στο τραπέζι της κουζίνας
Στροβιλίζει το πιρούνι του Πάνω από τα κεφάλια των περαστικών Κι εύχεται να μην τον τσακίσει Το βάρος της αποτυχίας
Το πιρούνι στα χέρια του Ζυγίζει όσο μια τρίαινα Που δεν χτύπησε διάνα το στόχο της Στο δόξα πατρί
Εκεί, ανάμεσα στα μάτια Που τον εκλιπαρούν να τους δώσει Την πρώτη και χαριστική βολή
Μα τα χέρια του δεν έχουν πιάσει τρίαινα Παρά μόνο τσουγκράνα Κι έχει ησυχάσει με τις άκρες της Χαράδρες, χέρσα γη, πλαγιές και βοσκοτόπια
Κι όπως την λογαριάζει Σκαλίζει στο τραπέζι Να βρει αφορμή κι εύφορο έδαφος Μα ανακινεί μόνο σκουλήκια
Κοπριά και πάθη παλιά σαν φύλλα ξερά Χαμηλώνει το πιρούνι Και χαράσσει διαχωριστική γραμμή Κι απόψε
Κάθε μέρα Η ίδια μάχη Ο Δαβίδ κι ο Γολιάθ στο τραπέζι της κουζίνας
Κραδαίνουν τις άδειες τους παλάμες

Κλεοπάτρα Λυμπέρη: "Όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου"

Ποίημα, σε λίγο θα φύγεις, θα πάρεις τους δρόμους σαν σκύλος σαν ντάλια κομμένη – τι θα έχω τότε, ποιός θα είμαι; σε τι κατοικίες θα πλαγιάζω χωρίς φαϊ, χωρίς, νερό χωρίς κορμί;
Ποίημα, μου ρίχνεις τόσους σκοτωμένους να με σκεπάσουν όλα τα υπαρκτά και τα κατεβατά της ερήμου όλοι οι άνεμοι, οι σχηματισμοί πτηνών και οι φωλιές τους, οι θύελλες οι αισθηματικές τους.
Ποίημα, συ ο παρών, ο ενεδρεύων σε κάμπους πίσω από μάτια και μυαλά, σε όλα τα λόγια που με διώχνουν από τη φωλιά, σε οράματα που φτύνουν στο στόμα μου όπως οι σαμάνοι μα και σε ουρλιαχτά των Άλπεων (τόσο πολύ χιόνι μαζεύεται όταν λείπεις)
Ποίημα, ποιος είσαι; Ποιοι είμαστε όλοι οι κρυμμένοι στον έναν αυτόν που τώρα μιλά; Αν γίνεις ο ρυθμός, το σχήμα, το ρίγος το στήθος των φτερωτών ζηλωτών των γλωσσών    σαν λαμπάδα του Πάσχα θ’ ανάψεις    σαν έρως του Ενός    -μνήσθητί μου, Ποίημα, όταν έρθεις εν τη βασιλεία σου στο σπίτι του Κανενός.

Χλόη Κουτσουμπέλη: "Ματαίωση"

Θα ήμουν εκείνη την ημέρα συνεπής μα ένα κοράκι καταβρόχθισε το μονοπάτι και χάθηκα στο δάσος ύστερα κάποιος μετατόπισε τους δείκτες στο κουρδιστό ρολόι στο σαλόνι κι άργησα είκοσι χρόνια. Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα. Και όταν ερχόμουν θα σ' αγκάλιαζα αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα. Γι' αυτό σου λέω. Μην λυπάσαι. Και στείλε αυτήν την τενεκεδένια απουσία για ανακύκλωση.

(από τη συλλογή "Κλινικά απών", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Μάκης Μαλαφέκας: "Οι άνθρωποι, γενικά"

Οι άνθρωποι, γενικά, Είναι παράδοξα όντα. Ξεφυσούν και νευριάζουν, Και διαμαρτύρονται και φωνάζουν, Και τσακώνονται Και πλακώνονται Και κατατρίβονται κι αναλώνονται Σε ένα σωρό μαλακίες, Κι όταν έρχεται η ώρα Του σοβαρού ζητήματος Ξαφνικά γαληνεύουν, ηρεμούν Και συμφωνούν Και συναινούν Να κάτσουν όμορφα κι ωραία Κι όλοι μαζί Να συντριβούν.

(από τη συλλογή "Η απόλυτη μειοψηφία", εκδ. Μελάνι, 2015)

Κέλλυ Μαλαμάτου: "Επί ερειπίων"

Και συχνά τελευταία καθόταν ανάμεσα στα συντρίμμια Από παιδί βλέπεις αγαπούσε τα ερείπια Ίσως, γιατί αυτά του έδιναν τη δυνατότητα να φαντάζεται ή να ανασκευάζει Ίσως, γιατί αυτά του μάθαιναν την καταστροφή
Σήμερα κάθεται ανάμεσα σε σπασμένα δίκτυα θρυμματισμένους λαούς διαρρηγμένες αμοιβές διάτρητα όνειρα
Του λείπει όμως πλέον η φαντασία Γι' αυτό αναρωτιέται μοναχά τι είναι πιο επώδυνο Tο σπάσιμο ή η συγκόλληση Ο πόνος άραγε ή η επιδιόρθωσή του Και τείνει πάντα προς το δεύτερο Όπως αυτή η κολόνα του ερειπωμένου κλειστού μαγαζιού Όπως αυτή η κολόνα δωρικού ρυθμού μιας χώρας που γέρνει


(από τη συλλογή "Σημεία ρήξης", εκδ. Μελάνι, 2015)

Τάσος Κανάτσης: "Προσωπιδοφόροι"

Κι ύστερα μένεις μόνος μες στη βουή της αγοράς κι ούτε πού ήθελες να πας ούτε πώς βρέθηκες εκεί θυμάσαι
Ούτε από που ξεκίνησες ποιος είσαι μόνο βαδίζεις στανικώς μαζί με άλλους μ’ ένα βηματισμό συγχρονισμένο σαν σε παράγγελμα αόρατου αφέτη ίδια φορώντας ρούχα ίδια γλώσσα μιλώντας με δίχως μνήμη δίχως παρελθόν μέσα σε ξένους ξένος κι απαράλλαχτος στη γενική ομοιομορφία υποταγμένος
ατέλειωτη στρατιά των προσωπιδοφόρων

(από τη συλλογή "Απόκρημνες μέρες", εκδ. Καστανιώτης, 2015)

Ελένη Λιντζαροπούλου: "Με την ποίηση…"

Η ώρα έφτανε. Θα συναντιόμουν με την ποίησή σου σαν εραστής ή σαν ερωμένη, θα σε διάβαζα. Ή η ανάγνωση, θα πουν, δεν έχει σχέση με τον έρωτα; Κι εγώ δεν ξέρω. Ανοίγεις βιαστικά το δέμα, βγάζεις πρώτα πρώτα έξω το πιο παλιό, το πιο φθαρμένο, το κοιτάζεις. Χαϊδεύεις το εξώφυλλο. Φοβάσαι. Σα να σε βλέπει ο ποιητής. Θα σταθείς αντάξιος; Περιμένεις απάντηση για να σκύψεις στο χαρτί. Η ποίηση διαβάζεται κατά μόνας.

(από τη συλλογή «Ο πίθος των γυναικών», εκδ. Οι εκδόσεις των φίλων, 2013)

Μάχη Τζουγανάκη: "Τυπική υποχρέωσις"

Πατούσα πάντα στις μύτες των ποδιών Σαν διάβαινα το κατώφλι της καρδιάς Καθόμουν στητά στον φθαρμένο της καναπέ και γέμιζα το χρόνο ετούτης της επίσκεψης με αερολογίες και σπουδαίες φράσεις Καμιά φορά της εξιστορούσα γεγονότα που ανήκαν σε παλιότερες εποχές και αναπολούσαμε μαζί τις στιγμές Σαν πέρναγε η ώρα χάζευα συχνά το ρολόι ήτανε βλέπεις πληκτική η ατμόσφαιρα Ύστερα σηκωνόμουν και τη χαιρετούσα δίνοντάς την υπόσχεση σύντομου "επανιδείν" Μα όλο καθυστερούσα την επόμενη επίσκεψη ήταν κι αυτή άλλη μια τυπική υποχρέωσις…

Πάνος Κυπαρίσσης: "Πρελούδιο"

Χορεύει με τον ίσκιο της η μέρα
Μακριά, γέλια, φωνές κόσμος δεν είναι
Θάλασσα
Πού σήκωσαν χαρές; Κατάρτι δε φαίνεται κανένα


(από τη συλλογή "Το χώμα που μένει", εκδ. Καστανιώτη, 2007)

Σωτήρης Παστάκας: "Ελλάδα παπάκι"

Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα σαν το παπάκι στην παραλιακή. Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα συμπίπτει με τη δυνατότητα του ερωτευμένου βλέμματος: να καταγράφει, να χορταίνει, να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες αποκλίσεις του, τον κυματισμό της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.
Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της που την αγκαλιάζει, κλείνουν τα μάτια τους ταυτοχρόνως: δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν αυτός για κείνη, ούτε ’κείνη πόσα πολλά της χρωστάει.
Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα όπου το σούρουπο προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή, μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.


(από τη συλλογή «Ύποπτος Φυγής», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2010)

Κατερίνα Ηλιοπούλου: "Μάθημα ακινησίας"

Ακινησία σημαίνει να ανοίγεις Να διατρέχεσαι από αγρίμια ανεξιχνίαστα Να γίνεσαι εκείνος που κανένας δεν σε ξέρει Ποτέ πριν και πάντα μετά.
Δώσε δώσε δώσε το βλέμμα σου Για να μπορέσει να γίνει ο τοίχος τόπος Προορισμός και καταγωγή του φορτίου της προσμονής Των αινιγμάτων το πελώριο κάτοπτρο.

(από τη συλλογή «Ο κύριος Ταυ», εκδ. Μελάνι, 2007)

Ζέφη Δαράκη: "Μελάνια χυμένα"

Ήτανε τ' όνειρο μελάνια χυμένα και πέθαινα ήσυχα ψαχουλεύοντας την ομορφιά στις χαμένες πράξεις της ζωής αναζητώντας και ψαχουλεύοντας άλειωτες χειρονομίες κάποιοι με κοιτούσανε από πολύ μακριά τραβώντας και ισιώνοντας αμήχανα προς τα πίσω τα μαλλιά τους στο καταστραμμένο κάθισμα σταλμένο ένα φάντασμα πριν χρόνια και μ' έκανε να στέκω άφωνη που δε με βρήκες περαστικός εσύ να με ακουμπήσεις επάνω στο σώμα μου

(από τη συλλογή "Το σώμα δίχως αντικλείδι", εκδ. Νεφέλη, 2000)

Αθηνά Παπαδάκη: "Στίχοι στα ράφια"

Η ποίηση καθώς το ποτάμι δε γυρίζει πίσω, ρέει στον ίλιγγο της στιγμιαίας ανατροπής. Στίχοι αποθηκευμένοι δε συνιστούν μάχιμη ύλη, συχνότατα υποχρεώνουν τον διαφοροποιημένο, λόγω χρόνου, συγγραφέα σε επαναλήψεις και αδιέξοδα, σκέτες εμμονές. Η δημιουργία αναπνέει στην πάλη με το οξυγόνο, στο ερέθισμα, κτυπημένο με τομή-ουλή από το σπαθί της ημέρας. Και όπου βγει. Επανέρχομαι όμως κάπου κάπου στα συρτάρια, με τη δυναμική της έμπνευσης. Επανακάμπτω σε φράσεις ημιτελείς, τολμώ να πω ανέραστες, τυλιγμένες στο ράσο της απόσυρσης. Μοναχές σε ξύλινα μοναστήρια.


(από τη συλλογή «Με άλλα λόγια», εκδόσεις Ροές [Πτερόεντα], 2007)

Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος: "Λεκτικό επεισόδιο"

Οι γιατροί με έκδηλη αμηχανία είπαν πως πήγε από εγκεφαλικό αλλά εμείς που ξέραμε τον άνθρωπο κι είδαμε τον καημό ισόβιο ναυαγό στα βαθιά των ματιών του δείξαμε κατανόηση γιατί εδώ που τα λέμε πώς θα μπορούσαν να διαγνώσουν οι άμοιροι αυτήν τη συμφόρηση των λέξεων στο κεφάλι του ποιητή.

(από τη συλλογή "Ανοιγμένη φλέβα", εκδ. Παρατηρητής, 1991)


Μέρη Λιόντη: "Συνήθεια"

ο καφές μου είναι πικρός πικρός και σκέτος πάντα ζεστός
ομοιοπαθητική σε μια μέρα που η ανάσα της κατακαίει
(κινήσεις μαθαίνω να ευκολύνομαι κυνηγώ κι είναι κατακαλόκαιρο)


(από τη συλλογή «Θέρος το χειμαζόμενον», εκδ. Σαιξπηρικόν, 2014)


Δημήτρης Άλλος: "Σπάδην"

Και έτσι
με εικόνες απλές και τα λόγια δύσκολα
γιατί το σκαρί μας είναι θνητό και τα κύματα επίσης
όμως το χτύπημά τους όχι
γέρο Ηράκλειτε

Έλενα Ψαρρέα: "Μπεν"

Τα παντελόνια μακριά, το καπέλο στο πλάι. Τα μαλλιά κομμένα όπως στις ταινίες. Η μπάλα ως το τέλος εκεί. Έτρεχε με το ποδήλατο στην κατηφόρα, χωρίς χέρια. Φωνήεντα κλειστά στον αέρα. Τα βράδια έπεφτε από ταράτσες. Ξυπνούσε με ένα πιστόλι. Οι φίλοι άσπρα μαξιλάρια. Στις παλιές τσάντες σάπιζαν αναφιλητά. Τον φώναζαν Μπεν. Πως ήταν κορίτσι είπαν.

(από τη συλλογή "Επεμβάσεις", εκδ. Αρμός, 2010)

Γιώργος Παναγιωτίδης: "Κύμα άλμα"

Πλέχει στον κόσμο η ψυχή μου 
όρτσα πρίμα η απαντοχή μου 
δέκα φουρτούνες και μία κάλμα 
πλέχει πανί κουρέλι 
πάει ένα κύμα ένα άλμα 
κι ούτε κάβους ούτε καβοδέτες θέλει 
μόνο ελεύθερη να πλέχει 
για την αγάπη του απέραντου 
μ' όψη παιδιού αμάραντου.

(από τη συλλογή "Κύμα άλμα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Στράτος Φυντανίδης: "Γιατί μαχαιρώνει τις αποστάσεις μου επαξίως ο Μινώταυρος;"

Παροιμιώδης εξοστρακισμός αυτός του ανθρώπου απ’ τον λαιμό και πάνω, αθροίζοντας νομίσματα αφαιρώντας στοιχεία.
Αυτοεκπλήρωση, ένα είδος παρωδίας διασφαλισμένης τυχαία μέσω τηλεχειριστηρίου.
Στη μαζική είσοδο δεν κατανοούν σιδηρόδρομους ή τα κράτη συλλήβδην από κόκκινο δέρμα.
Πρωτίστως ύφος του υπουργείου ενισχυμένο να γνωρίζει π.χ. επί δεκαετίες τόπους συνύπαρξης.
Κατά προτίμηση παρκαρισμένο στο σημείο το μίζερο κάτουρο προκαλεί την οργή της εκάστοτε αστυνομίας.
Όργανα θεσμών εκτόνωσης εκτοξεύουν παράλληλες διαδικασίες εσωτερικής αιμορραγίας.
Να ανθίσουν συνειδητά οι παλινδρομήσεις της ροής των γεγονότων ως ανώδυνη επιλογή.


Σταύρος Μίχας: "Ονειροποιητής"

Ο ονειροποιητής είναι αυτός που προφέρει  τ’ αναρίθμητα             ονόματα του κόσμου που κάνει τη ψυχή μας να ταξιδεύει στις γωνιές του απείρου ένα χάδι στο πρόσωπο της αστραπής μια φλέβα χρυσού στο βράχο             που κάνει όλο το βουνό ν’ ακτινοβολεί ένας ήλιος πουλί που πετά στις λαμπερές νεφέλες τ’ ουρανού μια αόριστη νότα από σπασμένες χορδές φωτός ένας ψαράς πού βγάζει αγκιστρωμένες λέξεις ψάρια             απ’ το βυθό της καρδιάς του το γέλιο μιας καμπάνας από νεφρίτη ένα ρυάκι που λασπώσαμε       αλλά που γρήγορα ξανατρέχει καθαρό νερό η μνήμη του κόσμου που βρήκε το λαλητή της ένα έρημο στάχυ που υψώνεται για να ταΐσει όλους τους                     πεινασμένους.
Μια φωνή που καλεί το κενό ν’ απαντήσει.


Λάμπρος Σπυριούνης: "Άτιτλο"

Φωνή εν αρτεσιανό δάκρυ πρωινής χαρούμενης ιάμβης
Eδάκρυσεν η όμορφη, σαρκώθηκε το θαύμα.


(από τη συλλογή "Πολύτροπον", εκδ. Μανδραγόρας, 2008)

Κωνσταντίνος Μούσσας: "Επιβατικό κοινό"

Απεργούν σήμερα τα λεωφορεία.
Στις σκουριασμένες στάσεις με τις φωτεινές διαφημιστικές αφίσες ειδών κινητής τηλεφωνίας και λαϊκών θεαμάτων, στέκονται μόνο κάτι παγωμένες σκιές από χθες.
Γεμάτο και το καλάθι του δήμου απορρίμματα της τελευταίας στιγμής κι ακυρωμένα εισιτήρια όνειρα μονής διαδρομής και μειωμένης διάρκειας.
Κι ας περιμένουν οι ξεθωριασμένοι πίνακες των δρομολογίων τα αγχωμένα βλέμματα των επίδοξων επιβατών ,που πάντα ελπίζουν πως πρόλαβαν
Ποιος ξέρει ποια μέσα μαζικής περιφοράς θα βρουν πάλι ,οι μόνιμοι προορισμοί κι οι αναπόφευκτες αναχωρήσεις;

Νίκος Λάζαρης: "Άνθρωποι του εικοστού αιώνα"

Ο ουρανός ναυαγός πάνω από το κεφάλι μας και δεν έχουμε βάρκα να τον περισυλλέξουμε δεν έχουμε πανί· οι φωνές μας άναρθρες πνίγονται μέσα στον πάταγο του καιρού.

(από τη συλλογή "Η ένταση είναι διαρκής", εκδ. Τυπωθήτω-λάλον ύδωρ, 2007)

Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Δελτίο καιρού"

Τα κύματα στα γόνατα Στο χέρι η ομπρέλα Κι η βάρκα μόνη στη στεριά

Ναυαγοί τόσοι λυγμοί Αγγίζουν την ανάσα Με άνισες θυσίες

Απρόσεκτα γέλια στα σύννεφα Ξεχνάνε σκαλοπάτια Και σβήνουν στο υπόγειο (Ποιος ξέρει αν θα βρέξει;)

Δεν επιστρέφουν αλώβητες Πρωί οι προσδοκίες Σαν γέρασαν απρόσμενα Χώμα, νερό και πέτρες (Ποιος στ' όνειρο θ’ αντέξει;)