Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2016

Κατερίνα Κανάκη-Αξούγκα: "Το τάμα"

Κάθε Μεγάλη Πέμπτη έκανε το δικό της τάμα. Λαμπάδα ολόισια ύψωνε τα χέρια και έβαζε έναν ηπειρώτικο, αργό στο τρία. Ύστερα έσερνε στο χορό όλες τις πεθαμένες αγάπες της από παιδί. Έτσι ξόρκιζε το θάνατο από τα σωθικά της και δυναμωμένη ξεκινούσε για τη Σταύρωση.



Κική Δημουλά: "Συμβουλές της Μεγάλης Παρασκευής"

Αδρανείς. Σε παρασύρει η φωτογραφία σου ότι το έχεις δίπορτο όποτε θέλεις είσαι τάχα εδώ κι όποτε θες κατέρχεσαι.
Σ᾿ εξαπατούν επίσης τα φουσκωμένα λόγια της ανοίξεως δήθεν ότι τα άνθη της συμπαρασύρουν σε ανάσταση κι άλλα εσταυρωμένα χώματα.
Άκουσέ με, πάρε στα χέρια σου την κύλιση του λίθου. Ας σπρώξει λίγο και το Μεγάλο Σάββατο γεροδεμένο είναι σήκωσε θεία κλοπή ασήκωτη και στα ουράνια μοναχό του την ανέβασε.
Μόνο βιάσου γιατί όπου να ’ναι το θαύμα της διαψεύσεως τίθεται επί τάπητος ακάνθινο.


(από τη συλλογή "Χλόη Θερμοκηπίου", εκδ. Ίκαρος, 2005)

Διονύσης Μαρίνος: "Μ. Τετάρτη"

ό,τι πολύ ονειρεύτηκα δεν ήταν τ' αργύρια ούτε ο φθόνος των πολλών
τι τυχερός που ήμουν
προδίδοντας να αγαπήσω το φιλί που άλλος κανείς δεν γεύτηκε
έτσι καμιά φορά γυρνάω τους δρόμους αναζητώντας προδομένους
να τους γυρίσω το φιλί να κουβαλήσουν το σταυρό μου


Νιόβη Κατάκη-Παπαδημητρακοπούλου: "Κούνια-Μπέλα"

Στις παιδικές χαρές χασομερούσες του Δήμου των Ονείρων κι’ αποξεχνιόσουν Κούνια-Μπέλα στις μαγικές της φαντασίας αιώρες. Και Κούνια-Μπέλα, Κούνια Μπέλα ανέμελα περνούσαν οι ώρες.
Τη νύχτα την αδήριτη δεν ένοιωσες να πέφτει η μαύρη πάχνη της όλα να τα σκεπάζει κι’ όλα να χάνονται που να κρυφτείς δεν έχεις οι βρυχηθμοὶ του Δράκου πλησιάζουν… Ώ! Μπέλα-Κούνια, Κούνια-Μπέλα.



(από τη συλλογή "Κούνια-Μπέλα", 2015)

Λιάνα Σακελλίου: "Άτιτλο"

Κρατώ τα χέρια σου στα δικά μου
και φαντάζομαι τις σκοτεινές αλέες
έξω από το γοτθικό παράθυρο -
η κρυφή ζωή ανταποκρίθηκε
στην πέτρα που έριξες στο τζάμι.

Έγινε μεγάλη τελετή όταν γεννήθηκα -
πυροτεχνήματα στον αέρα
κι ο βασιλιάς χαμογελούσε.
Έπειτα μεταμόρφωνα την κούνια
σε παλάτι κάτω από τη θάλασσα.



(από τη συλλογή "Πορτρέτο πριν το σκοτάδι", εκδ. Τυπωθήτω, 2010)







Τζούτζη Μαντζουράνη: "Μεγάλη Εβδομάδα"

Τη Δευτέρα
με φίλησες.
Την Τρίτη
δεν σε είδα.
Την Τετάρτη
είχες αρχίσει ήδη
να σμιλεύεις τα καρφιά.
Πέμπτη
ένιωσα
να με στήνεις
στον Σταυρό.
Παρασκευή
με Σταύρωσες.
Όμως,
Το Σάββατο 
αγάπη μου,
θ' Αναστηθώ
και δεν θα σε θυμάμαι πια...


(από τη συλλογή "Τα αδέσποτα ποιήματα", εκδ. Φίλντισι, 2015)

Ραλλού Γιαννουσοπούλου: "Προσδοκίες"

Κι όταν ήμουνα παιδί σίγουρη, το αυτονόητο δηλαδή, πως κάτι σημαντικό θα συμβεί στη ζωή μου όταν μεγαλώσω. Οπωσδήποτε κάτι μεγαλειώδες. Ονειρευόμουνα ξύπνια. Γι’ αυτό και ο πατέρας με κοίταζε λυπημένα βέβαιος από τότε πως εγώ δεν ήμουνα γεννημένη για θαύματα.



Νίκη Ανδρικοπούλου: "Χάσμα γενεών"

Το τεράστιο άσπρο χελιδόνι σε μαρμαρωμένη τροχιά, δεν θα σου φέρει την άνοιξη. Καρφωμένο σ’ ένα κομμάτι πάλλευκου φωτός απ’ τα παλιά ηρωικά μοτίβα, δεν πετάει πια. Όταν η αχτίδα χτυπούσε πάνω στις σταγόνες σε εξαίσιες λάμψεις, κι εσύ έπεφτες με ορμή στο αγκάθι της τριανταφυλλιάς, κι έτριβες τσουκνίδα κατευθείαν στο μάγουλο - τώρα είσαι αγρίμι στη φωλιά, γλύφεις πληγές, αποκοιμισμένος. Θέλεις να σκαρφαλώσεις μακριά μακριά στα λευκά βουνά, να αγγίξεις πάλι τη φαντασία σου. Το διαμέρισμα, λες, σ’ έχει γεράσει. Όταν ήσουν νέος, φεγγοβολούσες μπροστά σε κάθε νόημα. Η βροχή πότιζε το χώμα κι εσύ έτριβες θυμάρι μες στα χέρια σου γερά, κι είχε μυρίσει άρωμα σοφίας. Όμως τα φύλλα ανεβήκανε σιγανά, και σου δέσανε τους ώμους και το στέρνο και λένε τώρα για το δέντρο που έχει ανθίσει στα πνευμόνια ενός ανθρώπου. "Γιατί μπαμπά"; Καλύπτεις με τα χέρια σου τα αυτιά. Κι ακούς μες στο κοχύλι, τη δίνη να κυκλώνει τον εαυτό της μες στη θάλασσα.


(από τα συλλογή "Αυτά τα χέρια", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Αγαθοκλής Αζέλης: "Θεµατογραφία"

Στον Θανάση Χονδρό
Πλάι σου φθείρονται τα επίθετα   Ανήμπορα τα ρήματα παγώνουν Σκεπάζονται με πρόχειρα επιρρήματα  Όμως τα χρονικά αραχνοΰφαντα Ενώ τα τοπικά βαριά καταπλακώνουν Ουσιαστικά απορριπτέα και τα δυο Δίχως επιφωνήματα ασύνδετα αποτραβιούνται Οι δεικτικές να προσπαθούν πριν μαρμαρώσουν Σ’ επαναληπτικές να αποκαλυφθούν μπροστά σου Την ώρα που επιθετικές οι μετοχές προβάλλουν Τινάζοντας την αυστηρή τους όψη Πριν το αόριστο παγιωθεί σ’ οριστικό Καθώς ο αναλφάβητος επιχειρεί να σ’ αναγνώσει

(από τη συλλογή "Σκιές ασωμάτων", εκδ, Λογείον, 2016)


Κώστας Μαυρουδής: "Προοπτική"

Αυτό το ιστιοφόρο ποίημα θ’ αρμενίσει. Στην πρώρα θα χειρονομεί με κίνηση φτερού
ωραίος ναύκληρος.

Λάνα Μανδύλα: "Μεσονύκτι μεσημεριού"

Ώρα τέσσερις, συννεφιά, οι Άγγλοι πίνουν το τσάι τους Earl Grey, Orange Pekoe. Ώρα τέσσερις, μεσονύκτι μεσημεριού πίνω τον καφέ μου, διπλό σκέτο βραστό χωρίς καϊμάκι. Καϊμάκι είναι της Ελλάδας ο λόγος στ' αφρισμένα κύματα του μελτεμιού. Ώρα είκοσι τέσσερις. Σκοτεινός ο ορίζοντας.


(από τη συλλογή "Μεσονύκτιος ήλιος", εκδ. Κέδρος, 2012)

Ειρήνη Ρηνιώτη: "Κληρονομιά"

Έχω ένα πατρικό φτιαγμένο από σπίρτα
Ο πατέρας δούλεψε σκληρά  για να τα μαζέψει ένα-ένα Η μάνα τα έχτισε με υπομονή στερεώνοντάς τα στο κενό
Είναι επικίνδυνο να παίζεις με τα σπίρτα έλεγαν ενώ τάιζαν τη φωτιά
Τότε είναι που άρχισα να γράφω ποιήματα


(από τη συλλογή "Μία βόλτα μόνο", εκδ. Άγρα, 2016)



Δημήτρης Αθηνάκης: "Η επίφαση της τάξης"

                       Στο Θόδωρο
Ένα συμμαζεμένο σπίτι μου ’χει μείνει. Στις τσέπες ρούχων που ’ναι καιρό αφόρετα βρίσκω εισιτήρια από λεωφορεία –
στο σπίτι ακόμα αναζητώ τον ιδρώτα που μάλλον ξέχασαν κάποιοι επιβάτες. Μπερδεύομαι.
Συνεχίζω με τις γωνίες. Τις σκάβω. Κοιτάζω κάτω απ’ τα κρεβάτια κι από τα πιάτα κάτω που σωριάζονται με την επίφαση της τάξης. Πρώτα τα βαθιά, μετά τα ρηχά. Δεν πάω πουθενά· μόνο λυπάμαι.
Γλείφω το νερό που τρέχει από σπασμένες σωληνώσεις βάζω τη γλώσσα μου στα λάστιχα του θερμοσίφωνα. Την απλώνω μέχρι να τεντωθεί όσο μπορεί. Επιμένω.
Όποτε θυμάμαι, ράβω κάποιες τσέπες σάμπως να φυλακίσω ό,τι προλάβω.
Κι έχω όλη νύχτα τη γλώσσα τεντωμένη.


(από τη συλλογή "Δωμάτιο μικρών διακοπών", εκδ. Κέδρος, 2012)



Παναγιώτης Ιωαννίδης: "Κουνούπι"

Εχθές τη νύχτα καθώς διάβαζα με δυνατό φως στο κρεβάτι ποίηση γραμμένη υπό συνθήκες καταπίεσης ένα κουνούπι με κύκλωνε απειλώντας και απόλαυση και ύπνο Το σκότωσα ξανάπιασα το διάβασμα ώσπου κουράστηκα κι έσβησα το φως

(από τη συλλογή "Ακάλυπτος", εκδ. Καστανιώτη, 2013)


Ξένια Μυλωνάκη: "Άτιτλο"

Και τώρα/ μπρος σε τούτη εδώ την ομίχλη/ πού να φυγαδεύσω τα δάκρυα;/ Όταν ζητάς να μάθεις/ σε γκριζοκίτρινα ταχυδρομεία ουρανού/ λιγοστεύει ο κόκκος/ γίνεται μνήμη στο νερό.

(από τη συλλογή "Η τρίτη νύχτα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2006)

"Αυθεντικές Ποιητικές Κυριακές" του περιοδικού "Μαύρο Πρόβατο" ("The White Rabbit", Εξάρχεια, Αθήνα)

Τι είναι.
Από τις 13 Δεκεμβρίου 2015 και κάθε 2η και 4η Κυριακή του μήνα, από τις 6 μ.μ – 9 μ.μ, το περιοδικό "Μαύρο Πρόβατο" και οι Συνεργάτες του βρίσκονται στο "The White Rabbit"(Σολωμού 12 & Στουρνάρη 11, Εξάρχεια, Αθήνα), παρουσιάζοντας τη δουλειά νέων αξιόλογων ποιητών αλλά και προσκαλώντας όσους από τους παρευρισκόμενους το επιθυμούν, να μοιραστούν και να επικοινωνήσουν ποιήματα, σκέψεις και ιδέες.
Ποιοί είναι.
Για την Κυριακή 10 Απριλίου 2016, οι προσκεκλημένοι που συστήθηκαν διαβάζοντας από 10 ποιήματά τους ήταν οι:
Δημήτρης Π. ΚρανιώτηςΝίκος Κυριακίδης

Παράλληλα, γίνεται μικρή συζήτηση-παρουσίαση και ελεύθερη συμμετοχή στην ανάγνωση για όλους τους ενδιαφερόμενους, με δήλωση στη λίστα ανάγνωσης. Αν κάποιος επιθυμεί να δηλώσει εκ των προτέρων συμμετοχή στην ανάγνωση, με ποιήματα δικά του ή άλλου, μπορεί να επικοινωνήσει με το περιοδικό εκ των προτέρων είτε στο χώρο. Μέγιστο όριο συμμετοχής είναι τα 5 ποιήματα.
Ποιός ο στόχος.
Στόχος η ανάδειξη νέων φωνών μ…

Χρήστος Μαθιουδάκης: "Μη με διαβάζεις"

Μη με διαβάζεις όταν οι σφαίρες γυρίζουν στο μέρος σου Όταν οι μέρες, σου φαίνονται άσπρες Μη με διαβάζεις όταν οι σκέψεις φαντάζουν ολόβρεχτες Από του πόθου σου το αστείο περπάτημα πάνω στον φράχτη Όταν νομίζεις πως αγάπησες τον ανώδυνο θάνατο Στις πράσινες φλέβες σου, το ξυραφένιο χάδι Μη με διαβάζεις όταν ψάχνεις το άγγιγμα Όταν μένεις μονάχη, στου άδειου κρεβατιού το περβάζι Μη με διαβάζεις όταν πιέζω τις σκέψεις σου Όταν σε πίνω με το έλεος ενός ακόμα εραστή Μη με διαβάζεις όταν ο φλεβάρης, σου μοιάζει με ιούνης Κι εσύ ξεχνιέσαι παίζοντας στου μυαλού μου την άκρη Μη με διαβάζεις Μη με διαβάζεις Όταν σε πλέκω σε ιστούς Όταν σου φτιάχνω ποιήματα Κι εσύ το βλέμμα, που είναι κενό και άδειο εκείνες τις ώρες κοιτάζεις Το ξέρεις πως Το νιώθεις πως Το λες πως Ο έρωτας είναι ο θάνατος, μπαμπάκι, ξυράφι και χάδι


Αντώνης Aντωνάκος: "Μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα"

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα


Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου: "Άτιτλο"

Κοιμούνται· δε θ̓ ανοίξω φως. Θεωρητικά μου είναι οικείος ο χώρος - στο σκοτάδι. (νομίζεις πως ξέρεις το σπίτι που μεγάλωσες)


(από τη συλλογή "Μοναχοπαίδι", εκδ. Βακχικόν, 2016)



Στάθης Αντωνίου: "Νυχτερινός ουρανός"

Κάποτε μ’ άρεσε να εξερευνώ τον νυχτερινό ουρανό αλλά βαρέθηκα να κοιτάω τόσο μακριά. Μια νύχτα, πήγα μόνος σε μια καφετέρια για να κουβεντιάζω μ’ έναν άγνωστο και να γράψω γι’ αυτό. Έγραψα ένα κακό ποίημα με τίτλο «καφετέρια». Το μόνο που θυμάμαι είναι το τέλος του, τη φράση που είπα στον εαυτό μου όταν έφυγα "Γάμα τ’ αστέρια, βράδια σαν κι αυτό είναι που με κάνουν να νιώθω άνθρωπος".


Γιώργος Παναγιωτίδης: "Σε χρόνο ενεστώτα"

Κι όταν κοιμάμαι τα λόγια μου ξαγρυπνάνε και περιμένουνε τα γραμμένα να πάρουνε αγκαλιά τ’ άγραφα ακόμα κι όλα μαζί στα ίδια κείμενα μέσα να διαφωνούνε στους αιώνες ποιος είμαι που τα είπα γιατί τα καταδίκασα σ’ αιώνια αγρύπνια δίχως μια καληνύχτα. Καληνύχτα.
Τα λόγια αυτής της Άνοιξης θα τα βρω στις σβηστές γειτονιές των βιβλίων στις νυχτωμένες πλατείες των ποιημάτων παραστρατημένα. Σε μια άδεια τσέπη όλο κι όλο, ένα αλφάβητο μόνο. Κι εκείνο τ’ ονειρατάκι ενός και μόνο πεινασμένου τόσο μεγάλο και μου γονατίζει τη σκέψη. Με το άλφα με τ’ ωμέγα περπατάω μες στη νύχτα. Καληνύχτα.
Σε χρόνο Ενεστώτα; Ναι, Ενεστώτα παρατεταμένο, χωρίς τίποτα αόριστο χωρίς τίποτα συντελεσμένο ακόμα και χωρίς τίποτα παρακείμενό του. Γεννιέμαι, ενεργητική φωνή. Γερνάω, παθητική φωνή. Ναι, αντίθετα στη γραμματική. Αντίθετα σ’ όλους τους χρόνους. Καλημέρα.


(από τη συλλογή "Ομορφιές αφόρητες", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

Δημήτριος Γκόγκας: "Ένα είναι το ποίημα"

Δεν είναι ψέμα ότι σκότωσα το ποίημα Βιαιοπράγησα είναι αλήθεια σε κάποιους στίχους Τεμάχισα τις λέξεις Άλλες καταδίκασα στην αφάνεια Τις κύκλωσα ισοβίως στα μπουντρούμια της ιστορίας μου Συνειδητά και αναντίρρητα άλλες μπάρκαρα σε τρύπιες ακυβέρνητες ξύλινες βάρκες Στους άδοξους ωκεανούς. Θα βυθιστούν όπου να ΄ναι αν δεν βυθίστηκαν ύστερα στο θα και στα μέλλοντα, βουτηχτές θα θυσιάζουν χρόνους να φανερώσουν τα αφανέρωτα
Είναι αλήθεια λοιπόν -Τι κοινότυπη ποιητική μαστοριά- Τις πολέμησα Τις αιχμαλώτισα Τις έδεσα πισθάγκωνα Τις βύθισα ένα μαχαίρι μολύβι στο κούφιο τους σώμα Κι ύστερα αναρωτήθηκα Ποια πατρίδα, ποιο έθνος, ποιο πέλαγος ένα είναι το ποίημα κι οι ποιητές επάνω του πατούνε


Χρήστος Ε. Δημάκης: "Νι τελικόν"

Το εύηχον τούτο νι που διαρκώς με κυνηγάει σαν ήχος καμπάνας, απόγευμα συννεφιασμένης μέρας, σχέσιν έχει στενoτάτη με το καμπαναριό της Βαγγελίστρας των Καμινικίων αντίκρυ στο παράθυρό μου όπου η γιαγιά μου, η μάνα μου κι εγώ είδαμε τον κόσμο ν’ ανοιγοκλείνει το μάτι πονηρά κι εμείς επί κι εντός του εβιώσαμεν.


Εβελίνα Πρεβέντη: "Επαγωγικός"

Τι να τι κάνω το γενικό όταν εγώ πασχίζω να αφουγκραστώ το ειδικό; Όταν αηδιάζω με τους σωρούς χεριών που μ’ ακουμπούν και τα δικά σου λείπουν; Το ειδικό σου, το ζητούμενό μου. Τα μάτια σου, φως μου. Τα χέρια σου, ασπίδα μου. Το κορμί σου, δικό μου. Όλα μου μοιάζουν αδιάφορα. Ένα τίποτα αντιμέτωπο με τα μάτια σου.


Εύα Νεοκλέους: "Ποίηση δεν είναι…"

Δεν είναι η ποίηση θαυμαστικά φτιασιδωμένα να τα περιφέρουν σε συνάξεις, στιχάκια με λεξούλες γλυκερές να συμπληρώνουν βιογραφικά των αταλάντων. Είναι η ποίηση καημός κι οι λέξεις της πληγές που αναβρύζουν αίμα. Δεν έχει ανάγκη από ορισμούς η ποίηση, μην επιμένετε… έχει δικό της τρόπο
να ορίζει τις σιωπές σας…

Πόπη Συνοδινού: "Τις Κυριακές"

Χάνεσαι μέσα στο στόμα της Κυριακής όπως αυτοί που βρίσκονται μέσα σε ένα καράβι ή σε μοναστήρι πένθιμο άδεια τα μάτια σου από τα ξοδέματα που συνήθισες από παιδί αναρωτιέσαι πως οι ωραίοι άνθρωποι διασχίζουν εκτάσεις ερημιάς σαν τα άδεια νησιά μέσα στον χειμώνα. Μονότονες οι Κυριακές στέκουν έξω από τις κλειστές μας πόρτες, γνέφουν σαν τους νεκρούς θαμμένοι σε κρύους λόφους, γι αυτούς χτυπούνε βαρετά οι καμπάνες σε τελετές της συμφοράς. Πες μου, που πας, που πας όταν οι Κυριακές σαν κοπέλες λυγερές στολίζουν με τους καρπούς τους μια ήρεμη σιωπή, μια θαμπάδα στα πρόσωπα τα φτιασιδωμένα πόσο να αντέχει κανείς να ακονίζει ο καιρός μαχαίρια και ψαλίδια με κρύα συναισθήματα, με σώματα ατάρακτα από ευλυγισίες, να θυμάσαι να περνάς, να με βλέπεις κάθε Κυριακή να μετράς τους κόμπους που κρατάω στον λαιμό, για σένα είναι, και για μένα…




Ελένη Ψαρουδάκη: "Το φαίνεσθε και το είναι"

Αφήνεις πίσω σου το χρόνο να κυλάει. Σαν εκκρεμές διακοσμητικής αξίας μοιάζεις που από μια πρόκα κρέμεται του σφυριού σου η δειλία εσχάτη προδοσία στον ανώτερο εαυτό σου. Και όπως προχωρούν οι δείκτες σελιδοδείκτες βάζεις κάνοντας παύση τη ζωή σου. Σφηνωμένος και διχασμένος σε έναν λευκό τοίχο που κάποτε χρωμάτιζε την μοναδικότητα σου. Μα εσύ βιαστικός και τετριμμένος του χεριού σου το ρολόι κοιτάς ντυμένος κλέφτης να προλάβεις τα δευτερόλεπτα και δεν αναρωτιέσαι που χαρίστηκες σαν δώρο δεύτερης αξίας. Αμπαλάζ τυλιγμένο έγινες. Ένα πρόσχαρο φαίνεσθε με μηδαμινή ουσία.