Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Δεκέμβριος, 2015

Μαρία Κουλούρη: "Αναφορά Προόδου"

Κυρία Εξακολουθώ να μεθώ πεθαίνοντας αργά Όπως μου προτείνατε πήρα γραφομηχανή Όμως ποιήματα δεν έμαθα να γράφω Ίσως φταίνε οι περαστικοί Περπατούν αργά δεν έχουν ύφος ούτε ρυθμό Και η χοντρή γριά έχει χρόνια να ακούσει ουρλιαχτά Οι γείτονες δεν σκαρφαλώνουν πλέον στα κρεβάτια τους Σκεπάζουν τη σάρκα τους με κόκαλα Και εγώ Στην αγάπη απέτυχα υπέροχα Πίνω ακόμα κάτι ποτά Και καθαρίζω τα ίχνη από τα ρούχα μου

(από τη συλλογή "Ρολόγια και άλλοι χτύποι", εκδ. Μελάνι, 2015)

Μαριάννα Παπουτσοπούλου: "Σωσίβιο φτερό"

Δεν έχω λόγια, σου 'κανα. Κι εσύ; Πες, πες μου... Απλώθη τότε κυκλικός πλατύς ορίζοντας στήνοντας τις σιωπές του καραούλι στο κάθε πουλί διαβατήριο μοιράζοντας το σωσίβιο φτερό του. Μα δεν κρατάει πολύ το θαύμα κι αν κρατεί, στου τραγουδιού στον πόνο ρίζωσε την πρώτη-πρώτη του έγνοια...
Πρωί της μοναξιάς, μυγάκι εφήμερο λύπη μου φιλντισένια, γλύφω την άκρη μιας ανάμνησης (ο κόσμος σα να εχάθη). Ο,τι καλό αντίκρισαν τα μάτια μου η αγάπη σου μου το 'φερνε μαζί διαβήκαμε κι αυτή τη φυλακή. Δεν ξέρω να σου πω αν ο κόσμος -θαύμα θέλει μας, κι αν ίσως πάλι λάμπει...


(από τη συλλογή "Το σωσίβιο φτερό", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Σοφία Σακελλαρίου: "Χαρούλα-Πεδίον Άρεως"

Μέσα στο σπίτι της βλέπει ένα καινούριο σπίτι, μ’ ένα παράθυρο και δυο πόρτες, ανθρώπους να μπαινοβγαίνουνε, την παρακολουθούν Πότε πότε, λέει, της μιλούν Πότε πότε της κρατάνε μούτρα Κι αμίλητοι πάνε κι έρχονται μπροστά της μέρα νύχτα Σπάνε τα τριαντάφυλλα του κήπου, κόβουν τα πλέγματα του φράχτη, προσπαθούν να γκρεμίσουν τη σκεπή, της κλέβουν το νερό, της κλέβουν το ρεύμα, της κλέβουν μικροπράγματα απ’ τα συρτάρια το φαγητό απ’ το κατσαρολάκι- μόλις κοιμηθεί Κι έχει γι’ αυτό να κλείσει μάτι ένα μήνα, για να σώσει κάτι η Χαρούλα Πήρε άδεια απ’ το σχολείο- να ξεκουραστεί Αλλά δεν γύρισε στη δουλειά Δεν μπορεί ν’ αφήνει πια μόνα δυο σπίτια

(από τη συλλογή "Φωτογραφίες", εκδ. Μελάνι, 2015)

Κώστας Θ. Ριζάκης: "Το ενήλικο ποίημα"

μία  με φτάνεις μία μου φεύγεις κρυμμένη μορφή χωρίς εν' αντίο ποτέ σου να πεις ξανά και ξανά και ξανά -απόκληρη μπάντα- οι χίμαιρες τα ι σαν μ' αιθέρια πνοή: τη νιότη που ντύθηκες τη βιάση σου όλη
έρχεσαι -παίρνεις ό,τι μου άφησες- φεύγεις και χάνεσαι
πιο  μακριά:
σε κερδίζει το άγνωστο σε θέλγουν οι δρόμοι  
(από τη συλλογή "Ο κυρίως ναός", 2006)

Ελένη Λιντζαροπούλου: "Ενθύμιον αιωνιότητας"

Χρειάζεται να μην σε βλέπω Για να γράφω
Να αναπολώ πόνους Να θυμώνω με τα όρνεα που οσμίζονται τον θάνατό μου Να ρουφώ σκότη αμέτρητα κι αβύσσους
Χρειάζεται να μην σε βλέπω για να εμπνέομαι από τον κίνδυνο κάποτε να μην υπάρχεις
[Γιατί όταν σε βλέπω ακόμη κι ο θάνατος, μου φαίνεται απίθανος, πόσω δε μάλλον η προδοσία.]

(από τη συλλογή "Η εποχή των λέξεων", Εκδόσεις των Φίλων, 2015)

Ιορδάνης Παπαδόπουλος: "Στην μπούκα"

Το ήθος δεν σηκώνει άλλο επιθετικό προσδιορισμό. Το μέλλον
ανήκει σ' εκείνους που δεν φοβούνται να πληρώσουν το κενό μ' έναν χαιρετισμό
στους μελλοθάνατους σσσσς μιλά το κτήνος σσσσσς το άσμα καταστρέφεται σιγά
σιγά δια της γλώσσας (αν) θα επιβιώσουμε της γλώσσας


(από τη συλλογή "Μπρα Ντε Φερ (Ένας χειρισμός πρόγνωσης)", εκδ. Τυπωθήτω/λάλον ύδωρ, 2015)

Λαμπριάνα Οικονόμου: "Χριστουγεννιάτικο τραπέζι"

Στο τραπέζι φέτος κοιταζόμαστε όλοι καχύποπτα περνάμε το ψωμί χέρι με χέρι αφουγκραζόμαστε θορύβους, τα κέρματα στις τσέπες τα δάχτυλα μετρούν νευρικά
Το βάζο εις ένδειξη ευθυμίας με βελουτέ φιόγκους με καρφιτσωμένα κοτσάνια που στέκονται ζωηρά και φρέσκα τάχα.
Γέμισε μούχλα το νερό και ακουμπούν τα δέντρα τον πυθμένα χέρια, πόδια στο ρυθμό της χαρμόσυνης γέννησης.
Στο τραπέζι φέτος υπάρχει ένα κοφτερό μαχαίρι Το μοιραζόμαστε όλοι χέρι με χέρι κρατώντας στάση αναμονής.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος: "Βιογραφικό σημείωμα"

Έχει μετέλθει πολλά επαγγέλματα. Σε δύσκολες ώρες ιδιώτευσε ως μεσίτης πόθων και ως προξενητής ανεκπλήρωτων ονείρων. Επιδόθηκε στην εκμάθηση ξένων γλωσσών : της σιωπής, των χρωμάτων, της αφής, της μουσικής, των ψιθύρων. Με ιδιαίτερη ευχέρεια χειρίζεται τη διάλεκτο του μαύρου, ιδίως όπως ομιλείται μεσουρανούντος του ήλιου. Προσφάτως παρακολουθεί ιδίαις δαπάναις μαθήματα αποχρώσεων και υπεκφυγών. Στον ελεύθερο χρόνο του προτιμά να διαβάζει ολιγοσέλιδα βιβλία κυρίως για τα ίχνη αίματος που αφήνουν στα δάχτυλα καθώς τα ξεφυλλίζεις.

(από τη συλλογή "Υπαινιγμοί",  εκδ. Γαβριηλίδης, 2007)

Νίκος Α. Κωνσταντινίδης: "Στίχοι και αυτοκίνητα"

Γράφονται οι στίχοι και κυκλοφορούν οι συλλογές σαν τα μοντέλα των αυτοκινήτων. Κι όπως εκείνα ένα δυο χρόνια πλένονται, σκουπίζονται, κυκλοφορούν και τα πετούν μετά ή τα πουλούν μισοτιμής οι κάτοχοι∙ την ίδια μοίρα έχουν οι στίχοι. Σαν τα παλιοσιδερικά σωρεύονται, σκουριάζουν από την πολυκαιρία και την εγκατάλειψη, άχρηστο υλικό. Αλλά με τη ντανάλια και το κατσαβίδι έρχεται πότε πότε κάποιος και ψάχνει επίμονα στη μάζα των σιδερικών και βγάζει, ένα γρανάζι, ένα αξονάκι τσίλικο ή άλλο εξάρτημα, που έχει ψωμί ακόμα.

(από τη συλλογή «Καλυκοτομή»)

Σόνια Πυλόρωφ-Σωτηρούδη: "Αναμέτρηση"

Στην καθημερινή αναμέτρηση με τη ζωή κάθε τόσο κρατώ την αναπνοή για να δω πώς θάναι όταν με νικήσει

(από τη συλλογή "Ποιήματα του '87")

Καλλιόπη Εξάρχου: "Αντιφρονούντα στόματα"

Κι έτσι όπως τα κύματα παραδέρνουν τις φωνές μας
Κι έτσι όπως στους φορτωμένους ουρανούς τραυλίζουν τα οράματά μας
αλίμονο
έτσι κυρτώνουνε τα βλέμματα τα εκρηκτικά τα στόματα τα αντιφρονούντα
Δίκιο έχουν τελικά οι ελεγκτές των εναέριων ελπίδων
Τίποτε δεν πετάει ελεύθερα χωρίς Τους


(από τη συλλογή "Μάχιμα χείλη", εκδ. Σοκόλη, 2014)

Γιάννης Σκληβανιώτης: "Άτιτλο"

Όταν καλπάζετε στο χάος της ψυχής σας κρατήστε πάντα πάνω σας μια χούφτα χώμα Ποτέ μη λησμονάτε ότι οι ωδές της χαράς και οι ελεγείες της θλίψης από γη καμωμένες είναι Είναι χρέος σας σαν οριστήκατε συλλέκτες της ύλης                                                των θαυμάτων να ακουμπάτε στο στήθος της και ν’ αφουγκράζεστε με στοχασμό τις ωδίνες των τοκετών της Ποτέ μη λησμονάτε πως και τα σύννεφα από ύλη είναι


(από τη συλλογή "Αισθήσεις και παραισθήσεις", εκδ. Καστανιώτη, 2015)

Μαρία Αρχιμανδρίτου: "Το μέλλον νοσταλγεί"

Η θύμησή σου αδημονεί στο πρωινό μου όνειρο
Κι εγώ στη μέρα μπαίνω ως τα ρηχά
Μούσκεμα στο γαλάζιο γίνομαι
Αθώα.

Ποια νύχτα σε κομάται στο σκοτάδι της;
Ποιος ύπνος στα όνειρά σου ανθίζει;


(από τη συλλογή "Η κατίσχυση των ρόδων", 2002)

Αλέξανδρος Μηλιάς: "Έως ότου όλα να σβήσουν"

Διότι πάλι δεν θα 'μαι στις λεύκες το άφθαρτο ασήμι, χυμένη γύρη στο λεπτό δάκρυ της μέρας. Δεν θα 'μαι του δειλινού η αγκαλιά, η αυλή στο ξέπλυμα της σκόνης, τα χέρια μου που ξύπναγαν τις ρίζες να χορεύουν.
Να μεγαλώνει πρέπει η χαρά των άλλων, να μεγαλώνει η χαρά μου ωσότου φτάσει το γέλιο ως την νύχτα της μητέρας και στο σκοτάδι η ανάσα μου επιστρέψει άγγιγμα των χεριών της.
Διότι πάλι δεν θα 'μαι λάμψη χάδι των νερών, ρήγμα στο σώμα κι απροσδόκητη φωνή, ο ήχος, η απόκρισή του. Δεν θα 'μαι η αόρατη σκέπη του ύπνου στα μαύρα πέταλα το βράδυ, η τρυφερή ματιά κισσός στα χέρια, στον λαιμό της πιο λευκής ημέρας.
Να μεγαλώνει πρέπει η χαρά των άλλων, να μεγαλώνει η χαρά μου ωσότου ανοίξω χώρο μες στην νύχτα και για μένα κι ο ίσκιος που στο φως τώρα με βρέχει γίνει παιχνίδι σε καμένο μεσημέρι.


(από τη συλλογή "Στην αψίδα των νεκρών θριάμβων", εκδ. Πατάκη, 2014)

Ιφιγένεια Διδασκάλου: "Άδεια εποχή"

Ήρθε η πλήξη δίχως αφή με βάρος μολυβιού και θρόνιασε ακίνητη στ' άδεια μου χέρια. Μια πλήξη δίχως απόκριση με την όψη της αμετανόητη στο χώρο της μοναξιάς, δίχως μνήμη με τις παλάμες της γεμάτες απουσία στην καρδιά μου.
Τίποτε να μην έρχεται τίποτε να μη φεύγει κι εγώ με τα μάτια γεμάτα σιωπή.

(από τη συλλογή "Παράθυρο στον ουρανό")

Αλέξης Ζήρας: "Πολιτικές θεωρίες"

Καλώντας με,
ηδονικά χαλαρωμένη, μέσα στην κρεμ μπανιέρα της, επέμενε, το πείσμα της σχεδόν παιδιάστικο- να συζητήσουμε για τη "Διαλεχτική της Φύσης" Όμως ο τρόπος της, αυτή η ράθυμη φωνή, έλεγαν σ' άλλη γλώσσα: "Ποια επανάσταση μας έφθειρε;" Για μια στιγμή στάθηκα δίβουλος, "Τι ν' απαντήσεις τώρα;" Ύστερα μπήκα στο νερό.
(από τη συλλογή "Ο ύπνος των ερωτιδέων")

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου: "Όταν νυχτώνει"

Όταν νυχτώνει η ζωή αιμορραγεί και μπαινοβγαίνει από σώμα σε σώμα
Μεροληπτεί κάποτε ο θάνατος και σου ανήκει


(από τη συλλογή "Τόσα χρόνια στη θάλασσα", εκδ. Καπάνι, 2009)

Παναγιώτα Μπλέτα: "Συναισθηματολόγιο"

1 πένα 2 μελάνια Μια αυλακωτή Χαρακιά Πάνω Στο χαρτί
Τρέχει Κάνει Ρωγμές Πόσο Μελάνι
                             Να στοκάρω                              Για να γιατρέψω                              Τη σχισμένη                              Καρδιά                              Του χαρτιού…                              Στον τοίχο                              Το ρολόι                              Δείχνει                              12                              Συναισθήματα                              Άργησες…


(από τη συλλογή "Unfuck the World", εκδ. ΑΛΔΕ, 2013)

Μαρία Τσιράκου: "Άτιτλο"

έπινε τον καφέ της συντροφιά με την εγκατάλειψη σταυροκοπιόταν νωχελικά γύρω της πέτρες δεν έβλεπε δεν άκουγε δεν μιλούσε τόσα χρόνια πόλεμος είχε προτιμήσει την ανακωχή
τώρα ξεσκονίζει τις ηδονές μ' ένα παλιό εσώρουχο τόσα χρόνια λιγόστεψε το θέλω της μέσα στα χαρακώματα  (της μητέρας μου)

(από τη συλλογή "Ανακωχή", εκδ. Μανδραγόρας, 2015)

Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος: "Παραπλάνηση"

Έκλεισε η πόρτα Σπαρμένο σκοτάδι ολόγυρα Κάτι χαραμάδες μονάχα το χαϊδεύουν φωτός ψιθύρους ακουμπώντας στον κόρφο του Ιστορίες αχνοφαίνονται Ψίθυροι όπως και να 'χει Έτσι αντέχει να 'ναι σκοτάδι Το σκοτάδι
Στάζουν τα ρούχα στις ντουλάπες το χρόνο που φορέθηκαν Υγρά δευτερόλεπτα Ανάμνηση λέει Κι όπως βρέχεται το δάπεδο μυρωδιά αναδύεται έτοιμη να ξεφύγει Μαζί με τη μυρωδιά της ναφθαλίνης Έτσι κρυμμένη να πλημμυρίσει το δωμάτιο χωρίς να την αντιληφθεί κανείς
Ανοίγουν οι ντουλάπες Αλαφρωμένες πια οι κρεμάστρες Δυνατές Θα με κρατήσουν Να αρχίσει να στάζει η ζωή που με φόρεσε Δέρμα και προσωπείο ανθρώπου πάνω από το αγρίμι
Φορεσιά όπως και να 'χει Έτσι αντέχει να 'ναι αγρίμι Το αγρίμι

(από τη συλλογή "Αταξίδευτα", εκδ. Poema, 2015)

Γιάννης Κουλάκης: "Κόκκινη μέρα"

Περπατήσαμε σε δάση τρυφερά, Ξαπλώσαμε σε κάμπους ανθισμένους Γνωρίσαμε τα παιδιά της άνοιξης και γευτήκαμε τους καρπούς της! Κολυμπήσαμε στο ηλιοβασίλεμα και τη νύχτα αγκαλιάσαμε το φεγγάρι! Ταξιδέψαμε στα αστέρια, στο βασίλειο που ανήκουν και ζουν τα όνειρά μας!


Γιώργος Γκανέλης: "Συνταγές μαγειρικής"

Ανακατεύω το μυαλό μου μ' ένα κουτάλι Σε σκληρό νερό με πολύ χλώριο Του ρίχνω καρυκεύματα και κύβους σοφίας Μπλε αλάτι από κατάλευκες θάλασσες Το βράζω για είκοσι λεπτά Στο χαλασμένο μάτι της κουζίνας Και το τρώω ωμό με βρόμικα χέρια.
Βγάζω τα μάτια μου μ' ένα πιρούνι Στο νεροχύτη τα αποθέτω προσεκτικά Και τα ξεβγάζω να φύγει το αίμα. Το ένα το αναμειγνύω με τις ελιές Για να βιώσει την πίκρα της αυταπάτης Και το άλλο το συντηρώ στην κατάψυξη Εναλλακτικό φως τις νύχτες του χειμώνα.
Τεμαχίζω τη ζωή μου μ' ένα μαχαίρι Και την τοποθετώ σε γυάλινο σκεύος Την καυτηριάζω με μαύρο πιπέρι Αντί για λάδι της ρίχνω οινόπνευμα Και λίγο λεμόνι από γλυκές αναμνήσεις. Να μην ξεχάσω και τη ρίγανη Που θα διευκολύνει τη χώνεψή της.


(από τη συλλογή "Εκτός Εαυτού", εκδ. Στοχαστής, 2015)

Βασίλης Παυλίδης: "Τρέμω"

Δώσε μου ένα χθες για να κρυφτώ από το αδυσώπητο σήμερα. Τρέμω. Δάνεισέ μου μία μνήμη για να παραιτηθώ από το αμείλικτο όνειρο. Τρέμω. Χάρισέ μου έναν θάνατο για να απαλλαχθώ από την ανελέητη ζωή μου. Τρέμω.

(από τη συλλογή «Ιδιόλεκτο», εκδ. Γαβριηλίδης, 2010)

Θεοδόσης Κοντάκης: "Αναγνώριση εδάφους"

Δε μπορεί ποτέ να μετρηθεί με ακρίβεια η ακτογραμμή. Χιλιάδες μικροσκοπικοί κόλποι αλλάζουν μορφή κάθε στιγμή, κάθε κύμα που σκάει στο βράχο αφήνει ένα θλιβερό μόνο αφρό που μένει να μετρηθεί. Εκεί τρέχουν παράταιροι οι τοπογράφοι με τα μέτρα..

(από τη συλλογή "Αναγνώριση εδάφους", εκδ. Πλανόδιον, 2009)

Χάρις Κοντού: "Η ηθοποιός και το ερωτευμένο βλέφαρο"

Το δάκρυ του είναι μια ψηλή μελαχρινή γυναίκα με απαλά χείλη, κίτρινους βόλους για μάτια που σε τυ- φλώνουν και σε ντύνουν αστραπή. Φοράει αίμα, να αγκαλιάσει το τρυφερό γυναικείο του δάκρυ. Να σύρει κόμπους απ’ το λαιμό στα βλέφαρα. Κι όταν ξαπλώνει, η καρδιά του το τραβάει προς τα πίσω. Κι όταν πάει να σηκωθεί, τα σεντόνια βάφουν το σώμα του λευκό, γίνεται αόρατος. Όταν αμφιβάλλει, έρχεται πάλι η ατι- μασμένη γυναίκα και κλαίει στον ώμο του. Κι όταν λοι- δορεί, μια θλίψη από το σκοτάδι κηλιδώνει το πορτρέτο του και γίνεται πιο αβάσταχτος από ποτέ.

(από τη συλλογή "Οι κερασιές το χειμώνα είναι μια κόκκινη επανάσταση", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Ζέτα Μπελαούρη: "Ύλη της αντοχής"

Η ύλη του υποφερτού είναι κηλίδα της απουσίας σου κι απλώνει...
Είναι ερπύστριος λογισμός κι η σκόνη του.
Είναι τεμάχια πια, σωσίες της πραγματικότητας.
Είναι πέτρα σιωπής, σφραγισμένο στόμιο.
-Ένα πουλί στην τρύπια στέγη σου χωρίς την ιδιόχειρη αλληλογραφία της άνοιξης-
Είναι εσύ. Που καταφέρνεις μια υποψηφιότητα ύπαρξης.
Είναι εγώ. Που δεν μπορώ
να μην σ' αγαπώ.

(από τη συλλογή "Η ύλη της ανοχής", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Βάκης Λοϊζίδης: "Στο πρώτο διάζωμα"

Είναι αντικείμενα που ακόμα κι αν τα αποποιηθείς ή τα κρύψεις στο πατάρι φανερώνονται στο ποίημα. Το μισοκαμένο εικονοστάσι, τα οξειδωμένα ψαλίδια, τα μισοτελειωμένα εργόχειρα κι οι βεντούζες στο τσίγκινο κουτί έχουν θέση στο πρώτο διάζωμα.

(από τη συλλογή "Σε ώρα αιχμής", εκδ. Γαβριηλίδης, 2005)

Βασιλική Δραγούνη: "Άγραφο παραμύθι"

Πιστέψαμε ότι θα βρούμε αστέρια αλλά ο κήπος ήταν εγκαταλειμμένος υπήρχε ένα κενό φως στο τέλος του αγροκτήματος, σκοτάδι παραπέρα.
Ο μικρός λύκος αναπηδούσε  πάνω στο πρώτο χιόνι, αφουγκράζοντας τον πάγο που θρυμματιζόταν στα κλαδιά τη βροχή από κρυσταλλωμένες ψιχάλες.
Το δωμάτιο είναι ζεστό κάποιος ξετυλίγει ένα πακέτο ένα ξαφνιασμένο ελάφι ξεπροβάλλει από το ασημένιο κουτί. Οι κινήσεις του αργές σαν δείκτες ρολογιού τα μάτια του θλιμμένα βρίσκουν καταφύγιο στην άκρη ενός παραμυθιού που δεν έχει γραφτεί ακόμα.


Άγγελος Μητσόπουλος: "Εύθυμη μορφή"

Για να μη χαθεί η ελπίδα για το αύριο, μοίρασε αγάπη γύρω σου και γίνε μια εύθυμη μορφή.
Η αγάπη… σμιλεύει μεγαλοπρεπή χαμόγελα και εμπλουτίζει με αύρα ζωντάνιας την περιπλάνηση στα κενά δεδομένα.
Δεν βολεύεται στα πρέπει, αναζητά προκλήσεις και κομματιάζει τους εγωισμούς και τις προκαταλήψεις.
Είναι εκεί για σένα για τους γονείς σου, για τους φίλους σου, για τα παιδιά σου. Για όλο τον κόσμο.

(από τη συλλογή "Ικμάδα", εκδ. Σοκόλη, 2011)

Πάνος Ιωαννίδης: "Αποθήκες βλεμμάτων"

μέσα στα δέντρα φωλιάζουν αποθήκες βλεμμάτων μεγάλες σαν την σπηλιά του Αλαντίν αόρατες όπως οι μυστικοί κήποι οι διαστάσεις τους τόσες όσες οι σκιές των χρηστών τους (όλων δηλαδή των ζωντανών νεκρών)
απλωμένα τσουβάλια χαμένου χρόνου κρύβουν στα κελάρια τους πράξεις που έμειναν προθέσεις
δάκρυα κυλάνε στους τοίχους τους οι σταγόνες της βροχής υποσυνείδητες γλώσσες γεννούν ρίζες στο ξερό χώμα τους
στα χέρια μας φωλιάζουν αποθήκες βλεμμάτων χαϊδεύουν ενοχικά τις φθαρμένες ζωές μεγάλα παιδιά που γυρεύουν το άπειρο