Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2016

Κική Δημουλά: "Το κοριτσάκι με τα σπίρτα"

Απόγευμα πρωτοχρονιάς ψυχή στους δρόμους. Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό καινούργιου χρόνου.
Τρέμουν από το κρύο τα σταυροδρόμια και οι γωνίες σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν επάνω σε αλλότριας πατρίδας πλανόδιους ανθοπώλες
μπουκέτα φασκιωμένα με αγριωπό χαρτί και η φτηνή ποιότητα με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες
όπως κι εμείς όταν παιδιά για σχέδια πεινασμένα σ’ εφημερίδα διπλωμένη ομοιόμορφα μικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.
Απόγευμα πρωτοχρονιάς ψυχή στους δρόμους μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.


(από τη συλλογή "Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως", εκδ. Ίκαρος, 2007)

Δημήτρης Λεοντζάκος: "Άφωνο"

Πάντα ήταν άδειος ο τάφος.
Αυτή είναι η φύση του ρήματος.
Η φάρσα της λέξης αφρίζει.
Η σπαραχτική παρουσία του κρίματος. Η σπαραχτική απουσία του ποιήματος.


Αγγελική Σιδηρά: "Amber alert"

Κοριτσάκι γύρω στα τέσσερα ντυμένο με την τριανταφυλλί του αθωότητα με την ατίθαση αλογοουρά και μάτια μεγαλωμένα για να χωρέσει όλο το μέλλον που απλωνότανε μπροστά του εξαφανίστηκε.
Αυτή λοιπόν ήμουν εγώ, χαμένη οριστικά, κρυμμένη κάπου στα εβδομήντα τόσα χρόνια που μεσολάβησαν. Άφαντη. Λησμονημένη εκεί στην ξεγνοιασιά, στην προσδοκία, στο γέλιο το ανέμελο, σχεδόν στην άγνοια.
Ψάξτε για μένα, σας εκλιπαρώ!
Η άγνωστη που είμαι τώρα στο κάτοπτρο συναπαντά μια παρωδία της, είδωλο εξαθλιωμένο που αγνοεί πως είναι αυτή το κοριτσάκι που γυρεύετε και που γι’ αυτό ποτέ δεν θα το βρείτε.


(από τη συλλογή "Silver Alert", εκδ. Κέδρος, 2016)

Σαμσών Ρακάς: "Αλκυονίδες σφαίρες"

Όταν κοιμάμαι η πλάτη μου ίδιο κρουαζιερόπλοιο που βάζει μπρος τις μηχανές κι αναχωρεί να ψάξει το παγόβουνό σου
κανένας μπούσουλας δε σε χωρά καμιά απόκριση στα κανοκιάλια
το πλοίο επιστρέφει φιάσκο στο λιμάνι τα φιλιστρίνια σβήνουνε οι κόρνες με ξυπνούν με σαματά κι αποχωρώ απ' τ' όνειρο σαν καβοδέτης
πιάνω τα καραβόσχοινα που μου πετούν δένω στην πλάτη το κρουαζιερόπλοιο τώρα το σέρνω πίσω μου ολημερίς να ψάχνω για τη θάλασσά σου
μα τίποτα κι εκείθε
όταν ήμουνα μικρός δε με μάθανε μπάνιο τον πνιγμό μού ξεμάθαν και νά τα τώρα

Όλια Λαζαρίδου: "Η προσευχή του ελάχιστου"

Κύριε, τώρα, που καίγεται η στιγμή, σαν το παλιόχαρτο, κι ο ήλιος σου με τυφλώνει μ’ επαναληπτικές ριπές, άκου την προσευχή μου, εμένα, του ελάχιστου. Χάρισε λίγη δροσιά, σκάψε μου ένα λακκάκι, να θάψω μέσα του αυτό. Το αδηφάγο και βασανιστικό Αυτό. Πάντα πεινασμένο. Κλάδεψε τον ύπνο μου, να κλείσουν οι δίοδοι του Άδη, το χώμα απ’ τα μάτια και τ’ αυτιά. Να μην παρακαλάμε πια, κανείς να μην παρακαλάει.


(απόσπασμα από τη συλλογή "Η προσευχή του ελάχιστου", εκδ. Υποκείμενο,  2015)


Βασιλική Δραγούνη: "Θραύσματα"

Αγάπη εκθαμβωτική σαν χιόνι τα χέρια σου απαλά σαν φύλλα τα μάτια σου διάφανα σε συνειρμούς ακροβατούν μιλώντας για ότι αφέθηκε ανεκπλήρωτο.
Μετέωρη στον αβαρή αιθέρα του μεταβλητού φοβάσαι να απογειωθείς κι ασφυκτικά ελεύθερη σε θραύσματα σκορπίζεσαι στη διάφανη λήθη.


Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου: "Όλες οι παραμονές Χριστουγέννων ένα αμύγδαλο πικρό"

Ευτυχώς σκοτεινιάζει κι απόψε Το μωσαϊκό της κουζίνας μου Δείχνει κιόλας μεσάνυχτα Μ' εκείνο το ένδοξο άσπρο-μαύρο
Μου πέφτει ένα αμύγδαλο Το ψάχνω πάνω στο άσπρο-μαύρο (Πάντα προς το μαύρο κλείνει η αφή των πραγμάτων)
Τα πόδια μου στο δόκανο
Να σε δω να υποφέρεις αληθινά Ακόμα έχεις απάνω σου ένα κλάμα ψυχρό Ένα χαμόγελο ψεύτικο Κάθισε κοντά μου και πες μου τι βλέπεις Μες στον παλιό καθρέφτη
Όλες οι καμπάνες σημαίνουν Χριστούγεννα Κι εγώ δεν έχω τίποτε άλλο να ζήσω Πάρεξ τη γεύση ενός αίματος που αρνούμαι να πιω Αν μη τι άλλο εγώ πέταξα το σώμα μου Μες στην αγάπη όπου σαπίζει τώρα Με λογική και σύνεση με θεία παραδοχή
Την τρέλα τη μαθαίνει κανείς μέσα σε μια στιγμή


(από τη συλλογή "Σαλκίμ", εκδ. Νεφέλη, 2001)

Τόλης Νικηφόρου: "Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα"

ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο, μόνος στον κόσμο

ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά, καράβια για τα όνειρα, ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους

παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα


(από τη συλλογή "Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο", εκδ. Νέα Πορεία, 1999)

Γιάννης Κοτσιφός:"Ο πειρασμός της γραφής"

Είχες μαζί σου τον Σεφέρη - πάντα είχες μαζί σου τον Σεφέρη Ακόμη και σε κείνο το παράδοξο τριήμερο στην Ουρανούπολη Που υπολόγισες τις μέρες του καλοκαιριού με λάθος τρόπο Είχες μαζί σου τον Σεφέρη, ίσα για να μπορείς να πεις σε κάποιο τηλεφώνημα Τα Τρία Κρυφά Ποιήματα διαβάζω Εννοώντας: για χάρη σου, για σένα σήμερα, Τα Τρία Κρυφά Ποιήματα διαβάζω Προσθέτοντας κάποιαν ανώφελη σημείωση κατόπιν Στο περιθώριο, μιαν υποθετική αναλογία ειδών, ας πούμε Ή έναν όρο μετρικής Απευθυνόμενος σε κάποιον αναγνώστη που ένα βράδυ, κάποτε, Εκείνο το χαρτόδετο αντίτυπο θα διάλεγε απ' το ράφι Κι αφού θα πρόσεχε τους κόμπους της πλαστικοποίησης μέρη-μέρη Φυλλομετρώντας το κατόπιν Θα έσπρωχνε το βλέμμα του στα marginalia εκείνα Μια παρατήρηση στοχαστική - μα πώς να γίνει, εφόσον Είχες μαζί σου πάντα τον Σεφέρη Κι όταν κοίταξες πολύ αργά το πρώτο βράδυ Τη σκοτεινιά του Βερολίνου από τον έκτο όροφο ενός Ibis Πανικοβλήθηκες κι άρχισες μανιασμένα σημειώνοντας Το Μυθιστόρημα όλη νύχτα να διαβάζεις Και τα γνωστά -"εις ψυχ…

Αχιλλέας Κατσαρός: "Άτιτλο"

Θα μπορούσες να με πεις και άλογο μα δεν έχω ταυτότητα από τότε που σηκώθηκα στα δύο σαν άνθρωπος προχωρώ κολλημένος με τέσσερα πόδια ενδιάμεσα σκάλα για ν' ανεβαίνει ο κάθε μεθυσμένος αλητόγατος να μου κάνει παρέα όταν παίζω φυσαρμόνικα και ζεσταίνω τον άνεμο που φυσάει.


(από τη συλλογή "Cabaret Voltaire", εκδ. Μίνθη, 2016)

Γιώργος Ανδρέου: "Άνοιξη δειλή"

Δειλή Μικρή μου Άνοιξη Παιδί των Λωτοφάγων
Εδώ είναι Βαλκάνια, η θάλασσα διαρκής Οι λεύκες των ανέμων τους, της πέτρας του το στάχυ
Των ποιητών το πουργκατόριο ανελέητο
Μικρή Δειλή μου Άνοιξη


(από τη συλλογή "Ο απερίσκεπτος πλοηγός", εκδ. Μικρή Αρκτος, 2016)


Τάσος Φάλκος: "Δώματα"

Αυτά τα υποσχεμένα δώματα είναι πληγές που χαίνουν Μπαίνουν τρεις άντρες και σφάζουνε τα περιστέρια ραντίζουνε τον τόπο Μια μάνα κρύβει το παιδί της Θα το παρουσιάσει στην άλλη τη σφαγή αυτήν που έμελλε να γίνει όταν ήρθαν οι τρεις που σκότωσαν αυτούς που έσφαξαν τα περιστέρια
Δεν είναι ίσως μάταιος ο μύθος πως κάποτε σε μέρα ιερή ξεσπάσανε σεισμός και καταιγίδα που σκόρπισαν στεφάνια και θυμιάματα και τραγική πνοή άγνωστη ως τα τότε διαπέρασε την ατμοσφαίρα.

(απόσπασμα από το ποιητικό βιβλίο "Λύκοι" (θεώρημα), 2010,
ένα συνθετικό έργο που περιγράφει μια πορεία του ανθρώπου προς την αυτογνωσία)

Αλέκος Φλωράκης: "Ταξιδιώτης στο τρένο"

Το πρόσωπό του δεν το βλέπουμε· παράθυρο κι η πλάτη προς εμάς, τα μαλλιά ανεμίζουν, τα χρόνια, ανεπαίσθητος στο ρυθμό της μηχανής περνούν βουκολικά τοπία, δέντρα καμένα, στύλοι της ΔΕΗ, ρεκλάμες, ο ταξιδιώτης γερμένος στο παράθυρο ρεμβάζει, λαμπερές επαύλεις, φωτισμένες πόλεις, λεωφόροι. Το ρεμβασμό, το ρεμβασμό ορισμένως εννοεί ο ζωγράφος, για άλλες εκδοχές ούτε συζήτηση· μπορεί να κλαίει ή να ξερνά. .

(από τη συλλογή "Ανατομία ενός τοίχου", εκδ. Γαβριηλίδης, 2009) 

Βασιλική Λόη: "Άτιτλο"

για κείνους το κυνηγητό της πεταλούδας σε θόλους πλαστικούς αφάνταστους για άλλους το αργό κύλημα του χρόνου στις αρθρώσεις των στιγμών που θα φέρουν μισάνοιχτα χείλη παιδικά δαγκωμένα ώριμα σταφύλια


(από τη συλλογή "Μελιδόνι",  2016)

Δημήτρης Ιατρόπουλος: "Σύντομη ιστορία του ανθρώπου.."

Οι Περισσότεροι άνθρωποι, πιστεύουν ότι θα πεθάνουν "κάποτε..." και όχι "τότε ακριβώς". Πιστεύουν, αλλά δεν γνωρίζουν..
Οι Λιγότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ότι δεν θα πεθάνουν ποτέ. Οπότε το "κάποτε" και το "τότε ακριβώς" δεν σημαίνουν γι’ αυτούς τίποτε..
Και οι Ελάχιστοι άνθρωποι που οδηγούν τους Περισσότερους απέναντι στους Λιγότερους, φροντίζουν να μην αλλάξει ποτέ η σειρά..

Δημήτρης Καρακίτσος: "Η γάτα του Πεκίνου"

Ο κελευστής υπέφερε από ρευματισμούς και Τα πόδια του ήσαν πληγιασμένα. Γιασεμί, γιασεμί ήθελε να μυρίσει Και τριαντάφυλλο - ως τελευταίο απ’ την πατρίδα Στον τρελό και μαύρο πυρετό, στον παροξυσμό. Άλλα μας έταξε ο σμαραγδένιος Βούδας Όπου στη στεριά όλα πραγματοποιούνται. Ορίστε, φίλε μου, το τριαντάφυλλο Από 'να τραγούδι των μηχανών του πλοίου. Αν και τόσο φτηνό να σου θυμίζει τη ζωή.


(από τη συλλογή "Οι γάτες του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου", εκδ. Το Ροδακιό, 2012)

Λάνα Μανδύλα: "Οδός Σουνιάδος"

Δάκρυα πλημμύρισαν την ξέπνοη ψυχή. Δάκρυα, σταγόνες αλατιού παρμένα από τις γύρω αλυκές, στέγνωσαν στον ήλιο. Δάκρυα βροχής ξέβαψαν τα χρώματα στα φιλμ των ερώτων που γυρίστηκαν στο πορφυρό φως με απεικονισμένες μορφές, με βουρκωμένες αγκαλιές. Θόλωσαν τα βλέμματα της αγάπης. Μόνο δάκρυα, αλύτρωτα δάκρυα... Στο δέος του ναού που κολυμπά στα δάκρυα του Αιγέα.

(από την συλλογή "Οδός Σουνιάδος", εκδ. Γκοβόστη/Τα Ποιητικά, 2016)

Αθανασία Κρατημένου: Μνήμες στη φορμόλη

                                         Προοίμιο
Κάποια Είμαι. Κάποια. Αυτό μάλλον αρκεί. Αόριστη αντωνυμία γένους θηλυκού. Βρίσκομαι. Σε κατάσταση ανασύνταξης όλων των διαλυμένων μου κομματιών. Ήμουν. Εδώ. Κι έφυγα. Ταξίδεψα στο σύνορο του ανθρώπινου μυαλού. Περιπλανήθηκα σε αυτόν τον μικρό στριμωγμένο χώρο για καιρό. Έχασα τα πάντα. Διαλύθηκαν όλα. Ομολόγησα όλα μου τα πάθη. Έγινα όλες μου οι εμμονές. Είδα τον κόσμο γυμνό και άγριο. Γέννησα τον πόνο ετών. Ξέρασα τη θλίψη αιώνων. Ανακάλεσα τα ψεύδη χιλιετιών. Ξανάφτιαξα το πρόσωπο μου  κουρασμένη γιορτή. Αρνήθηκα την ύλη. Έγινα όλα τα πρόσωπα. Έγινα όλα τα πράγματα. Πρόδωσα τις νυχτερινές προσευχές. Κέρασα τους περαστικούς απεγνωσμένη χαρά. Τρόμαξα από χάδια αγαπημένων συγγενών. Σημάδεψα τον ουρανό έσχατη νίκη. Καταράστηκα το σώμα και τις επιθυμίες του. Σιγοψιθύρισα το φόβο των λέξεων. Ανασκεύασα όλες τις πρόστυχες ιστορίες μου. Κατέγραψα κάθε κίνηση των αποσυντονισμένων μου νευροδιαβιβαστών. Επιθύμησα όλα τα γήινα σώματα. Μίλησα σε …

Νίκος Φωκάς: "Αντικριστά πρόσωπα"

Τι σύννεφο το πρόσωπο του ανθρώπου Ή μάλλον σύννεφα που απ’ την απόσταση Μας στέλνουν μιαν ενιαία εικόνα Και συνεπώς παρ’ όλη του την πολλαπλότητα Το εμπιστευόμαστε για σκέτο.
Έτσι και το δικό σου – με την ώρα Πήρε να διαιρείται, να σκορπά Σε λίγα συννεφένια ράκη Που ανάμεσά τους με κατάπληξη αντικρίζαμε Να μεγαλώνει ολοένα το γαλάζιο.

(από τη συλλογή "Κοντή σκιά", εκδ. Ύψιλον/Βιβλία, 2013)

Νικολέτα Βλάχου: "Φοβάμαι, βρέχει, εσύ"

Κάθε μοναξιά που φοβάμαι πραγματοποιείται, όταν ονειρεύομαι.
Θλίβομαι που δεν αγαπώ εσένα και ό,τι θα μπορούσε να είναι εσύ.
Κάθε όνειρο που δεν πραγματοποιείται, το φοβάμαι όταν βρέχει.



Κωνσταντίνος Μεϊμάρογλου: "Άτιτλο"

Ένας περίπατος στην βροχή
ένα συγνώμη και λιώσαμε σαν ζάχαρη να έχει ο πικραμένος γλύκα.
Εμείς κάποτε ήμασταν θάλασσα ψυχές αλάτι χιονόλευκο του ήλιου χάδι εμείς πετάμε τώρα δεν έχουμε χρόνο για γλυκό γίναμε βροχή… χώμα ελεύθερο, κοκκινιστό φεγγάρι.

Βασίλης Πανδής: "Πουθενά"

Στις λευκές σελίδες ανατρέχω για να βρω τους στίχους που εσύ μου χάρισες Στο λευκό σου κορμί ανατρέχω για να βρω τους στίχους που με το δικό μου χέρι έγραψες Μαπουθενά


Ουρανία Κουνάγια: "Παιδικό"

Παιδί πετάει στις κάμαρες     με κόκκινο μπαλόνι. Και με τον φύλακα άγγελο    παίζει τρελά παιχνίδια. Μετράει τον χρόνο σιωπηλά    με ανέμους και με φρούτα.
Αγιόκλημα και αγιασμός                 και      Απουσία θανάτου.



(από τη συλλογή "Μεσίστιες ημέρες-Αυτόχειρας πόθος", εκδ. Νέος Αστρολάβος-Ευθύνη, 2012)


Χριστόφορος Τριάντης: "Το ταξίδι της σιωπής"

Έρημο σπίτι η ζωή δίχως φώτα και ψωμί. Και στις άδειες κάμαρες ο θάνατος έχασε τα μυστικά του απ’ τον χρόνο. Το μυστήριο τέλειωσε, κάπως μελαγχολικά. Στα μονοπάτια τ’ ουρανού σταμάτησαν να ’ρχονται τα πουλιά. Φοβηθήκανε των νεκρών τις σκιές, καθώς ανέβαιναν στους λόφους. Άρχισε - πάλι - το ταξίδι της σιωπής . Οι αριθμοί  και τα λειψά αισθήματα έμειναν άρχοντες στις πολιτείες. Έχουν εκεί δούλους πιστούς (και δοκιμασμένους), έναν σωρό.