Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2016

Στέλλα Πετρίδου: "Της ζωής"

Κι η ζωή συνεχίζεται, γιατί έτσι πρέπει στην τελική, γιατί πεθαίνει η στιγμή, γιατί σκοτώνουν τα γιατί, γιατί πονά το παρελθόν, γιατί μεθά, γιατί πλανά. Τόσο μακρινό, τόσο σκοτεινό, τόσο δυνατό, τόσο ανίκητο!

(από τη συλλογή "Μίλα μου γι’ αγάπη", 2015)

Τζίνα Ξυνογιαννακοπούλου: "Λιβάδια αποδείξεων"

Αποκαμωμένον μετά τόσους θανάτους η άνοιξη τον διαδέχτηκε δεσποτική η ομορφιά της συντριβή και πλάι σε χόρτα τρελά την ξέρα ξεθρονίζοντας οι παπαρούνες σηκώνουν επανάσταση
εν μέσω εμφύλιας εποχής δύσκολη η προσφορά η προσδοχή της δυσκολότερη αποκαμωμένη η διαίσθηση εξέπεσε στην ανάγκη της ψευδαίσθησης το ένστικτο ξηρότερο παρά ποτέ και τα φύλα διψασμένοι κάκτοι στα μπαρ της ερημίας των πολλών που το ποτό για το ξημέρωμα μεσολαβεί
το πρόσωπο υπνοβατώντας στις απώλειες ημερώνει και του ήλιου οι ακτίνες τσιγάρα εξαχνισμένα το σώμα καπνίζοντάς τες
το περίγραμμα χάνεται στις παρόδους του αίματος
εντός ή εκτός κοινωνίας κοινωνοί καθώς κόκκινες απαιτούνται αποδείξεις για την ολική επαναφορά στην ευφορία των λειμώνων;


(από τη συλλογή "Περβάζι έβδομου ορόφου", Εκδόσεις των Φίλων, 2015) 

Γιώργος Ιατρίδης: "Η πεταλούδα που έγινε κάμπια"

Στένεψε ο κόσμος, μια σελίδα και η σιωπή έγινε παράγραφος. Η ερωτική εξομολόγηση, τρεις οργασμοί και η φυγή η μόνη συμφωνία. Η γεροντική μου άνοια δε βοηθάει να θυμηθώ μα ούτε και να ξεχάσω, ένα παιδί που πνίγηκε από τα χέρια της τηλεόρασης κι ένα λαό που σώνεται στο μίζερό της φως.


Σοφία Σκλείδα: "Συμβάσεις του νου"

Λούζεται η γη στο ρυθμό της ζωής Μεταξένια μαλλιά στον αιθέρα Ο ήλιος κεντάει χρυσά μαξιλάρια Η γη αφουγκράζεται τους καημούς σωπαίνουν οι νότες του χρόνου Ατέρμονη η πορεία της σκέψης μας.

(από τη συλλογή "Ονείρων Όαση", 2014)

Βασιλική Β. Παππά: "Λάβα"

Ξύπνησε Και μαζί του ξύπνησαν οι ανασφάλειές μας Πανικοβλήθηκαν οι γήινοι θνητοί Μεγάλη η έξοδος, ανθρώπινο ένστικτο επιβίωσης Άνοιξε τον ασκό της εύθραστης ύπαρξής μας Πόσο μικροί είμαστε;


(από τη συλλογή "Αντίσταση στο ετοιμόρροπον", 2015)


Εύα Μοδινού: "Άτιτλο"

Ο πόνος άφησε ένα άδειο πουκάμισο έξω στις αυλές μας κατάλευκο, καρφιτσωμένο στον αέρα που τόσα χρόνια πασχίζουμε να το φορέσουμε χωρίς ν’ αγκυλωθούμε.

(από τη συλλογή "Το κοίλο της σιωπής", εκδ. Εριφύλη, 2003)

Χρυσὴ Καρπαθιωτάκη: "Σημείωμα στο ψυγείο"

Έχω ποτίσει τα λουλούδια στο μπαλκόνι. Μην ψάξεις μες στην τσέπη θα σε κόψουν Τα θρύψαλα απ’ το τελευταίο χάδι μου. Κατά τ’ άλλα συνέχισε κανονικά Να ντύνεσαι ζεστά να μην το παρακάνεις Με το τσιγάρο να με θυμάσαι όταν Ερωτεύεσαι και βρέχει.


Αλεξάνδρα Στελλάκη: "Το άλλο Αιγαίο"

Κοπήκαν στα κρυστάλλινα νερά
κατηγορώντας τον αφρό και την αρμύρα ψυχές μαχόμενες με δίψα ακαταλάγιαστη Πέλαγο, χιλιοτραγουδισμένο από γενιές δεν είναι του κρασιού η ζάλη που σ’ ανανταριάζει
Είναι ο πνιγμός του Αιγέα με αξία διαχρονική θρηνώντας πλάι στου Θησέα τον ψεύτικο χαμό της Μικρασίας την καταστροφή και πλήθος ξέπνοων προσφύγων του εικοστού αιώνα.

Κωνσταντίνος Παπαπρίλης-Πανάτσας: "Μυθογένεια"

Η λάσπη σκαρφαλώνει. Πνίγει δρόμους που τέλειωσαν, αφοπλίζει οπλισμένο σκυρόδεμα, γδέρνει κορμούς που τρέμουν σύγκορμοι,  δαγκώνει την ψίχα από σώματα άψυχα. Επιδόρπιο με στρώσεις από δέρμα.
Καταπίνει ζωές.
Κι εσύ σκαρφαλώνεις. Ν’ αγοράσεις χρόνο, πριν σε προλάβει η φαιά παλίρροια.
Οι δρόμοι θαμμένοι, ο στέρεος θάνατος, κι εσύ στην ταράτσα, στοιβάζεις λέξεις.
Σκαρφαλώνεις. Μ' αγκύλες και τελείες, κουφάρι που κινείται ακόμη, σε παρενθέσεις που πλάγιασες και 'γίναν αγκαλιές.
Η Πενθεσίλεια κοιμάται.
Κοιμούνται, όσοι βρήκαν τα σκαλοπάτια του αέρα. Όσοι είδαν, που κάνει σκιά το φεγγάρι.
Σε παιδί του Αιόλου, να πουν τ’ όνομά σου. Ν’ ανοίγουν το στόμα τους, να σε σφραγίσουν, στη ραφή των ασκών.
Οι μύθοι γεννιούνται νύχτες μ’ αέρα.

Χρήστος Αζούρης: "Σκούρο μπλε"

Ένα βλέμμα
έντομο σκάβει βαθιά το μυαλό μου
Εκεί εγκαθιδρύει, εκεί γεννά αποσιωπητικά αλφάβητο τρόμου
Στη θλίψη και την βουβή του κόσμου ανάρρωση 
σκούρο μπλε
παντελώς

Γεωργία Τσουκαλοχωρίτη: "Σήμερα με είδα"

Σήμερα με είδα. Με είδα να στέκομαι στο απέναντι φανάρι και να κρατάω το χέρι της, όχι πολύ σφιχτά, όπως τότε, αλλά αδιάφορα. Τα χείλια μου βγάζανε νότες, -από αυτές που συνήθως κρύβω κάτω από το μαξιλάρι για να μην τις ακούσουν οι άλλοι και με εγκαταλείψουν- Τα μάτια μου τράβαγαν ίσιες γραμμές στο στρογγυλό ρολόι της κουζίνας. Σε μια στιγμή πέταξα ψηλά -πιο ψηλά από τις ξεχασμένες ημερομηνίες- φορώντας τις ρουζ πουέντ μου. Καθώς με προσπέρασα όμως, Κρέμασα ένα ρίγος πάνω μου, που με λύγισε και πόνεσα πολύ. 



Χριστόφορος Τριάντης: "Φως στα μάτια"

Μέσα απ’ τις ροδιές πέρασαν οι νεκροί Άφησαν τα χνάρια τους στο ξερό χώμα Είχαν στις άκρες τους αίμα και νερό Στις ξερολιθιές κύλησαν τα δάκρυά τους και έγιναν  τραγούδι για τα νυχτοπούλια Στις πλαγιές του χρόνου τα παιδιά φύτεψαν ήλιους Για να ’χουν οι ταξιδιώτες του ουρανού φως στα μάτια 

Μαριάννα Βλάχου-Καραμβάλη: "Πληγή"

Μέρες τώρα συναινούμε Πάνω στην ουλή της Ποίησης.
Ταυτοποιούμεθα με το υπάρχον σώμα της Γειτνιάζουμε στην ψυχή της Με καθαρό αμμοχάλικο και βαριά πέτρα Μας χρίζουν πλάι της Και η πληγή της Ποίησης Υπαρκτή στην ειρκτή της. Δεν εθελοτυφλούμε Πως τάχα την σκεπάσαμε Δεν ζούμε πύρριες νίκες Πως την χτυπήσαμε κατάστηθα κι αυτή εξέλιπε.
Παραμένουμε δίπλα της με τις δικές μας πληγές ανοιγμένες Συνένοχοι και τιμωροί Πυορροούντες…

(από τη συλλογή "Οι στιχομυθίες των ίσκιων", Εκδόσεις των Φίλων, 2015)

Δέσποινα Δεμερτζή: "Πώς κλίνεται το ρήμα Όλλυμι"

Όλλυμι όλλυς όλλυσι - και αίφνης απωλέσθη. Έκτοτε παραμένει σθεναρά παρ' όλες τις αναζητήσεις τύπος άγνωστος στη μνήμη. Δεν ανασύρεται με τίποτα. Όλη η εντρύφηση στα λεξικά πήγε χαμένη τότε Απώλετο Ίσως επειδή τρομοκρατούμαι Όλλυμι Σβήνω και χάνομαι πού πάω Όλλυμι; Η απειλή παρούσα μη χαθώ Να μη χαθώ φοβάμαι, την απώλεια
Όχι την τρέλα, αυτή δεν τη φοβάμαι τόσο - άλλη κι αυτή που άλλοτε γραφόταν όχι μ' ένα λάμδα αλλά με δύο κι έτσι κάπου στο βάθος τελικά η τρέλλα έκρυβε μέσα της καλά το ρήμα όλλυμι και τώρα λέω μήπως αυτός ο κρυφός άσσος στο μανίκι της είναι που σπρώχνει τους τρελούς να τα 'χουνε χαμένα - έτσι κι αλλιώς σε μια αλλέα του κοιμητηρίου μελετώντας την αισθητική των τάφων - πόσο ταιριάζουνε τα γιασεμιά στα λευκά μάρμαρα - εκεί λοιπόν το ρήμα όλλυμι έπαιζε κλέφτες κι αστυνόμους σαλτάροντας εν ριπή οφθαλμού από μνήμα σε μνήμα Ίσως γι' αυτό να τρεμοπαίζει η μνήμη και συνεχώς γι' αυτό να τρέχει να κρυφτεί και πια γι' αυτό να μη γνωρίζει ούτε όλλυς ούτε όλλυσι παρά να σκιάζεται μον…

Μαρία Σαββάκη: "Ταξίδια με τον λύκο μου"

Λύκο μου, θέλω να σου γράψω. Βρήκα ένα κουτί με μοβ σπίρτα, και πίσω από έναν πλάτανο που φυλλορροεί είναι ένας ήλιος χειμωνιάτικος και ρευστοποιεί όλο το δρόμο απ' την ανάσα μου μέχρι το υπογάστριο. Στέκεται πάνω σ' ένα επαρχιακό σιντριβάνι, πίσω από ένα περίπτερο. Κίτρινες καρέκλες καφενείου και φώτα με γλόμπους στρογγυλούς παρωχημένους, άπρακτοι συνταξιούχοι και στρογγυλές νοικοκυρές, αρχάγγελοι σε μοτοσικλέτες, να σου πω τι επιθυμώ πιο πολύ από σένα; να σου μιλάω! να δείχνω τα λόγια μου στο πρόσωπό σου πότε να ερυθριάς και πότε να επιφυλάσσεσαι. Μετά να έχω να βλέπω τη χαρά σου εκεί, στις ρίζες των αυτιών, και να τη σκέφτομαι.

(απόσπασμα από τη συλλογή "Ταξίδια με τον λύκο μου", εκδ. Μελάνι, 2014)

Χρήστος Σιορίκης: "Έτσι συμβαίνει σε όλους"

Σταθήκαμε όπως έπρεπε για να περπατήσουμε σε σειρά όλοι πιασμένοι χέρι χέρι
Αυτά ξέρω Μα δεν αρκούν για το πολύ χιόνι Παρ' όλα αυτά για μία στιγμή οπωσδήποτε κάποιος έτρεμε μην πέσω


Λέλη Μπέη: "Το τελευταίο μίλι"

Η ζωή μου δεν επαληθεύτηκε ποτέ Στην πραγματικότητα δεν ήμουν καν εγώ Μέσα σε εκείνο τον αέρα στήνοντας σκοπιές στα άγνωστα περάσματα του λύκου
Κάποτε κύλησε το αίμα μου χωρίς να το περιμένω σκοτεινό ποτάμι βαθύ και διχαστικό
κι ύστερα βαθύτερο και διχαστικό
και ύστερα μόνο.
Στο τελευταίο μίλι ακούγοντας πια μακρινό το κλάμα του ποταμού ανάμεσα σε κομμάτια ήλιου την ίδια στιγμή της γέννησης μου ξαναβλέποντας έγινα εγώ η ηλικία της γης μια τοσηδά στεριά για τη λεγεώνα των ξένων


(από τη συλλογή "“Η καπνισμένη μητρόπολη", εκδ. Ίκαρος, 2015)

Γιάννης Στίγκας: "Φρανκεστάϊν ή καλύτερα άτιτλο"

στραβά που σ' έραψα στραβά στραβά θα με ξηλώσεις
Αγαπητέ κύριε, εγώ σας έκανα καλό με τόσους εφιάλτες γιατί μετά, το δροσερό νερό μετά, το χάδι στα μαλλιά το "σώπα, ξημερώνει".
Ενώ για μένα τι; που ζω ένα γκρι σαν παρεξήγηση που μ'  αλυχτάνε τα σκυλιά που με τρυγά η σκουριά - τόσες περικοπές για ένα κορμί - τουλάχιστον ας βάζατε ανοξείδωτες τις βίδες, για να μη γυροφέρνω μ' ένα κίτρινο αδιάβροχο χειμώνα-καλοκαίρι σαν τους επιδειξίες.
Κι ύστερα γιατί εμένανε τα χέρια μου να 'χουνε τέτοιο εμφύλιο το 'να να θέλει να γυρίσει στον παράδεισο τ' άλλο να γράφει: ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΕΤΑΙ έτσι θα μένω πάντα στην Αθήνα.
Γιατί τόσες ραφές χωρίς κανένα σχέδιο ένα της πλάκας ή ένα δικό μου όνομα -ας γράφατε μονάχα τ' αρχικά- έστω μια τρίλιζα (στο ύψος της καρδιάς) -κι έννοια σας, κύριε- γνωρίζω εγώ να χάνω.


(από τη συλλογή "Βλέπω τον κύβο Ρούμπικ φαγωμένο", εκδ. Μικρή Άρκτος, 2014)

Αλέξανδρος Κορδάς: "Λίλιθ"

Η γυναίκα πόλη, πόρνη που απλώνει σάπιο μες στο χέρι μου ένα σώμα. Ενώ στα σπλάχνα της ανθίζει, βρέφος, με λειψό κεφάλι κι άσπρη γλώσσα. Όλο ψάχνει αυτή κι όλο γυρίζει το βυζί να βρει, που την ταΐζει Φλόγα ανάρια κι άγια Πέτρα!
(φωτιά αν χρειαστεί, σίδερο!)


Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης: "Πρωινό ξύπνημα"

Μουντή μέρα, πεθαμένος ήλιος, κατάθλιψη. Γκρίζα σύννεφα, πινελιές από άσπρο. Φύλλα στίγματα, θύματα δυνατού αέρα. Γλάστρες τριώροφες με σκεπή από κεραμίδια. Τοπίο σε ερήμωση. Φωνές σε ύπνο.

(από τη συλλογή "Το ημερολόγιο μιας μικρής απουσίας" , εκδ. Στοχαστής, 2015)

Όλγα Παπακώστα: "Μη μόναν όψιν"

Δεν έπρεπε να απογοητευθώ απ' τη Μόνα Λίζα. Είναι γυναίκα πονηρή· ξέρει τι κάνει.
Ένα βράδυ ψαλίδισα το περίγραμμά της και την απάλλαξα μονομιάς από το λαδοπράσινο τοπίο που πρόσβαλλε την ευφυΐα της. Εν συνεχεία τεμάχισα το πρόσωπο, τα χέρια το λαιμό της σε οριζόντιες λωρίδες, τις κόλλησα με UHU σε χρωματιστό χαρτόνι της αρεσκείας μου, αφήνοντας μεγάλα μεσοδιαστήματα εις τρόπον ώστε να επιμηκυνθεί η θεία μορφή σε σχήμα μεταφυσικό.
Τώρα η Τζοκόντα μου θυμίζει τζίνι που μόλις βγήκε απ' το λυχνάρι. Κάθε φορά που την κοιτώ, "Καλά κατάλαβες", μου λέει, "χαμογελάω".

(από τη συλλογή "Όχι ακόμη Κάρμεν", εκδ. Πατάκη, 2013)

Ειρήνη Συνοδινού: "Η αρχή μου"

Ήταν ήσυχα όσο και μέσα. ο κόσμος παρέμενε αόρατος και άχρονος.
ώσπου τους είδα και το κατάλαβα: είχα γεννηθεί. τα κεφάλια τους έσμιγαν από πάνω μου και είδα πρώτη φορά το σπίτι. το ταβάνι είχε μια καταπακτή. εκείνοι με κοιτούσαν σα να ήμουν η πρώτη τηλεόραση. τότε είδα πρώτη φορά την αγάπη. πύκνωνε αθόρυβα στο σημείο που συναντιούνταν δύο ειδών μπούκλες. έσταξε πάνω στα μάτια μου. θόλωσε την όραση και με κοίμισε.
τα όνειρα του ύπνου των βρεφών είναι μπλε και συμβαίνουν στο νερό. το σώμα τους εκεί είναι εύκρατο, μόνο και απρόσβλητο.
τίποτα δεν προοικονομεί τη συντριβή που έρχεται.


Κατερίνα Ηλιοπούλου: "Η βάφτιση"

Ο άνθρωπος ερχόταν από το τέλος του δρόμου κουτσός. Καθόταν στο πεζούλι όμως όχι σα να κάθεται αλλά σα να ζει όπως ένα μύδι στο βράχο του. Αθόρυβος, κολλημένος, απομυζώντας τον αέρα, με ένα μπουκάλι μέσα στην τσέπη.
Έξαφνα έπιανε ένα αδιάκοπο μουρμουρητό. Ένα δύο τρία δέκα διακόσια ενενήντα, εκατομμύριο φώναζε (εκστασιασμένος) εκατό εκατομμύρια δισεκατομμύρια χιλιάδες δισεκατομμύρια, Οι ακολουθίες των αριθμών φιδογύριζαν ολόκληρη η ύπαρξή του κατακλυζόταν από το άπειρο. Η γενναιότητά του ήταν ασύλληπτη. Δοκίμαζε ξανά και ξανά κάθε μέρα αυτή την αναμέτρηση.
Καθόμουν δίπλα του και μετρούσα αστέρια πέτρες φύλλα λέξεις. Όταν έφτανε στα πολύ ψηλά νούμερα τον κοιτούσα με κομμένη την ανάσα. Πεντακόσια τρισεκατομμύρια φώναζε μες στην ερημιά γεμάτος αγωνία.

(από τη συλλογή "Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα", εκδ. Μελάνι, 2015)

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: "Ανία"

Άλλοι πεθαίνουνε στ’ αλήθεια με τσακισμένα χέρια γόνατα συνθήματα με την απελπισία μπηγμένη στην καρδιά τους μέχρι τη λαβή δεν γονατίζουν ούτε πόντο τη ζωή τους πεθαίνοντας δαγκώνουνε το θάνατο στο λαρύγγι — κι εσύ ξαπλωμένος στο γρασίδι με την ωραία λιακάδα στα μαλλιά σου παίζεις το κρυφτούλι με τη λύπη!



Θεοφάνης Λ. Παναγιωτόπουλος: "Άτιτλο"

Είναι βλασφημία να συμπληρώνεις ποιήματα και στίχους αυτό το κενό, που διαπιστώνεις είναι η αναπνοή του ποιητή της θλιβερής κοινωνίας το στέκι των ελπιδοφόρων αφετηρία



Μίλτος Γήτας: "Όλα τα τρένα"

Όλα τα τρένα της ζωής μου πέρασαν στην ώρα τους. Δεν ήμουν εκεί, δεν κούνησα σε κανέναν το άσπρο μαντίλι της μοναξιάς. Έφτανα πάντα στο σταθμό με δύο ποιήματα διαφορά. Έβλεπα τον καπνό στον ορίζοντα και μέσα μου οι μάχες ξεκινούσαν . Όλα τα τρένα της ζωής μου έφυγαν χωρίς εμένα.


Βασίλης Ιωαννίδης: "Άτιτλο"

Ημιτελή τοπία μες στη νύχτα όλο φως∙ σαν ικεσία το μισό κορμί, να αιωρείται μόνο

(από τη συλλογή "Μικρά ερωτικά", εκδ. Πανδώρα, 1998)

Παυλίνα Μάρβιν: "Η τηλεφωνική, οικογένεια"

Μπήκα στο μπάνιο τάχα μου για λίγο· πέρασαν, για να βγω, τέσσερις ώρες. Όρθια στο ντους. Ποιος ξέρει σε ποιες χώρες βρισκόμουνα. Αδύνατον να φύγω.
Βγήκα κατόπιν σαν βρεγμένη γάτα. Άλουστη. Και με πονεμένα μέλη. Ήθελα πια να φάω φρούτα με μέλι, να ξεχαστώ, να πλύνω και τα πιάτα.
Δεν με ενέπνευσε το μήλο που έπιασα στα χέρια μου. Σήκωσα το τηλέφωνο να πάρω τον αυτόν, κι άκουσα τη φωνή της: είναι σκάρτος, άφησ’ τον
-μαμά μου που ενσύρματη έκανες τη ζωή σου, κι οι κόρες σου ούτε θα ρωτήσουν πόσα χρόνια είσαι στο ακουστικό.


Γιώργος Γεωργούσης: "Η ωδή για τον συμπαίκτη"

α’
Στην αρχή ήταν η ανάσα˙ ανάκουστη κι αταξίδευτη Τα βράγχια ανάμεσα σε πέτρες και λέξεις. Ύστερα ήρθαν η βουή, τα απέραντα ύδατα, το ενδιάμεσο κενό.
Να 'μαι, είπε˙ δώδεκα τέρμενα ξέμπαρκος. Εδώ ακίνητος˙ σαν τις πέτρες, σαν τις λέξεις. Αλλιώς δεν θα πιστέψουν πως λείπω. Ακίνητος, λοιπόν. Αν γείρω κατά έξω, θα με προδώσει ο ίσκιος μου. Αν γείρω κατά μέσα, θα σπάσω το γυάλινο μάτι, Τίποτα δεν θα βλέπω, Θα ξεχειλίσω απ’ τον εαυτό μου.


(απόσπασμα από τη συλλογή "Η ωδή για τον συμπαίκτη", εκδ. Διάττων, 2011)

Γιάννης Λειβαδάς: "Κελύφους αρ. 11"

Το εγώ είναι μια δουλειά με προοπτικές.
Όταν κοιτάζω το φεγγάρι μορφάζω όπως όταν διαβάζω ένα καλό ποίημα. Ή ακούω τον γδούπο μιας σαύρας σαν πέφτει μέσα στο παρόν μου που είναι δυο χούφτες σαν σχηματίζουν ένα βαθύ πηγάδι.
Μετά από τέτοιο δημόσιο κίνδυνο η ενδοσκόπηση χάνει λες και τα ʼχει καταφέρει κάπου αλλού / όπου
δεν ήταν μια καλή ιδέα για κάποιον ανεξήγητο λόγο.


(από τη συλλογή "La chope daguerre και Ποιήματα κελύφους", εκδ. Κέδρος, 2013)