Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτέμβριος, 2015

Σωκράτης Μαρτίνης: "Νυχτερινή μουσική"

Σε φύλλα χαρτιού σύστημα από σημεία μεταξύ διαγραμμίσεων
Σπίρτα που ανάβουν διαδοχικά φέρνουν σε κίνηση τον ίδιο αέρα που σπρώχνει τις σκιές των ανδρών το απόγευμα


(από τη συλλογή "Μικρό μπρούτζινο χέρι", εκδ. Φαρφουλάς, 2010)

Πατρίτσια Κολαΐτη: "Ανθρώπων έργα"

Ζουν ανάμεσα στους βράχους και γίνονται πέτρα
Για να μην τους ραμφίζουν οι βροχές νερό
Γιατί αυτοί πετσί δεν έχουνε ν’ αλλάξουν άλλο απ’ το Μέσα τους.


Δούκας Καπάνταης: "Εξοχικές κατοικίες το χειμώνα"

Νύσταζα, και χωρίς να το ζητήσω τη σφαίρα που μας δείχνει τον καιρό τον μέσα μας, μου δώσαν να κρατήσω και μέσα της φοβόμουν να ειδωθώ: Από το θόλο πέφτανε σεντόνια, αστραφτερά, κατάλευκα, μεγάλα, σκεπάζοντας σαν έπιπλα σε σάλα τα σπίτια μας – μαμούθ κατ’ απ’ τα χιόνια. Εν τέλει, όταν απλώθηκαν παντού, ανέτειλ’ ένα κάτασπρο φεγγάρι στον ουρανό –σημάδι παγετού; Σε λίγο θα ’ρθει πούλμαν να μας πάρει – σκεπτόμουν, δίχως ίχνος προσμονής ή πανικού. Άβουλους, προσηνείς.

Νικόλας Νησίδης: "Σκιές"

Σκιές που χάσανε τα σώματά τους ψάχνοντας μάταια να βρούνε την τρίτη διάσταση μόνο προβάλλονται στο πάτωμα (όταν έχει φως) τη νύχτα, στο τυφλό σκοτάδι: ανύπαρκτες άνθρωποι στερούμενοι φωτός άνθρωποι χωρίς ιδέες άνθρωποι μισοί.

Έφη Πυρπάσου: "Αστοχία"

Καμιά φορά σκέφτομαι η μεγαλύτερη αμαρτία μου ήταν που δε φρόντισα να ονειρευτώ λίγο νερό για το μικρό αγόρι που ερχόταν όλο δακρυσμένο στον ύπνο μου. "Πώς αλλιώς να ξεδιψάσω;" με ρώταγε, τόσο αδύναμο όσο η φράση εκείνη που πάντα με στοργή λέγεται διαψεύδοντας τις γενιές: "Μην κλαις, θα περάσει".

(από τη συλλογή "Ξενάγηση", εκδ. Καστανιώτη, 2005)

Ελένη Τζατζιμάκη: "Σε ποιον ανήκει μια ιστορία;(σύνθεμα ερωτήσεων προς απάντηση)"

 "Αγάπα τον άνθρωπο γιατί είσαι εσύ"                                                                                   ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Ήτανε νύχτα όταν ρωτούσες:
Σε ποιον ανήκει μια ιστορία; Στον έρωτα ή στο θάνατο;
Σου απαντούσα βιαστικά Γιατί αγνοούσα την απάντηση.
Ξαναρώτησες κάποτε, πιο σαφής:
Σε ποιον ανήκει μια ιστορία όταν παύει να ανήκει σε μένα;
Έκανα πως δεν άκουσα.
Συνέχισα να τρίβω το πάτωμα με τους λεκέδες από τα βήματα. Βήματα παντού μέσα στο σπίτι Από διάφορους περαστικούς, ζώντες και μη.
Όλους αυτούς που περπατούν στο χώρο μου
Όλα από μια ιδέα ξεκινάνε και σε μια ιδέα καταλήγουν,
Και
Γυρεύουμε τη μυθολογία του έρωτα και όχι τον έρωτα καθεαυτόν,
σκέφτηκα να σου απαντήσω, μα ήταν περασμένη η ώρα. (Η απάντησή μου δεν είχε νόημα άλλωστε, γιατί δεν ήταν απάντηση.)


(από τη συλλογή "Σε ποιον ανήκει μια ιστορία;", εκδ. Μελάνι, 2015)

Αλεξάνδρα Στελλάκη: "Άψυχη ψυχή"

Στα κτητικά μεσάνυχτα μπρος τα σεντόνια                                 που στην τσαλάκα βουτηγμένα κείτονται είμαι μισός και στο ποτήρι του καφέ που πνίγεται σε άτυχα υπολείμματα το λίγο ακόμα γέμισμα μου ψάχνω
Τρύπες δικές σου και δικές μου αναπαράσταση πια δε ζητούν ζυγώνουν η μια πλάι στην άλλη σε κάποιο ράφι που σε περίμενε έρμαιο και κείνο
Αγκομαχώ σε δρόμο κατρακύλας με χέρια που ψάχνονται μήπως και κρατούν ακόμη άθελα τους λίγη πεταμένη υπεκφυγή
Αρχαίο το πάθος της ανάστασης που άφησες και αν δεν έχεις φίλη την επιστροφή εχθρό μου δεν σε κάνω

Τάσος Πορφύρης: "Διότι τι σόϊ ποιητής..."

Διότι τι σόι ποιητής θα ήσουν φίλε μου αν Δεν έκρυβες δυό άσσους στο μανίκι σου και Δεν τους έριχνες στην τσόχα την ώρα που Φαίνονταν πώς όλα είχαν τελειώσει ο κερδι- σμένος είχε απλώσει τα χέρια του κι έμεινε Αποσβολωμένος όπως ο αναγνώστης σου όταν - Διασχίζοντας ένα ανθισμένο λιβάδι- Αντικρίσει ξάφνου την άβυσσο και μείνει Με το ένα πόδι στα λουλούδια και το άλλο Κρεμασμένο στο κενό.


(από τη συλλογή "Σώμα Κινδύνου", εκδ. Ύψιλον, 2004)

Ιουλίτα Ηλιοπούλου: "Άτιτλο"

Που δεν σε κράτησε άλλο το μυστικό κι  όπου κι αν βγω νύχτα στη στέγη να σε φωνάξω δεν θα υπάρχεις ένα σημείο σου κόκκινο στον ουρανό την πάντα τελευταία θα περιμένω βροχή και την αγάπη τα δίχως όνομα περνώντας πλάι γυμνή μικρά φυτά που μυρίζουν βαθιά μέσα τον άνεμο άντρα.

(από τη συλλογή “Δίγαμμα”, εκδ. Ύψιλον, 1992)

Κυριάκος Χαραλαμπίδης: "Θα πάω στον Ασκληπιό μ’ ένα κοκόρι"

Χάριν της ευτυχούς χρήσης της γλώσσας θα πάω στον Ασκληπιό μ' ένα κοκόρι και θα του πω για τον καλό σκοπό μου. Εκείνος με ιερείς-θεραπευτές γνωρίζει νόμους και φαινόμενα της ζωής, γνωρίζει και την πρόβλεψη της ιστορίας και βάνει τα στρωσίδια του κατάχαμα, τη γλώσσα μου ν' αρμόσει στα όνειρά μου.
Ο φόβος του μην τύχει κι αποτύχω τον εγκρατεί· κατέχει την αξία του καθαρμού των ενυπνίων, μετέχει το κατά δύναμιν, εξ όσων ξέρω, στη θεωρία του λόγου· με ακουμπά.

(από τη συλλογή "Στη γλώσσα της υφαντικής", εκδ. Μεταίχμιο, 2013)

Κώστας Παπαποστόλου: "Για σένα"

Στο περιθώριο Να ακουμπάς τα δάχτυλά σου Εκεί που δεν σε φτάνουν οι ματιές Να κοιμάσαι Αόρατη σκιά στις σκιές Του χρόνου Αόριστο στίγμα Στον αέρα Μόνον εσύ Θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου Μόνον εσύ θα θυμάσαι Πως ακολουθούν τους ήρωες Σιωπηλά Για να κριθείς επίγεια Αφού δεν υπάρχουν ουρανοί Να κατοικείς στο τίποτε Στο μηδέν να μετράς Τα βήματά σου Και να βυθίζεσαι Σε μια στάχτη ντροπής Για όσα δεν γίνηκαν ακόμη.


(από τη συλλογή "Θούλη-το λευκό νησί", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Χαρίλαος Νικολαΐδης: "Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο"

Πέρα από τον φράχτη ξαφνικά παύουν τα δέντρα, τα λουλούδια, το χορτάρι. Μέχρι τον άλλο φράχτη, υπάρχει μόνο στρωτό γκρι με λευκές γραμμές στη μέση. Περνάνε πράματα μεγάλα ή τεράστια (φτάνουν ταχύτητες ασύλληπτες για το πονηρό είδος μας!) Τη νύχτα φέγγουν, από μακριά μέχρι μακριά, πιο δυνατά καθώς μας πλησιάζουν. Ύστερα χάνονται για πάντα σε μέρη ανεξερεύνητα. Εκείνος που έχτισε τον φράχτη πρέπει να δοξαστεί.


(από τη συλλογή "Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο", εκδ. Μελάνι, 2015)

Γιώργος Μπρουνιάς: "Χειραψία"

Οι μέρες μου δεν είναι ίδιες με τις μέρες σας κι οι μέρες σας δεν είναι ίδιες με τις μέρες μου έστω και αν το ίδιο γρήγορα πετούν οι δικές μου κι οι δικές σας σαν τα πουλιά άμα φωνάξει ο καιρός ν' αποδημήσουνε. Όμως επειδή η θέληση φτιάνει το χαρακτήρα κι η δράση τη ζωή ας είναι οι αξίες ανθρώπινες για να χωρούν σε λόγια χαρούμενα ή λυπημένα μιας και στο τέλος μένουν πάντα δρόμοι ν' ανοιχτούνε κι είναι πολλοί αλλού ίσως όπου νομίζαμε κοντά ή μακριά άδειοι ή γεμάτοι με μια ζωή στην άκρη τους να γνέφει ίδια για όλους και μοναδική για τον καθένα αφού μαζί του φεύγει όταν σφίξουνε τα χέρια μες στο μυστήριο τ' αξεδιάλυτο.

(από τη συλλογή «Τέντα στον αέρα», εκδ. Το Ροδακιό, 2009)

Ανδρονίκη Δημητριάδου: "Αργός ως θάνατος"

Θύελλες ουρλιάζω κι εσύ κόκκινος χαρταετός χάρτινους ανέμους σκίζεις στη βροχή.
Πέφτω νεκρή.
Στροβίλισμα αργό πούπουλα χλωμής οργής νιφάδες του καλοκαιριού ανεβαίνουν μαζί μου στη σιωπή.


(από τη συλλογή "Πέτρα και Ευαγγέλιο", εκδ. Vakxikon, 2015)

Κλαίτη Σωτηριάδου: "Ευχαριστίες"

Στο σκοτάδι του σπιτιού χάραξε φως κάτω απ' την πόρτα. Στο Δος ημίν σήμερον έστειλες σάρκα και αίμα να με ταΐσεις -έστω κόκκινο κρασί και κάτι μπλίνις ταχυφαγίας.
Ο σολομός ήταν πακέτο από τα ράφια και το τυρί έμεινε στο ψυγείο. Χόρτασα όμως αγκαλιά αν και με δόσεις εισακούγονται πια οι προσευχές μου.
Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς μες στη Βαβέλ αυτής της γης ευγνώμων πρέπει να 'μαι που αντιλήφθηκες μία τουλάχιστον από τις ικεσίες μου.

(από τη συλλογή "Αντίδωρα", εκδ. Κέδρος, 2011)

Βασίλης Μανουσάκης: "Το πέταγμα του πουλιού"

Εκεί ψηλά στον ουρανό αναδεύει το φως σαν τον Ίκαρο μια ευκαιρία ζητώντας Μοναξιά
Κατεβαίνει στο χώμα Ποθεί τη συνεύρεση μα εσύ το διώχνεις Δεν είσαι έτοιμη ακόμα λες Μοναξιά
Σου χαρίζει την ύπαρξη Σε παρασέρνει Μα εσύ μένεις εκεί σαν τον Προμηθέα δεμένη στον εαυτό σου να μιλάς Μοναξιά
Η μοναξιά όμως δεν κρατάει για πάντα Σπάει το κέλυφος Κι από μέσα φυτρώνει γλυκός ένας μελίανθος Σε πλημμυρίζει Τα φρούρια που έχεις χτίσει γύρω σου Γκρεμίζονται Το πέταγμα του πουλιού Αφήνει μόνο ωραίες αναμνήσεις Λύτρωση

Ελισάβετ Αρσενίου: "Μάχη"

Είχε πεθάνει και παροδικά αντικαταστάθηκε τώρα που ξαναέζησε παλεύοντας μόνη της έκανε μηχανικά τη δουλειά της.
Την επομένη της διακοπής ακροβολίστηκε με μισάνοιχτα πόδια χωμένα στις πέτρες.
Ένα πράσινο ήρθε κι ακολούθησαν άλλα με μια όρεξη άρχισε αυτή.
Άρπα αυτή, αυτή άλλη μια τόλμα να ’ρθεις εδώ, εδώ θα σου δώσω κι εγώ ή να ’ρθω πες κι εσύ άκου αυτή ρίξε μία να δω.
Με δύο λόγια: είναι μία μα θα ’ρθουν πολλοί.

(από τη συλλογή "Χιλιάδα", εκδ. Τυπωθήτω / λάλον ύδωρ, 2011)  

Πάνος Δρακόπουλος: "Η άδολη πρώτη προδοσία"

Το να 'σαι τριγυρισμένος από μαθητές σφιχτοδένει ή -αναρωτιέμαι- λύνει ολότελα την άμαξα της υπόσχεσης με το μερίδιο που σου αναλογεί από το έμβιο άχρονο παρόν σου;
Κάθε ίσκιος ψήνει το σώμα που του ανήκει εξάλλου. Όπως ο ήλιος το αυτό σώμα.
Διαλέγεις και παίρνεις -τον χρόνο σου: Ίσκιος, σώμα ή ήλιος;

(απόσπασμα από τη συλλογή "Πέρασμα-ποίημα σε 7 κινήσεις", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Γιάννης Τζανετάκης: "Φίλοι μου ας πετάξατε"

Φίλοι μου ας πετάξατε
στα σύρματα ας κάθεστε πουλιά
χνούδια στο μπαλκόνι
με άλλα μάτια ας με κοιτάτε πια
μέσα μου σας κρατάω ζεστούς
το χάραμα όπως πάνω στο παιδί μας
ρίχνουμε τρυφερά ένα σεντόνι

Γιάννης Τσίγκρας: "Ξεδιψούν με ουρανό"

Tα πουλιά, ως γνωστόν, ξεδιψούν με ουρανό κι αφήνουν σε μας τα βαρέα μέταλλα των λέξεων, που στάζουν το μεδούλι του καιρού. Τα πουλιά χορταίνουν με το πριονίδι των ποιημάτων, καμιά φορά με την ίδια την ποιητικήν ιδέα. Ακολουθούν τις νεκροφόρους του ορθού λόγου τα πουλιά και μας βοηθούν στην ανημπόρια να συνθέσουμε.

Έλλη Φρεγγίδου: "Δικαίωμα φωτός"

Κι αν είχα γράψει ποιήματα για ποιόν; Λέξεις απαίδευτες -ιστός αναλγησίας.
Κι ύστερα ήτανε, νομίζω, που με κοιτάξανε τα μάτια σου -μια δευτερόλεπτη αχτίδα.
Κι από τότε φυσάει τη φωνή σου και ξυπνώ. Οι δρόμοι διασχίζουν την αλήθεια.
Κι από τότε απέκτησα κι εγώ αυτό που λεν δικαίωμα φωτός.


(από τη συλλογή "Δικαίωμα φωτός", εκδ. Κέδρος, 2015)

Παναγιώτης Δαμκαλής: "Ιχνηλασία"

αντί για μνήμη έχω μια πλαδαρή σουπιά ξερνάει μελάνι στ’ αληθινά χνάρια και μένουν μόνο πλαστικά εκμαγεία σε σημείο που πολλάκις απαρνήθηκα μπαμπά και μάνα μα πάντα κουβαλώ στη ράχη μια κούνια παιδική
στα γυμνά από χρόνο πόδια μου ένα σαλιγκάρι μάζεψε τα στεγνά του μάτια τακτοποίησε το βλέμμα προς τα μέσα κι αποφάσισε να μην αφήνει πίσω σκέτα σάλια παρά βαθιές για σπόρο αυλακιές

Μαρία Σκουρολιάκου: "Μια μέρα"

Ανοιγοκλείνουν οι καρδιές  με πάταγο μες  στις ασπρόμαυρες  διαδρομές  της  μέρας. Προσοχή στο κενό.
Ασφαλισμένοι   σ’ έναν  καναπέ  μετά, μασάμε  άνοστο  ψωμί   ακούοντας   μακρινούς  θανάτους.
Πίνουμε  υπνωτικό  νερό από χλωριωμένες  σκέψεις. Να δούμε όνειρα χρωματιστά.
Σώματα ξεφυλλίζουμε  στη λήθη και το ξημέρωμα φοράμε  τη στολή της μάχης.
Μια μέρα, θα  ζωγραφίσω  στο κορμί σου τις παραστάσεις της ασπίδας του Αχιλλέα.

(από τη συλλογή ''Χρώμα Αύριο'', 2015)

Νικόλας Γκόγκος: "Η αναστολή"

Κάποτε έπαιρνε φωτιά το χέρι· ή μήπως ήταν το μυαλό που πυροδοτούσε τη μελάνη;
Το χέρι τέλος πάντων, έκανε όλη τη δουλειά!
Και μυστηριώδη σκοτεινά πουλιά, φτερούγιζαν ράθυμα, πάνω απ’ τη νύχτα μου.
Τώρα πια καταπίνω τη νύστα μου.
Κάποτε τα καταπότια δεν ήταν σκληρά, και τα κατατόπια θα ήταν πιο εύκολα· και τα τόπια, να! Γκελάραν αδιαμαρτύρητα.
Κάποτε έσπασα έναν καθρέφτη· έριξα αλάτι στο πάτωμα, φιλοξένησα μαύρες γάτες στο σπίτι μου·
άφηνα τα καπέλα μου απάνω στο πάπλωμα.
Κάποτε η αναστολή, δεν ήταν καταδικασμένη εσαεί ν’ αναστέλλει…

Νικόλας Αλβιώτης: "Ταυτο-ποίηση (...με τρία χαϊκού)"

Τι σας έλεγα. Εκείνοι ξαναήρθαν Κι εγώ έλειπα…
Να πω αλήθεια; Δεν άνοιγα την πόρτα Κι ας ήμουν μέσα.
Στέκονταν έξω και χτυπούσαν για Καιρό μετανιωμένοι.

Χρήστος Τσαγκάρης: "Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα"

«Ανάγκη σκιαμαχείν απολογούμενον»                                                       (Πλάτωνας, «Απολογία Σωκράτους»)
Όταν μιλάς, απολογείσαι σε ίσκιους. Δεν ο ήχος που ακούς όταν σπας το κενό συναρμόττοντας φθόγγους και λέξεις. Είναι που κάθε σου  μέρα οφείλει¬ – αν θέλει να λέγεται μέρα – να σκεπάσει τη νύχτα. Δεν διώχνεις το σκοτάδι σιωπηλά γιατί η νύχτα είναι η απόρθητη σιωπή. Νύχτα είναι το μαχαίρι που καρφώνεται στην πλάτη του χρώματος.
Όταν μιλάς, απολογείσαι σε ίσκιους. Είσαι σε ένα σπίτι με τα μάτια κλειστά και τις κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα. Το σκοτάδι σε φοβίζει. Και όμως δεν θα το διώξεις, αν δεν το αντικρίσεις κατάματα. Δεν αρκεί να διαβάζεις με ένα μικροσκοπικό φακό βυθισμένος στη σιωπή. Ένα σπίρτο δεν φέρνει το ξημέρωμα.
Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα. Να ξέρεις ότι έχεις μπροστά σου ατέλειωτους ίσκιους που σε ειρωνεύονται. Μαχαίρωσε τη νύχτα, δέσε τους ίσκιους. Δεν θα μπορέσεις. Ακούς από τώρα το γέλιο τους. Δεν θα διώξεις τα φαντάσματα απειλώντας τα.
Αν θες…

Μαριέττα Πεπελάση: "Τον εαυτό σου άφησε να γίνει ένα με τον ήλιο εσύ"

Τον εαυτό σου άφησε να γίνει ένα με τον ήλιο εσύ ο έσχατος εξομολογούμενος του υπέρτατου φόβου, Εσύ,  ο ήρωας της καθημερινότητας. Τ’ αλογάκι της Ανατολής περιμένει στο στερέωμα την εναρμόνιση της δόνησης που υπόσχεται την τέλεια παράδοση στους ήχους του πορφυρού τύμπανου και στα χρώματα του φλογισμένου σούρουπου. Σ’ αυτή τη μαγική στιγμή πελώριες τις φτερούγες του θ’ ανοίξει, για να προλάβουμε ν’ αγγίξουμε στους διάσπαρτους βράχους του Αιγαίου τη σύντηξη της μέρας μες στη νύχτα. Θα πετάμε ανάμεσα στους αφρούς των κυμάτων στις κορυφές των ονειρικών νησιών, ανάμεσα στις ιαχές των γλάρων στην τελευταία τους πτήση πριν το σκοτάδι, ανάμεσα στο παιχνίδι των δελφινιών που θ’ ακολουθούν την έκφραση της χαράς σου. Στο βαθύ σκοτάδι του ορίζοντα όταν κι εσύ θα ’χεις πια γνωρίσει τον έρωτα μες στο λυκόφως, υπόσχομαι να παραδοθώ στο καθάριο και διάφανο βλέμμα σου πυρά της τελευταίας αμφιβολίας.

(από τη συλλογή "Πλοηγός", εκδ. Καστανιώτη, 1996)

Σίσσυ Δουτσίου: "Γλώσσα"

Έχει ξεχάσει ποια είναι - το όνομα της, την καταγωγή της, τους προγόνους της, το τόπο της, την πόλη της, τον προορισμό της. Έχει ξεχάσει το λόγο, το αιτιατό.
Ένα κενό - ένα βαθύ χάσμα. Ένα άδειο σώμα που ανατριχιάζει, που η καρδιά του ξεσκίζει τη σάρκα και κάθε σκέψη συκοφαντεί τη λογική. Κάθε σκέψη προπονεί την κοσμική αντίληψη - μια σκέψη που τρέμει που γεννάει τον φόβο κι ο φόβος τρώει-κατασπαράζει τη λογική. Κάθε τι γνώριμο πεθαίνει. Μια αίσθηση επεξεργασμένη από έναν άρρωστο νου.
Ξημερώματα Το θολό φως του ουρανού ξυπνάει το δωμάτιο. Ένα ανδρόγυνο κομμένο στη μέση Ο άνδρας κοιμάται- γυμνός με ανοιχτό το στήθος του. Η γυναίκα ανοίγει τα μάτια της τυφλώνεται από το φως το πρώτο φως της ημέρας.
Έχει ξεχάσει τι θέλει να κάνει στη ζωή της Ένα κενό Μια απόλυτη στιγμή ματαιότητας Όλα φαντάζουν παράλογα.
Οι λέξεις γλιστράνε πάνω στα πόδια της κομματιάζουν τις φλέβες της και τα πόδια της τρέμουνε.
"Το σώμα της"
Τα δάχτυλά της ιδρώνουν η γλώσσα της στεγνώνει
Θα περάσει το βαθύ σκοτάδι Θα κυλιστεί στο πάτωμα Θα το π…