Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Αύγουστος, 2016

Κώστας Ρεούσης: "Θύμα καλοκαιρίας"

Σε σελίδες γυρνώ να βλέπω την τύχη ενός πτερούντος με σπαράγματα π’ ένιωσαν το σώμα μυρίζω το εκτόπλασμα να φέρνει το πέταγμα στ’ ανοιχτό παράθυρο δεν ήξερα τι απωθητικό το ποίημα είναι.


(από τη συλλογή "Καρίνα", εκδ. Φαρφουλάς, 2012)


Γιάννης Τζανετάκης: "Βρεγμένη Αριστομένους"

Καμιά φορά κόβεται η ταινία
–σε ένα φιλί απάνω σε μια μάχη–
τα παλαμάκια ανώφελα οι φωνές
όπως μια Κυριακή
που αργούσε η μπομπίνα απ’ τ’ άλλο σινεμά
το βήτα μέρος
γιατί είχε πέσει το παιδί απ’ το μηχανάκι
και βγήκαμε όλοι στη βρεγμένη Αριστομένους
με τις ομπρέλες μας περίλυποι
μισοί
ξέροντας απ’ το διάλειμμα το τέλος


Νίκος Βουτυρόπουλος: "Σαν Οδυσσέας"

Σαν Οδυσσέας στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Πηνελόπη γιοκ άκουσε πως έγινε υπάλληλος.
Που να βρεις καλοκαιριάτικα κάστανα; Με τη σκέψη αυτή λιποθύμησε. Σαν ξύπνησε δυο περνούσαν σύννεφα.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος: "Σπονδή σε ώρα απρόβλεπτη"

Καθώς το ρόδο στα δύο σχίζεται ζώντας πολλούς μικρούς θανάτους
Η νύχτα γεμίζει θρύψαλα φωνών γυάλινων που προαναγγέλουν τον Ικέτη
Εσύ: Κοιμάσαι στη στάση του εμβρύου και ξετυλίγεις τους επιδέσμους του μέλλοντος.



(από τη συλλογή "Αγχέμαχες λέξεις", εκδ. Άγκυρα, 2015)


Μάκης Τσίτας: "Ο ποιητής και τα ποιήματα"

Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει αυτός εκεί: τα ποτίζει, τα σκαλίζει, τα κλαδεύει κι ούτε που βαριέται κι ούτε που κουράζεται



Ευριπίδης Κλεόπας: "Το φεγγάρι στο φεγγίτη"

Έκλεψες πάλι την πανσέληνο απόψε άνοιξες το φεγγίτη σου κι αφαίμαξες όλο το λευκό της νύχτας έκλεψες την πανσέληνο και έγινες ποτάμι έγινες βροχή και φεύγεις ανάμεσα από τα δάχτυλά μου



Γιάννης Ηλ. Παππάς: "Το ανεκτίμητο τίποτα"

Τίποτα είναι το κλάμα του μωρού, το ζεστό ψωμί στα χέρια του μετανάστη, ένα ποτήρι νερό στα χείλη του διψασμένου·
είναι το πρώτο φως της αυγής, το σ' αγαπώ του έφηβου κοριτσιού, το σκίρτημα του ζαρκαδιού.
Τίποτα είναι το δάκρυ στο μάγουλο της μάνας, ο ήχος της καμπάνας σ' έρημο ξωκλήσι, το λάλημα του πετεινού τα χαράματα·
είναι η κάθε μέρα που ανυπόμονη περνάει, είναι η ίδια μας η ζωή, τίποτα είναι αυτό το ανεκτίμητο τίποτα.


(από τη συλλογή "Το ανεκτίμητο τίποτα", εκδ. Μεταίχμιο, 2011)

Χρήστος Ζάχος: "Ένας καθημερινός θάνατος"

Οι ποιητές έχουν σταματήσει να πηγαίνουν σε μπαρ Προτιμούν τα ήσυχα συνοικιακά καφενεία όπου μπορούν να κρύβονται και να αισθάνονται ασφαλείς Μπορεί να υπάρχουν κι άλλες σκιές εκεί όμως δεν τους ενοχλούν Ίσως και να τους εμπνέουν Εργαλείο απαραίτητο για τη δουλειά τους κι ένα καραφάκι ρακή ένα πιατάκι με μεζέ – δεν το έχουν καν αγγίξει και μια λευκή κόλλα που τους χλευάζει Τι βάσανο δεν γεμίζει πέτα τη στα σκουπίδια απόψε θα πιούμε μόνο

Πέτρος Στεφανέας: "Το τσίρκο"

Η φωνή στο τσίρκο Υπόσχεται νέες μοναδικές εμπειρίες
Θα περάσετε στιγμές μεγάλης αγωνίας Όλες οι γραβάτες να λύνονται στην είσοδο Θα καλυφθούν οι αντιλογίες και οι αστοχίες σας Τυχόν ανησυχίες θα αποκρυβούν Ο τροχός ανατρέπει τα δεδομένα
Θέ μου σταμάτησέ την αυτή τη φωνή
Κινδυνεύω να δεχθώ την πρόσκληση


Μαρία Πανούτσου: "Έρημη Πόλη 2016"

Μου διαφεντεύεις την σιωπή Κι' αποσπέρνεις την γαλήνη Μια απουσία απομένει εκεί

Καθώς η νύχτα περπάτα χέρι με χέρι Φίδι στην τσέπη σου και εγώ μ’ ένα πουλί Δείχνω τον δρόμο για του τέλους, την αυγή
Αστράφτουν οι κολόνες πνιγμένες στο φως Κολυμπώ, προλαβαίνω την λάμψη Κυνηγώ μια ζωή που δεν είσαι εσύ

Εκείνη η φωτισμένη σκιά Μην ψάχνεις, θα οδηγήσω εγώ Πάντα φωτισμένη από το σκύψιμο της κεφαλής

Και τώρα που το λέω βλέπω στα μάτια σου Ένα αντίο, αυτό το γνώριμο αντίο το μικρό Στερνό και λιγοστό μ’ ένα χαρτί να μεγεθύνει τη στιγμή


Ρογήρος Δέξτερ: "Ποιητική"

Είδα νεράιδες και τους μίλησα Ήπια το αμίλητο νερό Και όλο το μελάνι μου σαν κώνειο Τα συλλοϊκά μου τα πήραν δυο κόρες τ' ουρανού Χόρεψα με ξωθιές στα ξέφωτα Φίλησα κορίτσια γλυκά κεράσια Άκουσα τους στοιχειωμένους τοίχους Σκάρωσα αμέτρητους στίχους Κύλησαν αιώνες χρόνια ήλιοι φεγγάρια Σε κήπους ηδονικούς των Εσπερίδων Ώσπου μια μέρα είναι γραφτό Να σκορπιστώ και πάλι στης οικουμένης τα πέρατα Θα με μοιράσει ο όχλος στα σκυλιά και στα τέρατα Οι φίλοι θα με προδώσουν χωρίς αργύρια Θα νικηθώ στον πετροπόλεμο Θα σπάσω όλες τις αιχμές μου Σε ανόητους διαξιφισμούς Αλλά θα είναι νωρίς ν' αλλάξω φρονήματα Κι ακόμη πιο νωρίς Για να κρεμάσω στον ώμο Την ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα.



Γιώργης Βώδινας: "Ρημαδιασμένο ρήμα"

Δεν αμπαλάρεται σαν τιμαλφές στιλπνό σε φιλντισένιες θήκες Μήτε προθήκες σουλουπώνει αρρωστημένου υλισμού Παράφορα λαβώνεται σε γλώσσες παραχαρακτών Αφιονίζεται αδρά σ' αλισβερίσια αισθημάτων πλησίστιας υπουλίας Μόνο να χαριστεί μπορεί Απλόχερα χωρίς φραγμούς Όπως ο ήλιος μας κερνά Το φως της θαλπωρής του Στις φλέβες του αργοκυλά νέκταρ ολάνθιστης ζωής Λύνει δεσμά της μοναξιάς Τραύματα επουλώνει Λαλιά έχει αηδονιού Μοσχοβολά μεθυστικά Σαν καρπερό περβόλι Στέλνει τις πίκρες ξενιτιά Τους στεναγμούς μελώνει Μα λείπει απελπιστικά από ανθρώπων χείλη Έρημη λέξη ορφανή Μ' ασέλγεια δαρμένη Απόκληρη οδύρεται Σ' αδράχτια μαύρης λήθης Ρήμα που ρημαδιάστηκε Πλανιέται στην ορφάνια Εξόριστο γυμνό κορμί Σ' ανήλιαγα κατώγια Βλαστάρι άχρωμων καιρών Ολοφυρμού υφάδι
Λιθάρια μόνο το λαλούν πουλιά το κελαρύζουν Όπου οι ανάσες του κυλούν λούλουδα γλυκανθίζουν Θαρρώ το λένε ''σ' αγαπώ'' της απληστίας θύμα Μέσα στου πλήθους τον αχό στιλπνού καθρέφτη θρύμμα

Λευτέρης Ξανθόπουλος: "Πορτρέτο του ποιητή σε ώριμη ηλικία"

Σπασμένα δόντια με ένα μαχαίρι τσακίζει τα δόντια του με την ανάποδη του μαχαιριού
γρέζια κομμένα δόντια σκεπάζει με την παλάμη το στόμα του
λευκές σταγόνες αστραπές και από κάτω ντυμένος σκοτάδι ντυμένος στο μαύρο σκοτάδι ο μασκαράς
μυρίζει δόλο υπακοή και δόλο και ξαφνικά με ένα έτσι ξαφνικά με την ανάποδη του χεριού του κόβει σε χίλια κομμάτια το γυαλί
μπροστά στον καθρέφτη σε χίλια κομμάτια το τρελό γυαλί


(από τη συλλογή "Οι εχθροί και οι φίλοι μου", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)

Βαγγέλης Τασιόπουλος: "Η κλητική των αρσενικών"

Πάντα με γοήτευε των αρσενικών η κλητική εκείνο το έψιλον που ευημερούσε στην κατάληξη: άνθρωπε, θάνατε ... σαν δυο ερωτευμένες ημισέληνοι που αγρυπνούν συλλέγοντας τις προσευχές της νύχτας
η ευρυχωρία και ο ψόγος του δηλωτικού της ευγένειας δωρεά και υποψία
Θα πρέπει κάπου να ευνοήθηκε αυτή η πτώση - δεν εξηγείται αλλιώς - με τ’ αριθμητικά του παραδείσου, της υπερφύσης την ασέλγεια με τα φθαρμένα ενώτια και την αχλή περισπωμένη τ' ουρανού θηρεύει τη φωτοσκιά των λυπημένων.


(από τη συλλογή "Γράνα", εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2007)

Παναγιώτης Ράμμης: "Λευκό γιασεμί"

Ξέθαψα  μια  πέτρα  που  έπεσε  απ’  τον  ουρανό Ξεφύλλιζα   τις  πτυχές  της,  ανακάλυψα Τα  αναγνώσματα  του  ήλιου  και  της  θάλασσας Λευκώματα  του  καλοκαιριού  ένα  κορίτσι  που  ζωγραφίζει Σκόρπια  αρμυρίκια,  λευκά  γιασεμιά   που  μυρώνουν   τις  νύχτες  μου Κι  αλήθειες  τοπίων  αμάραντων  όπου  οι  σκέψεις  μας Αφήνονται  μέσα  τους  σε  μια  απόλυτη  διαύγεια



Νίκος A. Παναγιωτόπουλος: "Το μονοπάτι"

Ξαναλέω τα στοιχεία της γαλήνης του ανώτερου: Φτώχεια μυστικότητα ανωνυμία θάνατος - η ουσία.
Όντας κι εγώ δυό μάτια σκυμμένα στο χαρτί και κατ' επάγγελμα αναγνώστης μα όχι λόγιος δεν είναι στάχτη η φλόγα των ματιών μου και οι αμαρτίες μου δεν είναι αμαρτίες γραμματικού μόνο είναι αμαρτίες άγριες άντρα με σάρκα και οστά αλλά με τα δυό μάτια του σκυμμένα στο χαρτί χαρτί - σάρκα σάρκα - χαρτί έμαθα να διακρίνω τα στοιχεία της γαλήνης.
Υπάρχει μονοπάτι στην παράδοση που λέει πως όποιος ξέρει δεν μπορεί να διδάξει. Το παίρνω.
Δεν μπορώ να διδάξω. Ξέρω τη φτώχεια τη μυστικότητα την ανωνυμία το θάνατο ξέρω την ουσία.


(από τη συλλογή "Σύσσημον ή Τα Κεφάλαια", εκδ. Ίνδικτος, 2006)

Ευριπίδης Γαραντούδης: "Άτιτλο"

Κοίτα τώρα να σφαλίσεις στο παρήγορο σκοτάδι ό,τι τα μάτια σου καθρέφτισαν μέρα τη μέρα σταλιά σταλιά τη λάμψη αφρισμένες θάλασσες και βαθύσκια δάση σώματα που αστράφτανε αλειμμένα με το μέλι του ήλιου
Βγαλμένη απ' το πέλαγος ξαπλωμένη στο βράχο με τα δόντια να τροχίζει το παγωμένο χαμόγελο σου ’δειχνε αληθινά πως ομοιώθηκες τον κόσμο την ωραία κι υπαρκτή οφθαλμαπάτη

(από τη συλλογή "Ονειρεύτηκα τη Genova", εκδ. Μελάνι, 2011)


Σωτήρης Σαράκης: "Ημιτελές"

Νύχτα χλομή, ραγισμένη από χιλιάδες αστέρια
- μα πώς πώς να στεριώσω αυτό το ποίημα οι λέξεις κυνηγούν η μια την άλλη οι στίχοι αποδημητικοί
το χαρτί ραγισμένο από χιλιάδες λογαριασμούς
πώς - με θαμμένα τα πρώτα μου χέρια – αυτό το ποίημα ανάμεσα σε χιλιάδες αστέρια να το τελειώσω.


Ουρανία Κουνάγια: "Δυσανάγνωστα απογεύματα"

Αφαιρούν συλλαβές και προσδοκίες από τα ονόματα τους και έτσι ανάπηρες παρακολουθούν τηλεοπτικά μαθήματα μαγειρικής.
Τα τρυφερά χεράκια των αγέννητων παιδιών τους κρατούν και ψιθυρίζουν τραγουδάκια.
Είναι πολλά για να χωρέσουν όλα. Περισσεύουν και γι’ άλλα ακόμη δυσανάγνωστα απογεύματα.
Ανοίγουν την πόρτα της τηλεόρασης: μια μαϊμού εισβάλλει να διασκεδάσει το μπλε της βραδιάς.


(από τη συλλογή "Δυσανάγνωστα απογεύματα", εκδ. Κίχλη, 2015)

Κώστας Τσιαχρής: "Ελθέτω η απουσία σου"

Τι μ’ αφήνεις μόνο; Αγρίεψε  το σπίτι Ξεστομίζει μούχλα Κόβει ασβέστη απ’ το ταβάνι Τον χιονίζει στα μαλλιά μου Με γερνά Τι  μ’ αφήνεις μόνο; Πέντε το πρωί Ανοίγουν πόρτες Βγαίνουν στίχοι Μπαίνουν ερημιές και  στήθος λύκου μ’ αναπνέει Μ’ αφήνεις  μόνο Χόρτασαν  τα κάδρα σκόνη Βήχουν μαύρο τα συρτάρια κρακ και κρακ Παντού  τριγμοί Ελθέτω η απουσία σου Μ’ αφήνεις μόνο Ας  έβαζα έστω τις  ρυτίδες μου σε τάξη Ελθέτω η απουσία σου Ας έχωνα το χέρι έστω να  τραβήξω μέσα απ’ τους σοβάδες το αρχικό μου δέρμα Ελθέτω  η απουσία  σου ή   έστω  την κραυγή του βρέφους που γεννάει  από τα χείλη του τον κόσμο Μόνος Σφίγγω τους νεκρούς Μεσίστια  στην παλάμη ανεβαίνει μια  αστραπή Ελθέτω Απόψε βρέχει Βρέχει  εσένα κι ίσως -δόξα σοι  ο λυγμός- απ’ το πολύ νερό ξαναφυτρώσει  κάτι


Χρίστος Ρουμελιωτάκης: "Η αχιβάδα"

Προχθές τραβώντας το κρεβάτι βρήκα το χτενάκι σου, σαν αχιβάδα, που τραβήχτηκε η θάλασσα κι έμεινε στη στεριά. Και σκέφτομαι αχ, έτσι γίνεται, Θεέ μου, πάντοτε, η πιο μεγάλη θάλασσα να καταλήγει σ' ένα ποίημα γλυφό.


Ε. Μύρων: "Κι αν σας φαίνεται σκληρό"

Κι αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό αυτό το ποίημα να ξέρατε μονάχα, πόσο ωραιοποίησα τον πόνο.
Πόσο σφιχτά βούλωσα το στόμα μου να μην ακουστούν ολόκληρες οι κραυγές της γέννας.
Πόσα παγάκια κατάπια για να μην κάψω το χαρτί με την ανάσα μου.
Πόσο λευκό χρειάστηκα για να σπάσει το μαύρο και να σπείρω ορχιδέες δίπλα στα κοφτερά μου δόντια.
Αν σας φαίνεται ωμό και σκληρό αυτό το ποίημα, που να βλέπατε πόσο τραχύ είν’ το βλέμμα 
του όταν σας κοιτά να απορείτε.



Γιώργος Σπανός: "Ξύσμα καλοκαιριού"

λιθοξόος λόγος, δίνει τη μορφή σου ανάγλυφη ανάλαφρη
κι έναν Ιούλη ασβεστωμένο με το απομεσήμερο σκαλάκι προς το θαύμα


(από τη συλλογή "Προσφυγή", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)


Μαρία Πολίτου: "Η γέννηση του ποιητή"

                        Ο ποιητής των νεφών και των κυμάτων κοιμάται εντός μου.                                                                 Οδυσσέας Ελύτης
                    Η θάλασσα είναι αναμαλλιασμένη κι ο ουρανός το πένθιμο κοστούμι του ντύθηκε. Το μαύρο.     Το φεγγάρι το μαχαίρωσαν και φίμωσαν το φως του.               Λικνίζεται το αύριο σε σαπισμένη αιώρα                     επάνω από το χάρος της αβύσσου. 
                          Ήρθε η ώρα να μιλήσω.
Το κενό να γεμίζω με λέξεις. Να χρωματίσω τις λέξεις με φως.               Την πέτρα να συντρίψω του αβέβαιου.
    Φωλιάζει μέσα μου ετοιμόγεννη η σπορά του ήλιου.                  Καίει τα σωθικά μου. Από παιδί ...                                Δεν υπομένω πια.
                           Η ώρα ήρθε να μιλήσω.
Τώρα που πάγωσε το αίμα των ανθρώπων. Βυθίστηκε στη νύχτα.                        Ήρθε η ώρα να γεννήσω τη φωτιά.                                 Να αλώσω το σκοτάδι.                                    Να σώσω να σωθώ      …

Κωνσταντίνα Κυριαζή: "Κατά καιρούς"

Προβάλλει ξανά το θεριό χαμογελαστό
με βρόγχο και αυξημένους παλμούς ο ύπνος αναποδογυρίζει τα κατακάθια του κι ένας γλυκύς βραστός προορισμός σε ηρεμιστικό χωροχρόνο πανταχού παρών μας εκπαιδεύει
ο γέροντας ψαχουλεύει τα σωθικά του η γερόντισσα σε σανίδες απελπισίας ζυμώνει ψωμί κι ένα ιστιοφόρο βουτάει με τα δελφίνια
πέρα
πρόβαλε ξανά το θεριό ασυμβίβαστο μα φοβισμένο
κατακερματισμένο στα ιμάτια των ιστίων αγκιστρωμένο σε σανίδες από ζυμάρι



(από τη συλλογή "Τα στοιχεία και τα στοιχειά", εκδ. Έναστρον, 2015)

Κώστας Λιννός: "Κριτήριο"

Έκοψα  τον  χρόνο  μ’ ένα  σουγιά Και  τον  άνοιξα  με  τα  δάχτυλα: Δεν  είχε  τίποτα  μέσα· Πιο  κει  ένα  τσέλο  έκλαιγε Πάνω  στο  νωπό  πτώμα  τ’ ουρανού. Ο  ποταμός  χανόταν  χωρίς  όνομα− Οδηγός  μιας  ζωής. Κάπου  ένα  χέρι  χάιδευε  μαλλιά, Το  σώμα  σαν  σπασμένο  τραγούδι Γύρευε  το  ταξίδι· Και  παντού, μα  παντού  χιόνιζε Μια  λιτανεία  πένθιμων  στιγμών.