Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2016

Διώνη Δημητριάδου: "Ερωτικό"

ο χώρος μυστικός άνυδρο σκοτεινό τοπίο ένα αντιφέγγισμα μονάχα από το χάος που αναλογεί στα λίγα μέτρα γης που ορίζουνε τα πρόσωπα ψεύτικα γήινα τεκμήρια
σκιά ο κόσμος των σωμάτων και οι φωνές ηχώ χλευαστική
απόμακρα αγγίγματα κλειστά σαν στρείδια του βυθού
αυτά τα ανερμήνευτα πασχίζουν χρόνια τώρα να ανοίξουν με τα λόγια φιλότιμοι γραφιάδες για να απομείνουν τελικά γλώσσες στεγνές που ακατανόητα ψελλίζουν
τα μυστικά τα σκοτεινά αυτά ορίζουνε τις σχέσεις

Πελαγία Φυτοπούλου: "Γενική αποχαιρετισμού"

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα. Κανένα παράπονο. Οι καλόγριες πετάνε. Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά. Ζούμε χωρίς κεφάλι. Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν. Πεθαίνουμε κανονικά. Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη. Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου. Με απέσυραν βιαστικά.


 (από τη συλλογή "Κούκος", εκδ. Θράκα, 2016)

Κωνσταντίνα Γεωργαντά: "Φλεγόμενη"

Μας περίμενε και πάλι να σκορπίσουμε μαζί τα φύλλα του χειμώνα· πάνω στη στεγνή ροδιά δυο ώριμα ρόδια·
κι εγώ γίνηκα Περσεφόνη αιχμάλωτη για πάντα σε αυτή την εικόνα θρέμμα μιας μνήμης στιγμιαίας και αδυσώπητης – κόκκινη και κίτρινη σαν τα χρώματα του ροδιού και του χειμώνα που θέριεψαν τη γη μου σαν ολοκαύτωμα

Γιώργος Χαβουτσάς: "Οι γέφυρες πάντα"

                        "πριν αλέκτορα φωνήσαι δις, απαρνήση με τρις"                                              Κατά Μάρκον, ΙΔ΄72

Πρόσεξε τη μεριά που θα βρεθείς όταν ανοίξουνε οι γέφυρες υπάρχει κίνδυνος αποκλεισμού σε όχθες που δεν θέλησες.
Στάσου καλύτερα εδώ: η όχθη τούτη δεν σε καταβάλλει.
Απέναντι είναι οι άνθρωποι που ολοένα σε κοιτούν μα δίχως να σε βλέπουν όπως γίνεται πάντα, στις όχθες της καθημερινότητας, εύκολη πού ’ναι η άρνηση, ήδη με το δευτέρωμα λαλιάς του πετεινού κάμπτεται αμέσως η αντοχή σου τριτώνει πάντα το κακό της άρνησης αρνείσαι πως υπήρξες ποιητής, δηλώνεις πως αυτά που έγραψες ανήκουνε σε κάποιον που σου μοιάζει.
Στάσου καλύτερα εδώ, στην υψωμένη γέφυρα μετεωρίζονται ατρόμητοι οι φανοστάτες, αυτό το τίποτα που είσαι γίνεται μάλλον κάτι. Η πόλη γιορτάζει, η γέφυρα, που υψώθηκε, κρατά μέσα στα ρόδα το βάθος του ορίζοντα.

(από τη συλλογή "Σημείο Πετρούπολης", εκδ. Πλανόδιον, 2011)

Δέσποινα Ντάση: "Μια ρίζα αυγής"

Σε μια στροφή θα έχουν όλα ξεχαστεί.
Θα πέρναγε καιρός, θα έπαιρνε ο καιρός τα γέλια και τα δάκρυα, τα υπάρχοντα στο χώμα,
τι κοιτάς; και τι θρηνείς;
Προχώρησε απέναντι, εμείς αντίπαλοι να πούμε πως ελπίσαμε στο θαύμα.
Κλείσε τ’ αυτιά, ξερίζωσε το κλάμα,
μια ρίζα αυγής χρειάζεται το χέρι σου για να ευδοκιμήσει.



(από τη συλλογή "Όλα τα μη του κόσμου", εκδ. Κέδρος, 2015)


Ανδρέας Τιμοθέου: "Ποίηση, άχραντο μυστήριο"

Ώρα πρώτη κι ο θίασος έξω απ’ την πόρτα. Χτυπά κι ανοίγω ευλαβικά, όπως έμαθα άλλωστε να κάνω. Τα βλέμματά μας αντικριστά και απ’ το μυαλό μου περνάς εσύ. Έτσι όπως ξέρεις να με κερδίζεις κάθε φορά, να με παρηγορείς, να με φροντίζεις, να με συντηρείς.
Με καταριέσαι πάλι με την ευλογία, δεν αντιστέκομαι, παραδίνομαι ερωτευμένος. Υπόσχεσαι στιγμές απ’ τη χώρα του αχωρήτου και γνέφω θεληματικά. Ολόδικός σου. Στις λέξεις, στους στίχους, στις στροφές. Ποίηση, άχραντο μυστήριο.


(από τη συλλογή "Τα άνθη του φωτός", 2014)

Πάνος Ιωαννίδης: "Αντανάκλαση"

Ο χώρος μοιράζει τους ρόλους Ο χρόνος γράφει το σενάριο
Η γενιά μου συνήθως μπέρδευε το σημαίνον με το σημαινόμενο λες και ήταν όροι των δημοσίων σχέσεων ή σινιάλο για να πας πιο γρήγορα στο κρεβάτι Ίσως να φταίνε η πολλή ελεύθερη τηλεόραση που δημιουργεί συνειδητοποιημένους σκλάβους τα γυμνά καλοκαίρια στα νησιά της δημιουργικής γραμμής τότε η ζωή έβρισκε εντελώς το νόημα της Ίσως να φταίνε τα περιεχόμενα της εξεταστέας ύλης όπου έγραφε κόμμα εννοούσε πρόωρη σύνταξη βαφτίζοντας επανάσταση την ημιμόρφωση ή ο βυζαντινός κώδικας κυκλοφορίας δεν είναι λίγοι όσοι άναβαν αριστερό φλας για να στρίψουν δεξιά
Η γενιά μου συνηθίζει να αντέχει τις κρίσεις μάλλον οφείλεται στο ότι μιλάμε πολλές γλώσσες η ανερμήνευτη τυχαιότητα του χάους βάζει τα πράγματα στις λέξεις μας
Είμαστε εκείνοι που ξεκινήσαμε το γέλιο
για να τελειώσουμε το κλάμα

Άγγελος Ευθυμιάδης: "Άτιτλο"

Έχω ποτάμια στο μυαλό δέντρα δίχως φύλλα Βγάζω το κεφάλι από το νερό κι όταν πνιγώ θα γίνω πάλι ρίζα
Έχω ποτάμια στην καρδιά κι έναν ζεστό αέρα στα δέντρα παίζουν τα παιδιά με το νεκρό πιο πέρα
Έχω ποτάμια στην αγκαλιά με μακριά μαλλιά βρεγμένα τα βλέμματα έμειναν μισά τα μάτια μου βγαλμένα


(από τη συλλογή "Δεν θυμάμαι, ξέχασα", εκδ. Πανοπτικόν, 2016)


Αγγέλα Καμαϊκλιώτη: "Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα"

Απύθμενα βάθη γονυπετής διένυσα επιθυμώντας ζωή ήλιο Θεό. Ικετεύοντας και λοιδορώντας μοίρες νυκτερινές. Ξέροντας ότι πέρασαν, ρήμαξαν, σκότωσαν, τέλειωσαν. Ύστερα φεύγοντας χρωμάτισα ψεύτικα ωροσκόπια.


(από τη συλλογή "Ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα", 2011)

Τάσος Θεοτόκης: "Συμβουλή προς φυλακισμένους"

Η ζωή ησυχάζει απλά θόρυβος που κλείνοντας το παράθυρο σωπαίνει. Στον καινούριο χώρο ξένος, σιωπηρός σώνεις ανάσες.
Δεν κρύβεσαι πενθείς για το τέλος που κάλεσες.
Αλλιώς το ίδιο απλά τόλμησε βάσταγέ το ανοιχτό και πιάσε λίγο λίγο να γκρεμίζεις το κελί σου μέχρι να το κάνεις άπλα που παράθυρά του περισσεύουν.


(από τη συλλογή "Σινιάλο", εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)


Γιώργος Γάββαρης: "Απώλειες ΙΙ"

Παιδί θυμάμαι, διάλεγα όνειρα ανέγγιχτα και σε συρτάρι κλειδωμένα.
Ως τώρα ψάχνω σε υπόγεια, σοφίτες και δωμάτια κλειδιά για να βρω. Κι η μάνα μου στον τάφο της ολόρθη να μου λέει: Στα κλέψανε, αγόρι μου, στα κλέψανε!
Μακάρι να ’ταν ποιητές για να τους αθωώσω!


(από τη συλλογή "Το δέντρο με τις λέξεις", Εκδόσεις των φίλων, 2016)

Κώστας Σφενδουράκης: "Πτώσεις"

Γόνιμα δάκρυα γεμάτα χρώματα πάνω στα χώματα πέφτουν, τα πάτρια.
Ο ήλιος φώτισε μέσα τα κύματα και πυροδότησε καρδιές και ποίματα
Ήτανε χάδι και σαν χάδι πέρασε ω χρόνε άδικε! παιδί που γέρασε.
Όλα παρέρχονται… κι αυτά που έρχονται.



(από τη συλλογή "Νίκη των Τετριμμένων", εκδ. Βακχικόν, 2011)

Άννα Νικολαϊδη: "Σκέψεις και λέξεις"

Να σου φθονούν το χάραμα Να σε γλυκοκοιτάζουν άμεσα Με μαβιές βούλες μονάχα,                                       Σε πορεία ανάμεικτη Ούτε που ξέρεις πού πάει αυτή Τρέχουν σαν το άλογο Μαζί και χώρια Μόνες οι σκέψεις σε οδηγούν Μα και οι λέξεις γρήγορα Να σ’ ανταμώσουν πάνε                                             Μα δεν μπορούν μαζί άλλες φορές και άλλες τόσες χώρια Αν θες και συ μαζί τις τρέχεις Αν θες όχι ακόμη Μ’ αντάμα να τις δεις μπορείς Γιατί δεν πάνε ακόμα Ούτε πιο κει ούτε πιο δω Δεν ξέρεις πού θα τις εύρεις Αν θα χαθούν χωρίς εσέ Και πιθανόν να γίνει Όμως εσύ τι θα συμβεί διαλέγεις Στη ζωή σου εμπρός σαν χώμα Μαζί αν θα κυλιστείς ή Θα διαβείς,                                            Ένα νέο δρόμο αντάρα. Βρες τι θες και τι θα πεις Και τι θα ματαγράψεις Σε τούτο τον κόσμο το βαθύ Που έπνιξε το γιώμα.


(από τη συλλογή "Σκέψεις και λέξεις", εκδ. Μπαρτζουλιάνος, 2016)


Μαρία Ευθυμία Γιαννάτου: "Γυάλινη κραυγή"

Πολύ θα ήθελα Να ήταν κάποιος εκεί για εμένα Στην γωνία Μια σκιά Ένας προάγγελος Την έχασα την δικιά μου την σκιά Και την λαλιά Παρά μόνο μαζεύω γυάλινες κραυγές Και τις πετάω στον τοίχο Μόνο έτσι κάτι ακούγεται


Γεώργιος Δ. Σταματόπουλος: "Το μηδέν"

Μηδέν. Μη. Δεν. Δύο αρνήσεις σε μια λέξη. Η πρώτη απαγορεύει. Στη δεύτερη αδιαφορείς. Το σχήμα της, ο κύκλος. Που όταν τον διαγράφεις στο ίδιο σημείο πάντα καταλήγεις. Όπως ακριβώς και η ζωή. Ένας κύκλος, φαύλος, από όνειρα…

Βάλη Τσιρώνη: "Ανθεκτικά"

Περιέργειες ανοίκειες μπρουμουτισμένες μες την ύπαρξη ανθεκτικά…
Γιατί είναι η ποίηση η ρήτρα του κουράγιου κι άλλο δεν έχεις θυμικό παρά να ενδίδεις…

Σόνια Ζαχαράτου: "Τρίωρη ευκαιρία"

Τρεις ώρες σας δίνουμε τους νεκρούς σας να θάψετε∙ ελεύθεροι είστε να θάβετε τρεις ώρες κάθε ημέρα. Απομένουν εικοσιμία σε εμάς∙ φτάνουν εικοσιμία ώρες για μια γενοκτονία;
Τρεις ώρες για να κλάψετε χωρίς ασχήμιες και φωνές που λερώνουν τον ωραίο θάνατό σας∙ εμείς φροντίσαμε χωρίς αμοιβή μάρτυρες να σας κάνουμε ενώπιον του θεού σας.
Τρεις ώρες ολόκληρες για να μαζέψετε από τα ερείπια τους νεκρούς, να σφουγγίσετε τα αίματα, να συμμαζευτείτε∙ ντροπή έτσι λερωμένοι και κλαμένοι να δείχνετε. Τι θα λέει ο κόσμος…
Μη κοιτάτε τον τρόμο στα μάτια των παιδιών, μην ακούτε τις κραυγές του πανικού και τις φωνές της πείνας τους μην τις ακούτε∙ -παιδιά είναι και παίζουν. Μη κοιτάτε τα σώματα χωρίς πνοή, τα σώματά τους τα διαμελισμένα∙ κι αυτό παιχνίδι είναι.
Βιαστείτε, τρέξτε, κλάψτε, σκάψτε, θάψτε, αγκαλιαστείτε όσο καιρό σας δίνουμε, αυτές τις τρεις μεσημεριανές ώρες του δικού μας ύπνου. Απομένουν εικοσιμία, κάθε ημέρα, σε εμάς φτάνουν εικοσιμία ώρες για μια γενοκτονία;

Αναστασία Παρασκευουλάκου: "Από ώρα σε ώρα"

Κρύωνα κι ήτανε χειμώνας, τα γλαροπούλια ζητούσαν ανθρώπους. Ταξίδευα από ώρα σε ώρα πάνω από θάλασσες σα να ήταν το πρώτο θαύμα κι ο ήλιος με τύφλωνε, δάγκωνα σφιχτά το ποίημα οι λέξεις κροτάλιζαν, έκοβαν τον πάγο μιας εκτυφλωτικής σκέψης.

Ντέπη Φαρκάτση: "Το κορδόνι της αυτοκαταστροφής"

Δεν ανήκεις πια εδώ, Τα παπούτσια του παππού μίκρυναν και δε σε χωράνε Και τα δάκρυά σου παλεύουν να στεγνώσουν
Μεγάλωσες πια, Καιρός να ξετυλίξεις από γύρω σου το κορδόνι της αυτοκαταστροφής που τόσα χρόνια σε κρατάει παράλυτο, δεμένο σφιχτά-σφιχτά Ώρα να πετάξεις ψηλά, κάπου πιο ψηλά από τις προσδοκίες των άλλων
Γέρασες μαζί με τα δέντρα του κάμπου Που σου υποσχέθηκαν κουνώντας τα φύλλα τους ότι αξίζει να ζεις και να μεγαλώνεις..
Που να ήξεραν όμως ότι τόσα χρόνια κατοικούσες μέσα σε μια σπηλιά, μες στο σκοτάδι Που να ήξεραν πως η σκιά σου θα πέθαινε απόψε



Χάρης Ιωσήφ: "Άτιτλο"

Είναι κάποια νοήματα Με ορθογραφία ιδιαίτερη Που οικοδομούνται μονάχα Πάνω σε επιφάνειες Δίχως υπόσταση απτή
άγναφα ράκη
Με υλικά αξίας εξαργυρούμενης Σε σκληρό νομιζόμενο αμέταλλο Εκεί όπου καταρρέουν οι προοπτικές Μοιάζουν τα τείχη των Πόλεων Με διάφανο νερό υπερκάθαρο



(από τη συλλογή "Άγναφα ράκη", εκδ. Σοκόλη, 2016)


Αγγελική Λάλου: "Γλωσσικές ασκήσεις"

Φεύγουν οι άνθρωποί  "μας" Και μένουμε ορφανές κτητικές αντωνυμίες Άκλιτες Χωρίς πτώση Άλλη μια φορά μετεξεταστέοι Στη γραμματική των σωμάτων Κανόνες και εξαιρέσεις Ακροβατούν στο τετράδιο Γλωσσικών ασκήσεων Ανακολουθία χρόνων Και ασυμφωνία υποκειμένου-αντικειμένου Προτάσεις ασύνδετες Και λέξεις που δεν συλλαβίζονται Πάθη φωνηέντων Και σύμφωνα υγρά Υποθάλπω στη γλώσσα μου Μαθήματα ελληνικών Χωρίς δάσκαλο Η ορθογραφία πάντα αυστηρή Παραμονεύει το επόμενο λάθος Κόκκινα σημεία Σε σελίδες λευκές Κι ένα μολύβι μετέωρο Φοβάται να γράψει Σκιτσάρει μια βαρκούλα στο χαρτί Σαλπάρει σε μια άγνωστη χώρα Φορτωμένη ψηφία, γράμματα και ιερογλυφικά Μια νέα γραφή να εφεύρει Άσπιλη και μυστική Να τη μιλάνε μόνο τα μάτια Και των παιδιών η εύγλωττη σιωπή


Κυριακή Χατζηιωαννίδου: "Γλώσσα ποιητική"

Σκοτείνιασε το φως. Χέρσα γη το πάτωμα, χρονόμετρα αποστάσεων οι τοίχοι. Θυμωμένο πανί η σκέψη μπαίνει πρώτη. Όμορφη που 'ναι αφίλητη. Ξυπνώ στις πέντε, με σκόνη αστρική στα μάτια, μεταξύ ιδέας και ιδεώδους. Παντού σκιά μα ολόγυρά της ποίημα.

(από τη συλλογή "Στον άλφα του κενταύρου", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)


Λένα Σαμαρά: "Μονάδα"

Αν είμαστε λίγοι, είμαστε πολλοί. Η γενναιοδωρία των αριθμών. Αρκεί ένα υποσύνολο για να οριστείς στο σύνολο. Η μονάδα προσεκτική, συμμετέχει ανυστερόβουλα. Δε μετρά προοπτικές, αναπτύγματα, προόδους. Είναι η συνετή δύναμη που καθορίζει και ανατρέπει τα όρια των πραγμάτων. Γι' αυτό γίνεται τόσος λόγος για την υποβάθμισή της. 


(από τη συλλογή "Όρια", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)





Ολυμπία Καράγιωργα: "Αγόρι που περνάς"

Αγόρι που περνάς Ωραίο σαν πρώτο μυστικό αγάπης Στ' αυτί μιας φίλης σχολικής
Αγόρι που περνάς Μ' αυτό το βλέμμα σου Που τίποτα δε σταματά στο πρόσωπό μου
Αγόρι που περνάς! Νάξερες πόσο πεθυμάς να μ' αγαπήσεις.







Βασίλης Βέτσος: "Ανταλλαγές"

Περνά ο καιρός και μας παίρνει μαζί του Κι οι πεθυμιές μας γίνονται στοχαστικά λεωφορεία Κλεμμένα λόγια, μνημόσυνα, ηχηρά απουσιολόγια Μισογεμάτα ποτήρια, υγρές ματιές, ανταλλαγές Για το χατίρι της πιο όμορφης θάλασσας.


Θανάσης Κριτσινιώτης: "Η Δάφνη στο μπαρ"

Το ξύλο με γνωρίζει, με χαϊδεύει σαν χέρι αγαπημένο. Απ' αυτό δεν θα γνωρίσω ποτέ την προδοσία. Ποτά με χρώματα φωτός με ταξιδεύουν στην καρδιά της νύχτας. Η μουσική μού τραβάει τα μαλλιά σαν άνεμος. Σώματα με κυκλώνουν. Ποιο θα με κάψει;


(από τη συλλογή "Η Δάφνη και το ποτάμι", εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)

Χριστίνα Οικονομίδου: "Αίθουσες τέχνης"

"Δεν αντέχω να χάσω τίποτα", είπες κι ο καμβάς απλωνόταν μπροστά σου κενός σαν παγετώνας ή και ξηρασία, το ίδιο κάνει·
στις ακρότητες επικρέμεται μια κάποια ευλογία, ακόμα κι αν πισωπατούν οι φοβισμένοι αποκαλύπτοντας τον λάρυγγα σε μορφασμό κραυγής· εκεί γεννιούνται τα μωρά φωνήεντα.
Κάποτε και σε σαπισμένα δίχρονα, σε κουφάλες αυθαιρέτων συνειρμών, σε μουχλιασμένα χρώματα, σε κρυπτικές συμφωνίες εγχόρδων, σ’ εκκλησάκια αίματος που κανείς δεν υπολήπτεται καθώς ο τρόμος αποφαίνεται την επικράτεια της φυγής.
Μ’ αυτά και με ’κείνα μεγαλώσαμε τουλάχιστον μια γενιά νεκρών πουλιών.
ΥΓ. Παρεμπιπτόντως, η αγάπη, συνεχίζεται· πλην όμως, σε άλλο επεισόδιο.


(από τη συλλογή "4 εποχές στον δρόμο", εκδ. Απόπειρα, 2016)