Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κωνσταντίνος Βολάκης: "Το πρόστυχο της αθωότητας βλέμμα"


Κρεμασμένες  κολόνες
στραγγαλισμένες  με σύρματα
Ηλεκτροφόρα
Μικραίνουν στ’ αλάργεμα
Του βρεγμένου δρόμου
Με τα φοβισμένα κλειστά
Περίπτερα
Και τα σκουριασμένα ρολά
Που  αύριο θα ξανατρίξουν λυπητερά
Σκαρφαλώνοντας
Στον καημό της νέας μέρας

Στης ταβέρνας
Του παλιού ψυγείου
Τα μισοκαμένα φώτα
Διορθώνει το φτηνό της κραγιόν
Η βραχνή καλησπέρα
Με το κόκκινο κοντό φόρεμα
Το σιδερωμένο από χέρια
Πρόστυχα π’ ακούμπησαν
Τ’ αντίκρισμα
Για της ολέθριας ηδονής
Την εκποίηση

Στο σκουριασμένο τραπεζάκι
Ανάμεσα
Στις  μεθυσμένες κουβέντες 
Και των συζητήσεων τ’ αποτσίγαρα
Ακούμπησε
Διστακτικά το χέρι της
Που κράταγε
Καρδιάς ψίχουλα
Κ’ ένα ξεθωριασμένο
Παιδικό της όνειρο

Και ’μείς
Ντροπιασμένοι
Ευγενικά παραμερίσαμε
Την στολισμένη ποίηση
Για να ξαποστάσει
Την δυστυχία της
Δίπλα στην δική μας

Ένα κρασοπότηρο
Γεμάτο Φεγγάρι κόκκινο
Τσουγκρίσαμε φτιάχνοντας
Άσπιλους κεραυνούς

Στα σχολικά τετράδια με το μπλε χαρτί
Στα ταξιδεμένα εισιτήρια
Στους δρόμους που δεν βαδίσαμε
Στα σπίτια που μας ρούφηξαν

Κ’ ευχηθήκαμε στον ουρανό
-Άσπρο πάτο-
Αντικαθιστώντας
Τα ληγμένα από καιρό
Κι’ ανώφελα
-Κύριε ελέησον-


Σχόλια

Δημοφιλή ποιήματα του μήνα