Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Οκτώβριος, 2015

Θοδωρής Σαρηγκιόλης: "Δίκοπη λαλιά"

                              Στον Μάρκο Μέσκο
Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει· λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα, πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό, στην υγρασία των αιώνων. Μια δίκοπη λαλιά, ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας. Η άνοιξη, ανυπόμονη, θα ’βαζε στην τράπεζα των συναλλαγών και των υποτιμήσεων την ανιδιοτελή της ανθοφορία, το βλέμμα περιμένοντας και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυματισμό του ενθουσιασμού. Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει· με κουπιά λιμνάζει σπασμένα, με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.


(από τη συλλογή "Το δέρμα του χρόνου", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Χρύσα Κοντογεωργοπούλου: "Άνθη του άλατος"

στην άκρη απ’ τα δάκρυα είναι πάντα ένας κήπος που αντέχει το αλάτι και που ανθεί απ’ το πότισμα τους αμάρανθα, θαλασσόκεδρα και αρμυρίκια, δέντρα της αρμύρας και της πίκρας που ανθίζει πάντοτε μετά pancratium maritimum.
όμοια με αυτά που πνίξαν τα εικονοστάσια των πνιγμένων στην άκρη του δρόμου προς τη θάλασσα
Πάντοτε κήπος-ακρωτήρι τ’ ακροδάκρυ

(από τη συλλογή "Άνθη του άλατος", εκδ. Μελάνι, 2005)

Ξένια Παπαδοπούλου: "Παραπόταμος του Νείλου"

Όλα ξεκίνησαν στον μεσημεριανό καφέ μια Αιγυπτιακή παρτίδα χαρτιά σε μια αποικία για αρχαιολόγους
οστέινοι νεοσσοί εκκολάφθηκαν στην εύφορη κοιλάδα κύων και όνος η φετινή εσοδεία
καθώς βράδιαζε χάσαμε τα κλειδιά στον αεραγωγό -τα βρήκαμε αλλά η κλειδαριά έσπασε όταν αγαπήσαμε τα ψάρια του παραπόταμου
και να σκεφτείς ότι μέχρι χθες ήμασταν χωμάτινο κουβάρι από λογής χέρια
κομμένα από τον καρπό


(από τη συλλογή "Το κάλεσμα του φασιανού", εκδ. Ηριδανός, 2015)  

Δημήτρης Αγγελής: "Άτιτλο"

15.

Να γράψω ένα ποίημα για τη σιωπηλή Κυριακή που να λέει τους λύκους λύκους και τους φονιάδες φονιάδες Να βγω στον ακάλυπτο και να φωνάξω "όχι" σαν κάτι να με πνίγει Να διαβάσω Γιόζεφ Ροτ, να ξαναθυμηθώ τον μεσοπόλεμο του Λεοντάρη Να χορέψω με το Riders on the storm στο πικάπ σα να επίκειται πάλι το τέλος Να είσαι εσύ το τέλος μου, να είμαι ο δικός σου μεσοπόλεμος Να βγω απ' το σπίτι, να βγω επιτέλους από τον εαυτό μου Ν' αγοράσω εφημερίδα, να δω τους συνταξιούχους που παίζουν σκάκι στα παγκάκια της προκυμαίας Να φανταστώ έναν βυζαντινό άγγελο να κατεβαίνει στα νερά ψιθυρίζοντας ακατάληπτες λέξεις Να περάσω απ' το καφενείο που συζητάνε πολιτική και ποδόσφαιρο Να τηλεφωνήσω στον ηλεκτρολόγο Να τηλεφωνήσω στον Χωρομέτρη Να ζητήσω ζάχαρη απ' τον γείτονα Να μην είναι σιωπηλή η Κυριακή, να μη γράφω ποιήματα.

(από τη συλλογή "Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου", εκδ. Πόλις, 2015)

Κωνσταντίνος Μούσσας: "Έρωτας ασφαλής"

                                            Αν ο έρωτας δεν είναι ολόκληρος πόνος                                                    δεν είναι ολόκληρος έρωτας                                                                                                                                             A.Porchia

Πέφτουν τόσα πεθαμένα άστρα απόψε, που δεν φτάνουν οι ευχές περισσεύουν τα θαύματα. Μεγάλη έλλειψη ταμάτων στις ακατοίκητες ενορίες
των βορείων ονείρων μας.
Μεγάλη κι η νύχτα, με σκοτεινά πανό από μακρόστενα σύννεφα έτοιμη για καταλήψεις σε δημόσια χάδια και καθιστικές διαμαρτυρίες σ' αγκαλιασμένα βλέμματα.
Ανάσα κρατήσου, ανοιγόκλειμα ματιού, πτώση στο χάος από την απότομη άκρη της τελευταίας σελίδας.
Ασφαλής είναι μόνον ο θάνατος.

Χρίστος Ξένος: "Φθηνά, καθημερινά"

Κι εσύ κρύφτηκες στις σελίδες ενός περιπτέρου, γυάλισες τα δάχτυλά σου, τα φορέματά σου μάζεψες, μπήκες σ’ ένα κατάστημα ρούχων, έκρυψες τα μάτια σου, τα τσιγάρα σου κάπνισες αργά, το πρόσωπό σου έπλυνες ακόμα πιο σιγά, τη φωτιά στα χείλη σου δαγκώνοντας, την καρδιά σου όπως χτυπούσε, τα πόδια σου, εσύ καθώς βράχηκες στ’ αλήθεια κάτω απ’ το φεγγάρι όταν οι Κυριακές μοιάζουν αφόρητες τα καφενεία γεμάτα και μάτια ασάλευτα, όταν τα Σάββατα η ζωή ξεπερνά το πλήθος εσύ, κι εγώ, στερεώνουμε χαρταετούς εσύ, κι εγώ, υψώνουμε σημαίες, όταν η φυλακή που χτίσαμε διαρκώς αλλάζει χρώματα.

Βασίλης Λεβαντίδης: "Αναγνώσεις"

Η Τέχνη της Πολιτικής Η Πολιτική της Τέχνης
Η Τέχνη του Εφικτού Η Πολιτική του Ανέφικτου!

(από τη συλλογή "Μέρισμα ευθύνης", εκδ. Αρμός, 2011)

Ζαχαρίας Σώκος: "Συνάντηση συμμαθητών"

Ως να ήταν σε ταινία βουβή, σε σύθαμπο του χρόνου κι ήταν πληγές ψιμύθιο περασμένες, αλλά του χρόνου τα σημάδια δεν ακούνε.

Κι ένα αεράκι άηχο να τρεμοπαίζει, ρούχα φαρδιά, μαλλιά αραιά που υποχωρούνε, ευθυτενή τα βλέμματα, συμβιβασμένες υγρασίες.

Κατέβαιναν, ανέβαιναν, αποχωρούσαν,
ήταν σε κίνηση αργή ψαρί κοπάδι με το συναίσθημα, μαλλί ακούρευτων προβάτων μπλεγμένο κολλιτσίδες και ασπαλάθους να βαραίνει.
Και σάμπως κάτι τους συνέδεε τόσοι μαζί να προχωράνε, χωρίς λόγο, δε συμβαίνει.
Τον χρόνο κουβαλούσαν σαν σε κηδεία.

(από τη συλλογή "Άλλα ρούχα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Σέτη Λεπίδα: "Η κομμένη κλωστή"

θυμάται δάχτυλα τραβούσαν να την τεντώσουν
το αίμα πρώτα κομπιάζει έπειτα σκουραίνει όρθιο
διάχυση νευρώνων κι άλλο τέντωμα
κυκλικό και σύντομο η άκρη της υποχώρησε
ποιος είχε μες την τσέπη του το χέρι;


(από τη συλλογή "Shush ... Σώπα",  εκδ. Οιωνός, 2006)

Τηλέμαχος Χυτήρης: "Μικρό μανιφέστο (γιατί πρέπει να διαβάζουμε ποίηση)"

Να διαβάζεις ποίηση Η ποίηση είναι ο άγνωστος εσύ ο αληθινός εσύ
Να διαβάζεις ποίηση Η ποίηση είναι το μυστικό σου Χωρίς μυστικό τίποτα δεν είσαι
Να διαβάζεις ποίηση Η ποίηση είναι λέξη και έξη είναι μυθική και ηθική Η ποίηση είναι μύηση Με την ποίηση φτάνεις εκεί που δεν φτάνει η γνώση Η ποίηση είναι χαρά είναι λύπη είναι χαρμολύπη
Να διαβάζεις ποίηση Να τη βλέπεις Να την ακούς Να τη φαντάζεσαι Να περπατάς μαζί Να κοιμάσαι μαζί Να ξαγρυπνάς μαζί
Να διαβάζεις ποίηση Με την ποίηση είσαι ελεύθερος Γιατί ποίηση είναι ο σκύλος Δεν είναι το λουρί του
Η ποίηση δεν σταματά πουθενά Η ποίηση πετά πετά στον πάνω κόσμο πετά στον κάτω κόσμο Η ποίηση δεν στέκεται Αντιστέκεται
Να διαβάζεις ποίηση Η ποίηση διαβάζεται δεν βιάζεται
Την ποίηση την οσμίζεσαι Την ορέγεσαι Την λιμπίζεσαι
Η ποίηση είναι όμορφη είναι λογισμός και παροξυσμός
Η ποίηση είναι ψηλά και πιο πάνω και πιο ψηλά Η ποίηση είναιέρωτας· Μόνο Να διαβάζεις ποίηση κάνει καλό.
(από τη συλλογή "Τι μένει από το ρόδο & Μικρό μανιφέστο (γιατί πρέπει να διαβάζουμε ποίηση)", Μετ…

Βικτωρία Καπλάνη: "Άτιτλο"

Πρόσωπα του μύθου επάλληλοι διπλοί καθρέφτες μέσα στο λαβύρινθο του ιστορείν λόγια φτερωτά τους δίνουν σχήμα και μορφή επαναλαμβάνουν τα λάθη τους για να υπάρξουν θρυλούν τα πάθη τους σε ευήκοα ώτα πρόσωπα συμπαγή αντιστέκονται στων βροτών τα είδωλα ο ανίδωτος κόσμος της σκιάς η μοίρα
παρουσία αναπαράσταση μια ιλιγγιώδης εναλλαγή απροσχημάτιστη ψηφιακή νωπογραφία
είδωλα σκιές ινδάλματα του μύθου μας επινοούν χαμογελούν με νόημα στις συμπτώσεις μας δίνουν το άλλοθι της αποταύτισης τα πρώτα βήματα του δικού μας πεπρωμένου.

(από τη συλλογή "Η άγνωστη φίλη", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Βασίλης Ρούβαλης: "Σύντομο ημερολόγιο Αυγούστου ΙΧ"

                Ένατο
Ζω σημαίνει σκέφτομαι Βλέπω τ' απέραντο φως ν' αναλώνεται Ακούω τις σειρήνες αφύλαχτος σ' αυτό το παιχνίδι των ορίων Η χαρά απέναντι στη λύπη, η κόκκινη ρωγμή στα στόματα, ο θαυμασμός για το κορμί και την απλότητα, η μνήμη σαν σπίθα για τις επόμενες γενεές, η εντύπωση πως δεν επέστρεψα ποτέ από τα βάθη της θάλασσας (Αφουγκράζομαι τον ποιητή) ...tornan d'i nostri visi le postille debili si', che perla in bianca fronte, non vien men forte a le nostre pupille... Οι δικοί μου περασμένοι άνθρωποι -άνδρες και γυναίκες, που υπήρξαν εδώ αφήνοντάς μου σημάδια στο πρόσωπο, την επιδερμίδα, τους μυώνες, τα αισθητήρια- τριγυρίζουν σαν θύμησες στα ίδια χώματα Τα φώτα έχουν πια λιγοστέψει στην καστρόπολη Σε κάθε βήμα η απογύμνωση ενός μύθου που συνέβη και ο μυστικός ρυθμός που χορεύεται ζευγαρωτά, από σπασμένα κεραμίδια, γλυπτές γυναικείες γάμπες και πετρόμυλους Στέκομαι ακίνητος Τα κατάρτια γέρνουν προτού βυθιστούν Ο αμπελώνας θροΐζει από μακριά, για να τρομάξ…

Χρήστος Τριανταφύλλου: "Το νήμα της ζωής"

Ο χρόνος και ο χώρος μπερδεύονται στα όνειρά μου.
Είμαι εδώ και περπατώ χωρίς να ξέρω πού πατώ οι δρόμοι είναι σκοτεινοί και αδιόρατοι οι οιωνοί.
Σ' ένα σύννεφο από στάχτες χορεύω με μια ξύλινη κούκλα. Το κεφάλι της ένα άσπρο καπέλο που ολοένα γυρίζει, στο ίδιο μέρος γυρίζει.
Περπατώ, ξαναθυμάμαι παραμύθια, θα μου πεις αν ήσουν ψέμα ή αλήθεια;
Ο φάρος της ζωής μου μπερδεύει το φως του με το φεγγάρι. Το φεγγάρι φεύγει κι ο φάρος μένει μόνος. Και περιμένει ακίνητος το νέο φεγγάρι.
Περπατάς και ξετυλίγεται το νήμα της ζωής και πρέπει να προλάβεις όλα τα δεις...

(από τη συλλογή "Το κρέας", εκδ. Γαβριηλίδης, 2008)

Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου: "Ιστορίες της σταγμοδόχης"

Εσύ ησύχασε μητέρα, μας παίζουνε σβηστούς. Όταν ανάβουμε, τα μάτια θέλουμε της Έπαρσης ξεφωνητά στην ξιφολόγχη η αλήθεια μας σερβίρει το νεκρόδειπνο στη ματαιολογία από την κρύπτη ξεπηδούν οι διασκεδαστές κι οι σκιαγράφοι λέμε στη μοίρα μην κοιτάς -αλλάζουμε φοράμε τον χιτώνα των χαμών και των συναισθημάτων πέρα στ’ αόρατο νησί μάς ξενυχτά το όνειρο μονάχο με τ’ οστεοφυλάκιο επάνω στα νερά και πάμε

(από τη συλλογή "Μα περικάρδιος ο άνεμος του ποιητή", εκδ. Γαβριηλίδης, 2005)

Τόλης Νικηφόρου: "Ένα ποίημα"

ένα ποίημα από παλιό σκοτάδι από θολό πυκνό βυθό που αναδύθηκε στο φως
ένα ποίημα γυμνό εμπρηστικό κόκκινο επιφώνημα της φλόγας ή της αστραπής
ένα ποίημα μυστικό εξωτικό κι όμως απλό κι όμως γλυκό κι όμως απέραντα μαγευτικό
ένα ποίημα που δεν γνωρίζει το άρωμα τη μουσική το ίδιο τ’ όνομά του
ένα ποίημα ένα τρέμουλο στα γόνατα ή τα χείλη που κρύβεται και φανερώνεται και λάμπει
εσύ

(από τη συλλογή "Το μυστικό αλφάβητο", εκδ. Μανδραγόρας, 2010)


Αρετή Γκανίδου: "Απογευματινός καφές-Διοικητήριο"

Δίπλα απ’ το φλιτζανάκι του καφέ στο μάρμαρο, ξεμύτιζαν επίμονα Πέμπτες υφαντές και Σάββατα λινά, ξύλινες σκαλιστές αγάπες-τέμπλα και θηλυκές αιωνόβιες πορσελάνες, μπλε-γαλάζια φυλλαράκια κι ένα κόκκινο βαθύ όσο η επιθυμία μου. Χέρια χιλιάδες μουρμούριζαν μες στα δικά μου δάχτυλα κι εκμυστηρεύονταν πως δεν είμαι μονάχη, αν και δεν είχες φτάσει ακόμα. Όπως όπως μάζεψα τους ζωηρούς ψιθύρους σε μια χαρτοπετσέτα.
Τι τα θες; Ενδοτική ανέκαθεν στη ρέμβη…

(από τη συλλογή "Ορυκτό φως", εκδ. Μελάνι, 2011)

Σοφία Σκουλίκα-Βέλλου: "Προσευχή"

Τα ποιήματά μου ας είναι στην άμμο, ας τα κρατάνε παλαιά βιβλία, ας πέσουν πάνω τους κύματα, δάκρυα δικά μου καυτά. Ας είναι πεταλούδες που πετούν, σφίγγες που κεντούν, μέλισσες που μέλι κάνουν… γλυκά με όνειρα να μπερδευτούν. Τα ποιήματα ας γίνουν παραμύθια, σε βλέφαρα παιδιών να ταξιδεύουν. Ας γίνουν μιας πικρής γενιάς αλήθεια, σε όλο τον κόσμο να ταξιδεύουν. Ας γίνουν σπόρος γι' άλλη μέρα κάτω από μια ματωμένη σελήνη. Να γίνουν λόγια για θυμωμένα στόματα αυτά τα τυπωμένα μονόφυλλα.

Πασχάλης Χριστοδουλίδης: "Στίξη"

Η ζωή μου μία προσπάθεια διαρκής να παραμείνω συμπαγής. Παντού διαλυτικά:
Στα ερωτηματικά που έχω μου απαντούν με "λόγια" εισαγωγικά.
Παρένθεση: Στα πρόσωπά τους βλέπω μια έκπληξη μεγάλη -πολλά θαυμαστικά. (Δεν το περίμεναν αυτό ποτέ από εμένα!)
Κι ενώ τους ικετεύω να μπούνε στην ουσία το μόνο που εισπράττω είναι αποσιωπητικά...
Έχω πια εξαντληθεί και θέλω επιτέλους να βάλω σ' όλα αυτά μία απλή τελεία.


(από τη συλλογή "Ποιήματα", εκδ. Πλανόδιον, 2005)

Ευσταθία Δήμου: "Ποιητής"

Παρθένα λέξη δέξου την πίεσή μου. Την ποίησή μου.


Κώστας Ρεούσης: "Η πράξη της αφαίρεσης"

Η αφαίρεση υπολείπεται της πράξης διατηρώντας σε ορό το αίνιγμα.

                                             (από τη συλλογή "Καρίνα", εκδ. Φαρφουλάς, 2012)

Γιώργος Δομιανός: "Η νύχτα θα είναι για πάντα βραχνή"

υπάρχουν κάτι φορές που μόλις βάζω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι αρχίζω να ακούω χτύπους στην αρχή νομίζω ότι είναι η εντύπωση μου μετά νομίζω ότι είναι η καρδιά μου μα πάντα στο τέλος αποδεικνύεται ότι είναι μια νύχτα που είχα φυλακίσει κάποτε στον τοίχο μου.


(από τη συλλογή "Δεν είναι η εποχή των κερασιών", εκδ. Χαραμάδα, 2015)

Χρήστος Βατούσιος: "Οικογενειακή κατάσταση"

Δεν ήξερα τι να πω Εκείνοι έκαναν παιδιά εγώ μεγάλωνα ποιήματα Δεν ήξερα Κουράστηκα να εξηγώ Σιχάθηκα και τη λογική τους και το δίκιο μου
Πώς να μιλήσω χωρίς να παγιδευτώ Τι άλλο να πω δεν ήξερα Κι είπα ίσαμε δω και σώπασα Οικογενειακή κατάσταση: Γονέας άτεκνος


(από τη συλλογή "Νόμιμη μοίρα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Αγγελική Γιαννέλου: "Κόκκοι του χτες"

Γύρισαν  πίσω  οι  πανηγύρεις, απ'  τις  μακρινές  γιορτές,  τις  σκονισμένες. Με  σκισμένες  στους  αέρηδες  μουσικές και  χρώματα  βραχνά,  όλο  αγρύπνια. Εγκαταλελειμμένα στις  πέντε  αίσθησες  τ’ ανθρώπου μεσημέρια. Μας  ξεγέλασ'  ο  ήλιος κι'  αποκοιμήθηκε -χώρια  του- στο  χαγιάτι. Ο  πόνος  του  σαντουριού, δασύ,  γέρικο  μέλι, που  ταγγίζει  στη  θύμηση, βρήκε  καταφύγιο  στα  χέρια  τού  γύφτου. Όρμησαν  πρώτοι   στο  χορό εκείνοι,  που  λογιάζονταν άμαθοι  στο  τραγούδι. Το  δάκρυ μας  το  πήρε  το  καλοκαιράκι παράμερα,  κρυφά και  το  αποπήρε.
Το  καλοκαιράκι... Μικρό  παιδί... Δεν  ήξερε  τίποτα για  της  ψυχής  τα  μυστικά  ορυχεία.

(από  τη  συλλογή "Σκεύη  κεραμέως", εκδ. Δωδώνη, 1997)

Ρουμπίνα Θεοδώρου: "Σ’ έναν ποιητή"

Άχρονη μνήμη σαν στιγμή 
η μοναξιά σου δέος κι εγώ, ανοιχτά παραθυρόφυλλα στο νεύμα του ανέμου, ακύρωσα τη μέρα βαθιά για να υπάρξω.
Το αχανές της σύλληψης ταράζει ανάγκη λύτρωσης ξανά ένας ίλιγγος σε νοσταλγεί γνωστές ανατριχίλες. Είδωλα, πόλη σκοτεινή αναίτια χωρίς φεγγάρι φράχτες κι ολόγυρα ηλεκτροφόρες μοίρες, θέριεψες ονείρου εκδοχή όχι, δε σε χωρούν οι τρεις παρήγορες διαστάσεις. Άναψαν βεγγαλικά φλογισμένοι οι ουρανοί σε συνοδεύουν, στην παραίσθησή σου άφθαρτος της θλίψης των χρωμάτων προϋπήρξες.
Μα τους Ολύμπιους θεούς, τον Ποσειδώνα, που μανιασμένα χτύπησε τους ωκεανούς η τρίαινά του, θα τολμήσω σ' αυτήν την υπεροχή άπληστη στη σκέψη σου βουλιάζω.

(από τη συλλογή "Αιώρηση επί χάρτου", εκδ. Το Ροδακιό, 2002)

Ηρακλής Λιόκης: "Της αγάπης"

Κοιμούνται πλάι πλάι στο κρεβάτι το στήθος της σαν τα φτερά της πεταλούδας σκιρτά ανεπαίσθητα το δέρμα περιμένει το καινούργιο χάδι τρέμει για τη στιγμή που πέρασε και θα 'ρθει.
Αγκαλιάζονται πάνω κάτω στο κρεβάτι ποια ευφορία οδηγεί τα μέλη τους τυφλά στη σίγουρή τους έλξη το θέλω του άλλου το άλλο του θέλω το θέλω τον άλλο.
Κοιμούνται πλάι πλάι στο κρεβάτι το στήθος της σαν τα φτερά της πεταλούδας σκιρτά ανεπαίσθητα η νέα καταιγίδα έρχεται εδώ.

(από τη συλλογή "59 ποιήματα και 35 για το δρόμο", εκδ. Ίκαρος, 2003)

Χαρά Σαρλικιώτη: "Μερικές φορές όχι πολύ συχνά"

Ένας κομήτης σε ευνοϊκή τροχιά, θα ήταν τώρα μια ευχάριστη έκπληξη για μας. Και τι πιο λογικό από το να  προσδεθούμε στη θυσανωτή ουρά του. Αφού είναι βέβαιο πως στο επόμενο πέρασμά του θα βρισκόμαστε κάπου αλλού.
Τα κλαδιά είναι από σινική μελάνη. Στη θέση των φυλλωμάτων κάποιος τοποθετεί καινούρια αστέρια Είναι ο ίδιος που γυρίζει τις σελίδες με κλειστά μάτια. Που και που οι κόρες των ματιών του διαστέλλονται και αρχίζει να διαβάζει.
Βλέπει εκεί το σχήμα των χεριών του Και όσες πράξεις και γεγονότα είχε διώξει με ένα νεύμα. Τώρα επιστρέφουν μαζί με τα καινούρια άνθη της γαζίας. Ο κομήτης είναι το αναπάντεχο φως, σκέφτεται Οι σελίδες το δίχτυ ασφαλείας.

(από τη συλλογή «Φανταστικοί τόποι», εκδ. Τυπωθήτω, 2012)