Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοέμβριος, 2015

Γεωργία Τρούλη: "Μελέτη περίπτωσης"

Περίπτωση πρώτη:
Πλένεις τα φασολάκια Ανοίγεις τρυπούλες στις χάντρες Τις κάνεις βραχιόλια Μαγειρεύεις τους καρπούς Τους κρεμάς να στεγνώσουν Θα γίνουν λιαστοί και τι στολίδια! Τώρα δεν έχεις χέρια και πού να πιαστείς Για μονόζυγο πάνω στις λέξεις
Περίπτωση δεύτερη:
Παίρνεις το κεφάλι σου Το ξεσκονίζεις Βγάζεις τον αέρα από το μυαλό σου Κόβεις τα μαλλιά λωρίδες Τα πλέκεις. Τα κάνεις χαλάκι εξώπορτας Είσαι φαλακρή κι έξω από το σπίτι
Περίπτωση τρίτη:
Είσαι μέσα στο σπίτι Γιατί έξω κρυώνεις. Δεν έχεις ομορφιά, γι’ αυτό σφουγγαρίζεις Κόβεις το κοντάρι Για μελλοντικό ραβδί μαγικό Και τη σφουγγαρίστρα την κολλάς στο κρανίο Μην το παίρνεις κατάκαρδα Τώρα δεν είσαι η φαλακρή τραγουδίστρια
Υπόθεση αβίαστη: Μάλλον τώρα τραγουδάς, όπως όλοι, Στο μπάνιο…

Αριστέα Παπαλεξάνδρου: "Υπογείως το αίνιγμα"

Κάτι παράξενο έλαβε δράση κάτω απ' τη γη Δεν εμπιστεύομαι την σιωπή Το σκυθρωπό που με κοιτά φεγγάρι Το νιώθω πως η νέα μου ζωή τη ρότα της παλιάς μου έχει πάρει

(από τη συλλογή "Υπογείως", εκδ. Τυπωθήτω / Το λάλον Ύδωρ, 2012)

Λίλη Μιχαηλίδου: "Ιδιωτικό"

Έκρυψε τη μυρουδιά απ’ το κρεμάμενο πουκάμισο κι απόσωσε το σκοτάδι στην είσοδο της γραφής
Το φέγγος της μέρας απέμεινε λειψό
ένα άδειο αγκάλιασμα ίχνη κι απομεινάρια έρωτα ξένου

(από τη συλλογή "Η Αλχημεία του Χρόνου", εκδ. Γκοβόστης, 2001)

Χρήστος Αγγελάκος: "Άτιτλο"

IV.

Αν είναι να 'ρθεις θα 'ρθεις απ' τη θάλασσα όχι γιατί εξάντλησες τα μονοπάτια ούτε γιατί καήκανε τα δάση και οι καρδιές των ελαφιών και οι εικόνες που δεν έζησες πάνω στο καύκαλο της γριάς χελώνας αλλά γιατί θα κόψεις την κλωστή του ορίζοντα με βάρκα που δεν έχει βαφτιστεί και με λωρίδες από το σταρένιο δέρμα σου θα δέσεις τις φλέβες που έχουνε τριφτεί στις ξύλινες προβλήτες των δακρύων
(από τη συλλογή "Τα φώτα απέναντι", εκδ. Ίκαρος, 2008)

Θανάσης Τριαρίδης: "Ύπνος"

Όταν σου τραγουδούν "κοιμήσου, αγγελούδι μου", εννοούν "κοιμήσου, αγγελούδι μου, να βάλω μια στολή να βγω στους δρόμους, να κάψω τους φτωχούς".
Κι εσύ κοιμάσαι, πάντοτε κοιμάσαι, απ’ όταν ήσουνα μικρό παιδί, γ λ υ κ ο κ ο ι μ ά σ α ι.

(από τη συλλογή "Wstawac - όταν η Ιστορία απελευθερώνει", εκδ, Διάπυρον, 2013)

Έλενα Χουζούρη: "Πέτρινος χρόνος"

Τρέχεις. Φυσάει πέτρινος Χρόνος. Ώρες  ανεμίζουν Ανοίγουν κλείνουν μέρες Απορημένο τυφλό το σώμα σου.
Τρέχεις. Την ώρα του νερού Χρόνου ποτάμι κατεβαίνει Πνίγει πνίγεται Νησί πλωτό το σώμα σου Τον σώζει.
Τρέχεις. Χρόνων φτερά τα πόδια σου Στιγμών υγρασία τα μάτια σου Τρίμματα το σώμα σου στις μαύρες δενδροστοιχίες Χάνεται.
Τρέχεις. Τοίχοι ξεφλουδίζουν Ρωγμές ακούγονται Καθρέφτης ο Χρόνος Σπάει στο σώμα σου.
Τρέχεις. Χρόνος μαχαίρι έρχεται Χρόνος κόκκινη πληγή Χρόνος αθώος αμνός το σώμα σου.
Τρέχεις.

 (από τη συλλογή "Η συντέλεια του χρόνου", 1990)

Γιώτα Παρθενίου: "Τες νύχτες να 'σαι από σώμα"

Αλλά, τι να σου κάνουν Δύο τηλεφωνικές άκριες δετές Τες νύχτες σαν δύο Απελπισμένα κορμιά Στον έρωτα.
Οι γραμμές α, οι γραμμές. Δένω τη φωνή σου Σε βαθύ πηγάδι Τη χάνω Κόμπο Κόμπο.
Να 'σαι από σώμα.
Έχουν
Φλέβα
Στο φτερό.

(από τη συλλογή "Τες νύχτες να 'σαι από σώμα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Ζωή Σαμαρά: "Μετουσίωσις"

Άρτος να γίνω να θρέψω τις Ινδίες της Γης
Οίνος να γίνω να μεθύσω τις Μπιάφρες του σύμπαντος
Γροθιά να γίνω στους λαούς Τίμιο Δώρο να την προσφέρω
Να σηκώσουν ξανά το κεφάλι Από ψηλά τους δήμιους να αντικρίσουν

(από τη συλλογή "Είδα τις λέξεις να χορεύουν", εκδ. Γκοβόστη, 2015)

Χαρά Χρηστάρα: "Μοναχικοί περίπατοι"

Μοναχικοί περίπατοι στην παραλία των λέξεων
οι γλάροι πάνω από τη θάλασσα κρωγμοί λόγια ανείπωτα που έχουν έτσι μετεμψυχωθεί
κι άλλα που έχουνε μεταναστεύσει σε κλίματα θερμά σε ξένους τόπους απ' όπου ο γυρισμός είναι σαν χάντρα που ακτινοβολεί σαν δάκρυ σαν διαμάντι
σαν πυρσός που σιγοκαίει μα κινδυνεύει να φουντώσει σαν χάδι σα σιωπή

(από τη συλλογή "Δωρικά", εκδ. Μανδραγόρας, 2010)

Γεώργιος Σγούρδος: "Πυρετός"

Είμαι υπέρ του πυρετού -του περαστικού
ίσα για λίγο να μ' αναστατώνει κι έπειτα ηττημένος στην επόμενη εύπιστη καρδιά την τύχη του να δοκιμάζει
εξάλλου πόσο ν' αντέξει κανείς σ' εμπύρετο κατάσταση.
Από τη μια συμπονώ τους αμετανόητους λάτρεις των υψηλών θερμοκρασιών (ίσως και να τους ζηλεύω λίγο)
από την άλλη διαβιβάζω τα θερμά μου συλλυπητήρια σ' εκείνους που είχαν μια ζωή τριάντα έξι κι έξι.

(από τη συλλογή "Στιχοπλοκίες της ξενιτιάς", 2010)

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: "Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε"

Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλα μας απολιθώματα απομείναμε γυμνά Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας πέτρα το όνειρο και η ελπίδα πέτρα πέτρα που τη σηκώσαμε στο στήθος μας Τώρα μ' αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι Τώρα μ' αυτή οδεύουμε μετέωροι στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη

(από τη συλλογή "Διαδρομές", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015) 

Γιολάντα Πέγκλη: "Λεμονάδα χωρίς ζάχαρη"

Σαν να τρώω τη σούπα μου στη τζαμαρία κι όπου να 'ναι πέφτει η πέτρα πέφτουν γυαλιά στο πιάτο υπάρχει μέσα στη στιγμή ο κύκλος που κλείνει κι ο κύκλος που γεννά άλλον κύκλο. Γιατί αν η φασαρία γίνεται απ' αυτόν που διασχίζει τη ζωή μου για να κόψει το νήμα λησμονώντας με σε ξένον ίσκιο ίσως δε χάνομαι, ψάχνω σε λάθος μέρη. Δείχνω κατανόηση όταν ο σερβιτόρος που τρέχει εδώ κι εκεί σα βροχή από τρύπια στέγη σφυρίζει τόσο όμορφα ώστε μόλις ανοίξει η πόρτα πετάει στα σύρματα με τ' άλλα πουλιά. Δε μεταβάλλει μόνον ο χρόνος τον άνθρωπο μεταβάλλει κι ο άνθρωπος το χρόνο. Ιδίως όταν μπαίνει και όλοι κοιτούν τι κρατά στα χέρια· τι κρατά με τα δόντια, κανείς.

(από τη συλλογή "Γειά", εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος: "Καλάμι ποίημα"

Μοναχικό καλάμι που αγέρας το παίρνει επίμονος και γέρνει όλο και βαθύτερα γέρνει τρεμίζοντας μπρος στο κενό του χαμού μα την τελευταία στιγμή ανάσα το σώζει αναπάντεχη κι επιστρέφει στον κόσμο όλο και σοφότερο επιστρέφει


(από τη συλλογή "Τεστ κοπώσεως", εκδ. Τα Τραμάκια, 2002)

Μαρία-Θεοδώρα Δημάκη: "Εικονο-γράφοντας"

Διαλέγω το κατάλληλο σκαρί, με το πιο λευκό πανί, ένα χαρτί ογδόντα γραμμαρίων για κείνη που με θέλει αιχμάλωτο στις πλεύσεις. Και της κάνω το χατίρι. Για το ιστίο που κατέχω, την αόμματη γραφίδα. Με επιβάτες γραμματοσειρές και ναυτιλλομένους στίχους Κοκαλιάρικα φωνήεντα Νυσταγμένα σύμφωνα Να λιάζονται σαν Αφροδίτες. Να πλέκουν δίχως βελόνες. Τσαλακωμένες ρίμες πάνω σε τραπεζομάντιλα. Δάχτυλα τρυπημένα από στίξεις. Θέλω να ψαρεύω στην καρέκλα μου, να αγκιστρώνω λυθρίνια και σαργούς με ξύστρες και κονδυλοφόρους. Με όπλα γυαλισμένα- δε σκούριασε λέξη στα χέρια μου. Στρατιώτης εγώ να βλέπω καιόμενες συλλαβές, μάχες σε χάρτινες κοιλάδες Σαν αντάρτικο του διαλόγου υπέρ πεσόντων ποιητών, να πονώ στην ορμή του λόγου. Σαν πληγή από ατίθαση μολυβιά Σαν γέννα, να χαίρομαι τη σπαραχτική ροή της.


Χαρούλα Φράγκου: "Ελπίς"

Θ' ανοίξω από μέσα την κλειδωμένη πόρτα να ξαναγυρίσουν οι λέξεις.
Να γεμίσει ο κήπος κόκκινες, άσπρες, πορτοκαλιές λέξεις. Θ' αφήσω κενά να χωρέσουν κελαρύσματα ρυακιών κελαδήματα γλάρων... Κι' ανοιχτά στήθη να περάσουν ανεμπόδιστα οι μυρουδιές
Με κούρασε το ασάλευτο
Θ' ανοίξω από μέσα την κλειδωμένη πόρτα να κοπιάσουν οι χρωματιστές λέξεις, οι στολισμένοι ήχοι, οι σπλαχνικές μυρουδιές
Επισκέπτες και κομιστές μιας αναγκαίας ελπίδας.

(από τη συλλογή "...Κατά δύναμιν", εκδ. Δωδώνη, 2011)

Ασημίνα Λαμπράκου: "Οι απέναντι"

ως εγωισμός μετρήθηκε η έγνοια για το ευτελές του δωματίου μέγεθος και το βρώμικο των τοίχων όταν ο φακός συνέλαβε τους απέναντι. 

(από τη συλλογή "Οι απέναντι", 2012)



Χλόη Κουτσουμπέλη: "Η οικογένειά μου"

Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο, αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε, κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα ή του ανοιχτού παράθυρου στη μέση μιας ερήμου. Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα. Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα. με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν. Ο αδελφός μου ήταν κύκνος, κρυστάλλινος και διάφανος, σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος, που πάντα έμπαινα στον πειρασμό να τον ρίξω κάτω για να σπάσει. Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη, στα άσπρα πάντοτε ντυμένη, έτρωγα κέικ από μοναξιά, σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι. Ύστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη, ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε, ο αδελφός μου παντρεύτηκε την Νύχτα και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στην θάλασσα. Κι από όλη την οικογένειά μου απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

Γρηγόρης Σακαλής: "Φανάρι του Διογένη"

Φορώντας ρούχα παιδικά η καρδιά μου αναζητεί την αγάπη στους δρόμους τη ζητιανεύει στα μικρά καφέ ξημεροβραδιάζεται ανθρώπους κι ανθρώπους συναντά μα δεν τους γνωρίζει κρυψίνοες καθώς είναι αυτοί οι περισσότεροι και δυστυχείς πώς να προσφέρουνε αγάπη παλεύω μη γίνω κρυψίνους κι εγώ και χάσω κάθε πιθανότητα να την συναντήσω.

Ελένη Μερκενίδου: "Πένθος"

Εμπορεύομαι το θάνατό σου Κουβεντιάζω για σένα με βουρκωμένα μάτια στην παραλία Ενώ κοιτάζω τα πουλιά να πετούν ακόμα Τους νέους ακόμα να ερωτεύονται Το βλέμμα μου μετέωρο στον ορίζοντα Πού πήγαν τα θεμέλια, οι ρίζες, το αίμα Δίχως εσένα πιο ελαφριά και πιο βαριά η ατμόσφαιρα Ο κόσμος άδειος και η ψυχή μου ξέχειλη πληθωρικά Μπορεί παντού να εκταθεί χωρίς τα όρια τα δικά σου Καπηλεύομαι αυτήν την άκρατη ελευθερία Μιας δίχως έρμα ύπαρξης Αυτήν την ακραία έκθεση Το νέο φάσμα του γυμνού εαυτού μου Με το στεναγμό, την παρηγοριά, την ανάμνηση Βρίσκω τις λέξεις του στεναγμού, της παρηγοριάς Τις ξεστομίζω ακαλλώπιστες, πιστευτές Αφήνομαι στους κινδύνους της ανάμνησης Με κάθε μου δάκρυ Εμπορεύομαι το θάνατό σου
Δέχομαι τα συλλυπητήρια σε μία λύπη ασυντρόφευτη.


(από τη συλλογή "Νύχτες μέσα στη νύχτα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2009)

Μανόλης Πρατικάκης: "Ένα ζευγάρι παλιά χωριάτικα παπούτσια αφημένα ήσυχα στη χλόη"

Κουρασμένα σέρνονται, δεν πάνε. Θυμηθείτε δυο αποχαυνωμένες σαύρες στο καυτό χορτάρι. Στις μισοφαγωμένες σόλες ένα σφηνωμένο χαλίκι δηλώνει τη μοναξιά του μονοπατιού. Ένα ίχνος οστράκου, τη στάθμη του ονείρου μες στ' αλάτια. Των βυθών τη συμπύκνωση. Κι η γλώσσα μαραμένο φύλλο: πως είναι ο ταπεινότερος ψίθυρος της γης. Στις φτέρνες τους κρατάνε κάτι από των πουλιών το πέταγμα. Του θερισμού την άφωνη χαρά. Την ανατριχίλα από την απειλή του θανάτου.

(από τη συλλογή "Αφημένα ήσυχα στη χλόη", εκδ. Γαβριηλίδης, 1999)

Άννυ Κουτροκόη: "Ώχρα υπόκοσμη"

Σβησμένοι φανοστάτες τα θαμπά σου μάτια φρουρούσανε την είσοδο της ρημαγμένης πόλης σακατεμένος άνεμος ξεφύσαγε στους δρόμους βραχνός καημός οι στερεμένες βρύσες ράγισε το φθινόπωρο κι έσταξε ώχρα υπόκοσμη πάνω στο άδειο σπίτι στην άκαρπη αυλή σε φύλλα που ξεράθηκαν χλωμιάσαν τα φιλιά σε ζαρωμένα στήθια χαμίνια της φθοράς σ' εύφορα χείλη που απόμειναν στέρφα στη λύσσα που ξεθύμανε σώμα νεκρό. Κορίτσι απ' τα παλιά φιλί βαθύ μες στην καρδιά στο πεθαμένο φως σου τώρα φαντάσματα τα θλιβερά απομεινάρια.


(από τη συλλογή "Ώχρα υπόκοσμη", εκδ. Μελάνι, 2013)

Τάκης Καρβέλης: "Άτιτλο"

1.   Ήρθε και πάλι σήμερα — θα ’ταν καλύτερα να πω την έφερα — την ώρα που ’πινα καφέ και κάπνιζα τσιγάρο. Τώρα καπνίζεις, μου ’πε, και πήγε να καθίσει στη συνηθισμένη θέση. Μητέρα, θέλησα να πω, δεν είναι ο περσινός καιρός. Κάθε φορά που πάω να τραγουδήσω κουρδίζω κι από λίγο νυσταγμένο χρόνο. Κουβάρι οι λέξεις και μες στα τεντωμένα νεύρα άφηναν οι αισθήσεις τα παράσιτα.

(από τη συλλογή "Δεν είναι ο περσινός καιρός", 1988)

Γιώργος Χριστοδουλίδης: "Το καφέ βιβλίο"

  Στον Ζοζέ Σαραμάγκου
Διαβάζω ένα καφέ βιβλίo. Ο συγγραφέας είναι νεκρός ο μεταφραστής είναι νεκρός ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε. Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός. Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού και πίνω μια ξανθιά μπύρα. Ποιος είπε ότι ο θάνατος είναι ανίκητος;

Θοδωρής Χιώτης: "Κβάσαρ (ή μελλοντική βιολογία)"

Θα έχουμε γίνει εμείς αλλά δεν θα μας αναγνωρίζει κανείς: μαρμαρωμένες προβολές από ένα μέλλον που θα πάρει τη μορφή μας την ημέρα που θα επιστρέψουμε από τις πόλεις στο κέντρο του κόσμου.
Θα διαλέξουμε σημεία χωρίς αντικατοπτρισμούς στον απέραντο χώρο – διαφημιστικά αυτοκόλλητα θα κλείνουν τις ρωγμές όπου ενώνονται οι                                                                                 πόλεις μεταξύ τους· θα έχουμε γίνει εμείς αλλά δεν θα μας αναγνωρίζει κανείς.
Το νευρικό μας σύστημα θα αποκολληθεί από τα σώματά μας και οι αντηχήσεις θα αποκτήσουν αυτονομία· όλες οι πινακίδες θα σημαίνουν                                                                                                   κάτι άλλο την ημέρα που θα επιστρέψουμε από τις πόλεις στο κέντρο του κόσμου.
Βαθιά στα μπαζωμένα ποτάμια της μαύρης ηπείρου διαστρεβλωμένες κόπιες έργων τέχνης νομίζουν ότι φτιάχνουν                                                                                        σύμπαντα:    θα έχουμε γίνει εμείς…

Δημήτρης Χαρίτος: "Λωτοφάγοι"

Αυτή δεν είναι η σιωπή που ταιριάζει στον απόηχο, όποτε χαλασμός Γιατί των ονείρων μας οι δορκάδες, ακρίτες του Γαλαξία Δεν συναινούν σ’ από σκοπού τρόμο καινούργιο Στο πάντοτε ακέραιο του Αιγαίου και της βοής του. Και μόνο ό,τι απόμεινε από το σώμα του καιρού εκείνου και του ακόμα πιο παλιού Γαλήνιο και αείχρονο επιπλέει καταμεσής του πελάγου Σώζοντας στην άνυδρη αγκαλιά του Εκείνα που μείναν ανερμήνευτα.
Τα καλοκαίρια ετούτα δεν έχουν να κάνουν με μας Έτσι ανέγνωμους που μας αποκαλούν Αφού κανένας από εκείνους δεν μάθαμε αν επέστρεψε Στο έχει του.
Μοναχά οι ζωγραφιές στους τοίχους των σπιτιών ιστορούν.
Οι ξένοι που μας έρχονται και μας ξανάρχονται Πουλιά αποδημητικά, με λόγια λιγοστά και σουσούμια αλλιώτικα Μας πληρώνουν για τον ύπνο και το κρασί που ήπιαν και φεύγουν
Αλλά τα δυο δελφίνια δικά μας μένουν εδώ Απόθεμα αδαπάνητο.
Και οι ψυχές μας πλυντήρια, αποκαθαίρονται Με τέτοια κέρδη εφήμερα που σοδιάζομε Της ανάγκης ανταλλάγματα Όμως οι γυναίκες μας παραλογισμένες και τα παιδιά μας Κατά πού στρέφουν επί…

Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου: "Γεια"

Ύστερα ψιθύρισε "Γεια" μια λέξη όπως αντίο με ’κείνο τα Γάμα σε ορθή γωνία γιατί έπρεπε να γίνει το ορθόν, το πρέπον κι ας ήταν η στιγμή οξεία και το άλφα στο τέλος, που έμοιαζε αχόρταγο κι αμήχανο, ωστόσο αποφασισμένο ν’ ανεμίσει στον ανέκφραστο ορίζοντα. Το σπίτι, η αυλή, το γιασεμί βουβοί μάρτυρες της θλιβερής εικόνας. Κι όσο απομακρύνονταν τόσο έλαμπε μέσα στο φως του καυτού μεσημεριού.

(από τη συλλογή "Αποικία κοχυλιών", εκδ. Αρμός, 2008)

Κυριάκος Ευθυμίου: "Γυρισμός"

Επιστρέφω μέσα μου ήσυχα στο λιμάνι της πικρής μου εκδοχής.
Μήτε καπετάνιος μήτε ναυαγός ένα θολό φυλλάδιο ναυτικό.
Το ριζικό του ψαριού σπαρταρά· στα δίχτυα λυπημένων ψαράδων.


(από τη συλλογή "Κυρτός αλατοπώλης", εκδ. Εντευκτηρίου, 2015)

Πέτρος Πολυμένης: "Ώσπου"

Συναντήσεις ψυχών διάρκειας ολίγης αλλά με ένταση κύματα που ανακατεύουν το βυθό μας. Τι περίμενες; Μετρημένα τα πρόσωπα διαρκείας.
Από συνάντηση σε συνάντηση ακροβατώντας δρόμος λατρεία αγορά κατοικία εντός κι εκτός της αλάνας εντός κι εκτός της δίψας εντός κι εκτός της φωνής μου εντός κι εκτός του ύμνου.
                           Ταχύτητα ταχύτητα ταχύτητα
Ώσπου μια γαλήνη εσύ εντός ψάχνοντας μαζί εμπειρία με υφή κοχυλιού να ζωντανέψουμε τα βότσαλα γλάροι χιλιάδες στην ακτή ν' απογειωθούν μεμιάς στον ουρανό προσευχές ξεδίπλωτες.

(από τη συλλογή "Αίθουσα αναχωρήσεων", εκδ. Ατόλη, 2013)