Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούλιος, 2016

Ιωάννης Βιτσαράς: "In Vivo"

Λιωμένα αφομοίωνα τα όνειρα τα πόδια σου χαζεύοντας σεσημασμένος κι εκεί που το ποίημα ίσως ποιούσα να κόβεσαι γάμπα μου σαν πνοή μου η πνοή μου να κόβεται δίδυμό σου ποίημα



Θανάσης Πάνου: "Θερινή ραστώνη"

Ποιες να είναι αυτές οι άσαρκες υπάρξεις που σφαγιασμένους αμνούς και σαρκοβόρους έρωτες φυλάττουν με άγρια ουρλιαχτά, ασάλευτες τετράποδες μορφές στοιχειωμένες από το πονηρό χάδι του ανθρώπου- ιερουργού. Γιατί ψυχή μου, δεν ακούς τα επιούσια, δεν βλέπεις τα σκυλιά μες τα πυκνά της ζωής τα μονοπάτια… αυτά τα όντα που σε χάσματα κυμαίνονται ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, που αποπλανούν και εφορμούν και διαρκώς γιγαντώνονται κρανία που δεν έχουν υποστεί εξώσεις από σιδερόπλεκτες επιταγές, σκυλιά, άσπονδους της θερινής ραστώνης εχθρούς, που συνεχώς ακόμα και στα όνειρα εκσπερματώνει οργανικές εκπλύσεις άγονων συστατικών. Σκυλιά-δελφίνια, που κολυμπούν σε φουρτούνες από θειάφι και άνθρακα και που γαυγίζουνε στον πεινασμένο καρχαρία, που τις πληγές σου γλύφουν στοργικά

και προστατεύουν τα ματωμένα σου κουπιά.

Γιώργος Αλισάνογλου: "Παιχνιδότοπος"

Η βροχή έφερε στάχτη επέστρεψε σαν πέπλο το γκρίζο παρελθόν οι τάφοι χρόνια ανοιχτοί ξεκοιλιασμένοι
μικρή ψυχή τερπνή περιπλανώμενη ξένε και συνοδοιπόρε του κορμιού μου
νεκροί, κρατώντας την ανάσα όλο συμπόνοια ο ένας για τον άλλο μοιράζονται προμήθειες στο τελευταίο σύνορο του χρόνου ανταλάσσουν νέα, εφημερίδες στις συγκεντρώσεις
οι ψυχές τους αναμαλλιασμένες στον αέρα καρφωμένες σημαίες στα διστακτικά κόκαλα ανεμίζουν καθώς βροντούν οι θύρες του παιχνιδότοπου
στο σιωπητήριο τη νύχτα τα κόκκαλα επιστρέφουν πίσω στις σάρκες οι προβολείς φωτίζουν τα ραμμένα κορμιά τα κοράκια σκαρφαλώνουν στα αστερωμένα μάρμαρα
οι νεκροί αγαπάνε τα ποιήματα ντύνονται στρατιώτες, ψάχνουν για γλώσσα ανοίγουν τις οθόνες του ουρανού συνωστίζονται στο χιονοκρύσταλλο
δύσκολα κυλά η κυκλοφορία μέσα σε τόσους πολέμους

(από τη συλλογή "Παιχνιδότοπος", εκδ. Κίχλη,  2016)

Ελευθερία Μπέλμπα: "Η ερμηνεία της ελευθερίας"

Γαλήνη δεν έβρισκε. Μοχθούσε να σκαρώσει στο χαρτί ένα σκίτσο ή παράφορα ποιήματα. "Στη γιγάντωση του καταναγκασμού περιθώρια δεν έχω. Θυσίες γι’ αυτοδιάθεση ανεπίδοτες. Θυσίες για τη δημοκρατία ατελέσφορες…Κι οι υπόλοιποι αμέτοχοι". Στοργικές μνείες της πατρίδας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης δε ζωοποιούσαν. Κρύος ιδρώτας ράντιζε τα φρύδια του. Το πήρε απόφαση. Στο αυτοκίνητο για την πλατεία. Φούρκισμα του φθινοπώρου στο αστικό κέντρο. Τρύπωνε η υγρασία στα κεραμίδια. Στα σκαλοπάτια του μεγαθήριου τρία μπουκάλια καύσιμα απ’ το πορτμπαγκάζ. Κάτω από τη μεγάλη στοά με βενζίνη πότισε το τζάκετ, το παντελόνι του. Τα χείλη σούφρωσε μες στα δάκρυα μειδιώντας. Άναψε το σπίρτο, μήπως κατευνάσει το ακατάσχετο ρίγος. Οι οδοκαθαριστές ξάφνου θαύμαζαν έντρομοι να φλέγεται μια άρπα˙ έσπευσαν για βοήθεια. Αλλά υπέκυψε στα τραύματά του το παλικάρι. Θυσία κι αυτό…


(απόσπασμα από τη συλλογή "Η ερμηνεία της ελευθερίας", εκδ. Κέδρος, 2015)

Νικόλας Σεβαστάκης: "Κοινός βίος"

Μας χωρίζει ένα απόγευμα. Η ανωνυμία του μπλε
και ό,τι δε γνωρίζει κυριότητες, η σκόνη και ο ιδρώτας.
Τα σπίτια όπου σταθήκαμε και δε μας κράτησαν
το παρελθόν με την οσμή του κυδωνιού πάνω σε τραπέζια με ρόδες.
Βλέμματα που διασταυρώθηκαν χωρίς να σταυρωθούν
από τη λίγη πίστη.
Μια λέξη που μας κέρασε περισσότερη δίψα.
Μας χωρίζει ένας βοριάς νησιωτικός
και η νομή των σκοταδιών του η άδικη.
Που υπήρξαμε παράλληλα από αδιαφάνεια
όχι από γενναιόδωρη απόσταση.
Και είδαμε τις πλάκες στο λιμάνι να ροδίζουν
μα νοσταλγήσαμε την ύποπτη τελειότητα μιας πανσελήνου.
Νηφάλιοι και ανέγγιχτοι στο θαύμα του μαϊστρου.
Μέχρι που
καραβόσκοινα ζαλισμένα από το αιώνιο μεσημέρι
λυθήκαμε απ' το σταυρόκομπο του έρωτα, μια μέρα.


Παναγιώτα Καλογεράκου: "Αύριο"

Τώρα πια όταν χωρίζουμε Δεν με αποχαιρετάς. Είναι ενδεείς οι λέξεις σου. Oι κάλπικες ανάσες τους Δεν φθάνουν να πληρώσουν Την απουσία.
Μου νεύεις απλά, Σαν να με ντύνεις Με τα τρύπια μανίκια Ενός πολυκαιρισμένου Παλτού αβεβαιότητας.
"Κάνει ψύχρα έξω;" "Θα ξανάρθεις;" "Ίσως αύριο."
Αύριο. Αέναη ασάφεια του σήμερα. Αύριο. Αιώνια απόδειξη του χθες. Θα περιμένω.


Μίλτος Γήτας: "25η ώρα"

Χορεύοντας με τους θεούς την 25η ώρα της ημέρας έμαθα να μη φοβάμαι το ύψος.
Αεροβατώ στη θλίψη των ματιών σου. Φυλακίζομαι στις λέξεις σου.
Εσύ δεν έχεις χρόνο κι εγώ υπόσταση. Μια ξαφνική βροχή
πλημμυρίζει τα στεγανά της σκέψης μου. Πνίγεται σιωπηλά η επιθυμία.
Χορεύοντας με τους θεούς την 25η ώρα της ημέρας έμαθα πως εξιλεώνεται η ψυχή.
Ανέφικτες παρορμήσεις. Ανεκπλήρωτοι πόθοι. Παιδικές φωνές σε ένταση ψιθυριστή.
Οι προφητείες θα εκπληρωθούν σε χρόνο έξω από τον χρόνο που μας έχει δοθεί
κι εσύ, χωρίς όψη πια, θα γίνεις το πεπρωμένο που δεν θα μπορώ να αποφύγω.

(από τη συλλογή "Συλλέκτης χρόνου", εκδ. Κάπα Εκδοτική, 2016)  

Χριστίνα Καραντώνη: "Ασυμφωνία"

Ασυμφωνία προέκυψε, ως φαίνεται, χαρακτήρων Έτσι το θέμα, χωρίς κατάληξη, παρέμεινε ανοιχτό Ακρωτηριασμένο μετεωρίζεται έκτοτε Σε ενικό ανάμεσα Και δυικό αριθμό

(από τη συλλογή "Πάθη συμφώνων", Eκδόσεις των Φίλων, 2014)


Αννίτα Χατζίκου: "Κρυμμένη κοιμάται μέσα στη γη"

Πορσελάνη παλιά και κουκούτσια από κεράσια πολλά τάχα πως έβγαλα την άνοιξη χορτάτη
Βαδίζω στον δρόμο τυλιγμένη ακόμη στου χειμώνα το ξέθωρο παλτό Περσινές ζωές από πάνω μου λίγο λίγο ξεφλουδίζω
Γύρω κτίρια Δέντρα πουλιά σύννεφα δεν φαίνεται να υπάρχουν
Ιλουστρασιόν συσκευασίες με σημαδεύουν από ράφια σούπερ μάρκετ γι’ αστραφτερότερα λευκά ρούχα δόντια ή κελιά
κι άσπρα όνειρα αμφίβια μικρά ωδικά πτηνά που λούφαξαν κάτω από τη γλώσσα ή στο χάδι των τρελών ώσπου το στόμα να μιλήσει πάλι κύμα
Στο δελτίο των επτά ο μεγάλος άντρας δαγκώνει ατάραχος τη σιδερένια σφαίρα Γεγονότα
Κρακ: ο ήχος από κάτι που σπάει μέσα
Σε μιαν αίθουσα αναμονής λύνω σταυρόλεξα μηρυκάζω στάχτες αποκαΐδια οδομαχίας
Καπνίζω με τα μάτια ανοιχτά θυμάμαι θάλασσα και σιωπηλά εγκυμονώ τη ματωμένη πέτρα


Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος: "Η γλώσσα της φυγής"

Συλλάβισα σιωπές σε λίστες αναμονής μα τώρα πια μιλώ τη γλώσσα της φυγής.
Το παρακείμενο μονοπάτι φλυαρεί ακατάπαυστα. Βηματισμός αόριστος ζωή χαμένη.
Στον ενεστώτα χρόνο ένα ταξίδι τραυλίζει στα χείλη μου καθώς προσπαθώ να φωνάξω τον μέλλοντα του δρόμου.
Μιλώ τη γλώσσα της φυγής, αυτοδίδακτος στη μητρική γλώσσα των ονείρων μου.
Πώς να συνεννοηθούμε;



(από τη συλλογή "Η γλώσσα της φυγής", εκδ. Μικρή Άρκτος, 2016)

Μαρίνα Αγαθαγγελίδου: "Άτιτλο"

Σήμερα αγαπώ πολύ τα φωνήεντα τις ξεκάθαρες λύσεις και τους κροκόδειλους.
Συλλαβίζω τη λέξη "ρουκέτα" και ο συρμός εκτοξεύεται ως την επόμενη στάση -έξοδος δεξιά- και να: η απόλυτη φαντασμαγορία του έξω, ζακέτα ριγμένη απαλά στους ώμους.
Κι όπως φυσάει το αεράκι μου επιτρέπω να είμαι λιγάκι σκοτωμένη και να μην το θυμάμαι.




Νόνη Σταματέλου: "Τα σύνορα"

Η προσευχή μου υγρή κι επίπονη που ο Θεός δεν αλλάζει τα σύνορα να χωρέσω τον κόσμο μου. Ένα πλοίο πέρα απ’ τον ορίζοντα είμαι. Τ’ αστέρια που καίγονται πυρπολούν τα κατάρτια μου. Μου στήνουν παγίδες οι άνεμοι…

(από τη συλλογή "Έλλειψη χώρου", εκδ. Μελάνι, 2015)


Μαρία Θεοφιλάκου: "Υπό του πιεστηρίου"

Η πρωινή εφημερίδα μού υπόσχεται Μία λοξή κάπως σιωπή δίπλα στο ανοιγμένο σου Παράθυρο, το από έξω Μουτζουρωμένο πάντοτε Με το αποτύπωμα του μελανού αέρα.
Κούπες καφέ, ξερός καπνός, ένα βραχνό μουρμουρητό σου Χάσαμε Την ικανότητα να ξεδιαλύνουμε πού πάνε οι στάχτες Πώς εξαντλούν την άχνη τους, τί χρησιμεύουν Στον ανεξάντλητο των πρωινών μας κόσμο.




Νάνα Παπαδάκη: "Άγραφο"

Κάτι σαν πεπρωμένο παραμονεύει μες το χέρι ατελέσφορες ιστορίες κι ερμητικοί στίχοι μαδούν τα βλέφαρα του θεού και προσγειώνονται στις σελίδες χαρίζοντας στην αποτυχία μια πρόσκαιρη λάμψη. Καμία πληγή δε σε κάνει σοφότερο όσο το δέντρο γυμνό νοσταλγεί τα φύλλα του μα και το να αφήσεις κάτι να χαθεί θα 'ταν πράξη μεγάλης γενναιοδωρίας που ίσως να μην ταιριάζει σε βλέμματα υγρά. Αν έστω κι ένα χιλιοστό θάλασσα φύτρωσε στον ήλιο είναι αρκετό.
Το λευκό και η τυφλότητα ελάχιστα απέχουν.

(από τη συλλογή "Τα δώρα της αγρύπνιας", εκδ. Αστάρτη, 2013)


Βασιλική Δραγούνη: "Λήθη"

Το πουλί δεν έχει όνομα γι' αυτό και το αποκαλώ Σιωπή, μα φτιάχνω τις δικές μου προσευχές για εκείνο.
Το πουλί δεν έχει μάτια γι' αυτό και το αποκαλώ Σκοτάδι, μα βλέπει κατευθείαν στην ψυχή μου.
Το πουλί δεν έχει μνήμη γι' αυτό και το αποκαλώ Λήθη, μα αναστενάζει και τραγουδά.




Δέσποινα Δεληγιαννίδου: "Άτιτλο"

Θέλω από τα σπλάχνα με θράσος και θάρρος και θέληση θριάμβων, περνούν από θολά θαλάμια άσπλαχνων αθέλητων συμβιβασμών
Άψυχα θα συνωστίζονται πίσω από δόντια φράχτες ασθμαίνοντα σχεδόν αθόρυβα
Θραύσματα σιωπών θέλω θρυμματισμένα θρυαλλίδες μικρής πνοής θλώνται σε τείχη αρχαίων μη
Ο ιατροδικαστής θα γράψει η εκτομή έγινε με θλον όργανο κι εσύ θα ψάχνεις για καρδιά
και τρυφερά θροΐσματα ονείρων.

Χριστόφορος Τριάντης: "Η στάση του ποιητή"

Ο ποιητής είναι στο μέσο, όχι στη μεσότητα των φιλοσόφων και των οικογενειακών προδιαγραφών . Στέκεται στο μέσο της πλατείας, κοιτάζοντας τα πλήθη που περιμένουν τους θαυματοποιούς με λαγνεία στα μάτια. Ο ποιητής ξεκουράζεται στο μέσο της διαδρομής, μαζί με τους μάρτυρες και τους επαναστάτες . Σταματά στο μέσο των αισθημάτων για να μη βλέπει το τέλος, παρά μόνο την αρχή τους. Περπατά μέχρι το μέσο των σκέψεων για να αφήνει χώρο, να ’ρθουν κι άλλοι στο περιβόλι της σοφίας . Μένει στο μέσο της νύχτας, για να απολαμβάνει τον χρόνο . Ο ποιητής προχωρεί στο μέσο των επιθυμιών, για να κρατά τον πόθο ζωντανό . Αγκυροβολεί  στο μέσο της θάλασσας, γιατί μισεί τη μόνωση. Ο ποιητής αγαπά να ταξιδεύει στο μέσο του παρελθόντος  και του μέλλοντος, στο μέσο του πόνου και της χαράς…

Ρογήρος Δέξτερ: "Αποχαιρετισμός"

Σήμερα λέω να ταξιδέψω με τις φυλλωσιές Να χαθώ με τα φτερουγίσματα των πουλιών Δε θα με ξαναδείτε στα καθιερωμένα Στα ανούσια τετριμμένα Των καθωσπρέπει και του πλήθους Θα δώσω το στόμα μου στα τριζόνια Τα βλέφαρά μου στις λαμπυρίδες Μέχρι ν' αρχίσω να ξαναμιλώ Μ' ένα θυμωμένο τζιτζίκι κάτω απ' τη γλώσσα Ίσως να γίνω ξακουστός μες στη σιωπή του κόσμου Ο αντίλαλος τ' ουρανού στα όνειρα Έντομα θα κολυμπήσουν στις φλέβες μου Κι εγώ στις έναστρες φωλιές του γαλαξία Στο φωτεινό χτυποκάρδι της ρεματιάς Όπου στάζουν βάλσαμο στις πληγές Οι κεραύνιες φωνές των κοριτσιών Καθώς περνούν γελώντας στην άλλη μεριά Που από μικρά παιδιά φωνάζαμε γαλήνη Με το πιο κραυγαλέο της όνομα Στο κομπόδεμα των στιγμών δυο αιώνων Εκεί τη χαρά που ετοίμαζα χρόνια Δε θα τη βρούνε τα σκυλιά· Θα μπορούσα να γράψω κι άλλες υποσχέσεις Λόγια πολλά να ξεφυλλίζετε τις νύχτες Όταν μια και καλή θα έχω φύγει Μακαρισμούς και ευχολόγια Τόσα που άφησα πίσω μου Και όσα χάθηκαν ξαφνικά Πριν με αρπάξουν οι οιωνοί στα ράμφη τους Σε άλλο όνειρο…

Κωνσταντίνος Βολάκης: "Το πρόστυχο της αθωότητας βλέμμα"

Κρεμασμένες  κολόνες στραγγαλισμένες  με σύρματα Ηλεκτροφόρα Μικραίνουν στ’ αλάργεμα Του βρεγμένου δρόμου Με τα φοβισμένα κλειστά Περίπτερα Και τα σκουριασμένα ρολά Που  αύριο θα ξανατρίξουν λυπητερά Σκαρφαλώνοντας Στον καημό της νέας μέρας
Στης ταβέρνας Του παλιού ψυγείου Τα μισοκαμένα φώτα Διορθώνει το φτηνό της κραγιόν Η βραχνή καλησπέρα Με το κόκκινο κοντό φόρεμα Το σιδερωμένο από χέρια Πρόστυχα π’ ακούμπησαν Τ’ αντίκρισμα Για της ολέθριας ηδονής Την εκποίηση
Στο σκουριασμένο τραπεζάκι Ανάμεσα Στις  μεθυσμένες κουβέντες  Και των συζητήσεων τ’ αποτσίγαρα Ακούμπησε Διστακτικά το χέρι της Που κράταγε Καρδιάς ψίχουλα Κ’ ένα ξεθωριασμένο Παιδικό της όνειρο
Και ’μείς Ντροπιασμένοι Ευγενικά παραμερίσαμε Την στολισμένη ποίηση Για να ξαποστάσει Την δυστυχία της
Δίπλα στην δική μας
Ένα κρασοπότηρο Γεμάτο Φεγγάρι κόκκινο Τσουγκρίσαμε φτιάχνοντας Άσπιλους κεραυνούς
Στα σχολικά τετράδια με το μπλε χαρτί Στα ταξιδεμένα εισιτήρια Στους δρόμους που δεν βαδίσαμε Στα σπίτια που μας ρούφηξαν
Κ’ ευχηθήκαμε στον ουρανό -Άσπρο πάτο- Αν…

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος: "Το κενοτάφιο του ανέστιου χρόνου"

Οι μέρες μας στη θάλασσα, ευθείες αναφορές μιας ακυβέρνητης απελπισίας/ κι όλα αυτά τα επικρεμάμενα σύννεφα, ήδη σκάφη, ήδη δάση κυνηγών, που ερωτεύτηκαν τα ελάφια εν καιρώ πολέμου, εν τέλει αποχρωματίζονται, -κι ας καρπίζουν ακόμη μουσώνες με την οσμή των αλατισμένων τζόγων- τυφλοί ψυχοπομποί, προς το κενοτάφιο του ανέστιου  χρόνου. Εκεί εναποτίθεμαι, σαν ένα έμβρυο, ενθύμιο οργασμών, κάθε νύχτα που επαναλαμβάνεται το έργο, με την ελπίδα εναλλακτικού φινάλε.


Ιωάννης Ν. Κυριαζής: "Ορισμός"

Από μιαν άλλη γωνιά ιδωμένο το ποίημα είναι η μακροσκελής υπογραφή του Κενού για το άγραφο κομμάτι της σελίδας. Αν λοιπόν γράφουμε ποιήματα δεν κάνουμε τίποτα άλλο απ’ το να δίνουμε συνεχώς διαφορετικά επώνυμα στο Τίποτα.



(από τη συλλογή "Μνημορραγίες", 2012)

7η Συνάντηση Λογοτεχνίας και Μουσικής στο κτήμα Κοροβίνη (Πήλιο)

Λογοτέχνες από όλη τη χώρα διάβασαν αδημοσίευτα κείμενά τους με θέμα τον έρωτα, στη Σκυταλοδρομία Ελληνικού Ερωτικού Λόγου μετά Μουσικής "Έρως Αιέν" στην καθιερωμένη "Συνάντηση Λογοτεχνίας και Μουσικής" που πραγματοποιήθηκε για 7η χρονιά στο κτήμα του συγγραφέα Θωμά Κοροβίνη στα Πλατανίδια Πηλίου (12 χλμ. απ’ το Βόλο) το Σάββατο 9 Ιουλίου 2016.
Μεταξύ των ποιητών και συγγραφέων που συμμετείχαν ήταν οι: Χλόη Κουτσουμπέλη, Γιώργος Αλισάνογλου, Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δημήτρης Πέτρου, Κώστας Ακρίβος, Ηλίας Κεφάλας, Μάνος Κοντολέων, Γεωργία Τρούλη, Δώρα Κασκάλη, Γιώργος Κασαπίδης, κ.ά.
Εισηγητές ήταν οι: Δημήτρης Νόλλας, συγγραφέας, Μιράντα Τερζοπούλου, εθνομουσικολόγος, Σταύρος Ζαφειρίου, ποιητής, Κώστας Καλημέρης, κριτικός λογοτεχνίας και Θωμάς Κοροβίνης, συγγραφέας, τραγουδοποιός.



Στη συνάντηση – εκτός άλλων μικρότερων μουσικών σχημάτων- το μουσικοθεατρικό συγκρότημα «Dead Poets» παρουσίασε «William Shakespeare Sonnets» (απαγγελία μιας ανθολογία…

Χλόη Κουτσουμπέλη: "Ο στρόβιλος"

Εμένα ούτε οι νεκροί μου δεν είναι όπως των άλλων. Δεν αφήνουν κενές μποτίλιες έξω από την πόρτα ούτε εφημερίδες με αγγελία θανάτου δεν δίνουν παραγγελιά σε ξενυχτάδικα δεν φορούν μυτερά λουστρίνια ούτε λευκά πουκάμισα ανοιχτά στο στήθος δεν εμφανίζονται ξαφνικά στην πολυθρόνα στο σαλόνι μου ούτε σε όνειρα με ταχυδακτυλουργούς και χαρτορίχτρες.
Οι δικοί μου νεκροί κάθονται μπροστά σ' ένα τεράστιο πληκτρολόγιο και στέλνουν μηνύματα στο σύμπαν. Κάποια στιγμή μια μαύρη γάτα βουτάει τα πέλματα της στο σκοτάδι. Ανασηκώνονται τότε τα γυαλιά στη μύτη. Θροΐζει ο αέρας στις βελανιδιές. Φύλλα πέφτουν επάνω μου καθώς τρέχω μόνη μες στο πάρκο.
Όχι, ούτε οι νεκροί μου εμένα δεν είναι όπως των άλλων. Στρόβιλος είναι, φύλλα ξερά κάτω από το άδειο παπούτσι της νύχτας.



(από τη συλλογή "Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης", εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)