Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Νικόλας Γκόγκος: "Η αναστολή"


Κάποτε έπαιρνε φωτιά το χέρι·
ή μήπως ήταν το μυαλό που
πυροδοτούσε τη μελάνη;

Το χέρι τέλος πάντων,
έκανε όλη τη δουλειά!

Και μυστηριώδη σκοτεινά πουλιά,
φτερούγιζαν ράθυμα,
πάνω απ’ τη νύχτα μου.

Τώρα πια καταπίνω τη νύστα μου.

Κάποτε τα καταπότια δεν ήταν σκληρά,
και τα κατατόπια θα ήταν πιο εύκολα·
και τα τόπια, να! Γκελάραν αδιαμαρτύρητα.

Κάποτε έσπασα έναν καθρέφτη·
έριξα αλάτι στο πάτωμα,
φιλοξένησα μαύρες γάτες στο σπίτι μου·

άφηνα τα καπέλα μου
απάνω στο πάπλωμα.

Κάποτε η αναστολή,
δεν ήταν καταδικασμένη
εσαεί ν’ αναστέλλει…


Σχόλια

Δημοφιλή ποιήματα του μήνα