Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτέμβριος, 2016

Αθανάσιος Βαβλίδας: "Καλλιέργεια"

Με ρίζες έμαθα να γράφω και κλαδεύω τώρα λέξεις. Με χώμα έμαθα να σβήνω και λιπαίνω τώρα ιδέες. Με άνθη έμαθα ανάγνωση. και μυρίζω τώρα γνώση. Με φύλλα έμαθα απομνημόνευση και το φθινόπωρο κι αν έρθει, δεν ξεχνώ.


Αναστασία Μαργέτη: "Συμπληγάδες"

Ανάμεσα φόβου και θυμού ναυάγησαν τα πλοία σου. Ύστερα μόνο ο βυθός. Καθρέφτης του κόσμου η θάλασσα. Το φως μια αντανάκλαση.
Συνεπώς βρίσκεσαι τρίτος από της αληθείας.



(από τη συλλογή "Τρίτοι από της Αληθείας", ΑΩ εκδόσεις, 2015)

Ελένη Κοσμά: "Άτιτλο"

VII.
        Ποιήματα και         άνθρωποι αδιακρίτως         σε έρημη γη.
                 *
Είσαι ένα ράφι στη βιβλιοθήκη μου όπως την κοιτώ απ’ την καρέκλα μου δεξιά: ράχες σκληρές, μαλακές, οπισθόφυλλα, δώρα ασημένια ποιήματα· να ένας τρόπος
να σε νιώθω κοντά. Ένα βιβλίο κι ακόμη ένα· άλλα μικρά, άλλα μεγάλα (λιγότερα), καλοδεμένα· από μι’ άλλη ζωή τα περισσότερα, καλά δεμένη κι αυτή, εάν θες τη γνώμη
τη δική μου. Και τώρα που μείναμε μόνοι, τα βιβλία σου κι εγώ, λέω να κρυφτώ στο από κάτω ράφι· και μόλις νυχτώνει
να ανεβαίνω, να σε κοιτώ, να σε σκεπάζω μ’ ένα μαύρο απέραντο σεντόνι –που να μπαλώνει τη λαθραία μας μνήμη στα κενά.

(από τη συλλογή "Φιλιά στη γη", εκδ. Πόλις, 2016)

Αθηνά Χ. Λαζαρίδου: "Αροθυμία ή το Ω"

Φορές φορές τα βράδια με σβηστά μάτια θα δεις κοίτη τ’ αλησμόνητα και τα λησμονημένα Ίρι του ποταμού, που φαίνεται στο φως λαδής, και την Αμάσεια με νια να γίνεται ένα.
Απ’ του χαμόγελού της την άκρη γαντζώθηκαν κειμήλια, τάφοι κι ένας νεκρός πατέρας, σπίτια – Φαντάσματα και Ψυχές, που σπιλώθηκαν, αθύρματα του Χάρου και Λεβάντες αγέρας.
Γνέφει να σιμώσεις κι ανακάθεται στο χώμα. Καθισμένοι στο συρματόπλεγμα με την πλάτη αιχμηρές λεπίδες πληγώνουν γλυκά το σώμα.
Μα ξάφνου σβήνει το γέλιο της από τα χείλη. Σκύβει την κεφαλή και ξεμακραίνουν οι μνήμες, δεσμά στα σύρματα μοιάζουν τα μαλλιά στο δείλι.

Μανώλης Καπουσίδης: "Άτιτλο"

Σαν ε τ α ι ρ ί ς ημιθανής η Οικουμένη έ ρ π ε ι. Ερημολάλος Λιπαυγής.
Πολιτισμός ε ρ η μ ω τ ή ς τραβά τη μέρα απ' τα μαλλιά την ρίχνει μεσ' στα π έ λ α γ α.
Σε τ ρ ώ γ λ η η Νύχτα η μισή Η άλλη μισή εδώ κι εκεί
Τα ό ν ε ι ρ α και τα Παιδιά "παίζουν" εκεί α π ό μ α κ ρ α
Κι η Ανατολή μετρά φ τ ε ρ ά που κ ε ί τ ο ν τ α ι στα χ ώ μ α τ α.


(απόσπασμα από τη συλλογή "Πού είμεθα λοιπόν;»)


Αντρέας Πολυκάρπου: "Κρατάω τα καλοκαίρια"

Κρατάω μέσα μου τα καλοκαίρια. Αυτά που πέρασαν και έφυγαν χωρίς να χαράξουν το φως χωρίς να ανθίσουν το γιασεμί. Το ξεχασμένο γραμμόφωνο, το γαλάζιο ηλιοβασίλεμα και τις φωνές των παιδιών με τα ρυτιδιασμένα χέρια. Τον αέρα με τους κόκκους της αλμύρας και την καυτή άμμο στοιβαγμένη πάνω από τα ανοιχτά μου μάτια, φυτεμένα στα πράσινα βράχια. Κρατάω μέσα μου τα καλοκαίρια. Τα σκεβρωμένα αρμυρίκια και το λευκό σου χέρι να ψαχουλεύει τον ήλιο.

Αλήτις Τσαλαχούρη: "Εκτροχιασμένα βλέμματα"

− Εκτροχιασμένα βλέμματα − Θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο συθέμελα − Τα κυνηγούν οι Αρχές
στα πέρατα − Όταν ζορίσει ο κλοιός με καρφιά ένστολα − Σε έρημα χωριά − Απέραστα − Παίζουνε ρώσικη ρουλέτα − Ενταφιάζουν χαμένους τους σε πεύκα − Αν θες να τα κοιτάζεις − Και αίμα να στάζουνε τα δέντρα − Γράψε μου σύντομα με νέα − Εκτροχιασμένα βλέμματα − Τα κυνηγούν οι Αρχές στα πέρατα − Θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο συθέμελα


(από τη συλλογή "Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα", εκδ. Οδός Πανός, 2016)




Νίκος Βαρδάκας: "Λίγο πριν"

Στην λέξη που έλειψε από την γιορτή ντύνουμε με το πέπλο της νιότης την αφορμή. Νέα παιδιά, νέα σύννεφα στον κόκκινο ουρανό πετάνε οι σιωπές μας. Λίγες οι κουβέντες  που άγγιξαν την ψυχή, προτού ο χρόνος σβήσει για πάντα την ντροπή μας. Μαζευτήκαμε εδώ, κυνηγημένοι από άνθη της μορφής μας. Λίγο πριν, σαν τον ήλιο που δύει μουδιασμένη η φωνή επιλέγει την ζωή μας. Πνιχτά μέσα σε ηχόχρωμα βουτηγμένα, αναδύεται  η  εποχή μας. Καταραμένη πνοή..

Δημοσθένης Αγραφιώτης: "Ήμερα δε"

ήρεμα, ήρεμα ημέρες  περιπάτου εξημέρωση των μεν ήμερα δε.


(απόσπασμα από τη συλλογή  "Ήμερα δε", εκδ. Ερατώ, 2002) 


Αγαθάγγελος Σταυρόπουλος: "Το πικραμύγδαλο της χάρτινης τρώγλης"

Τα χέρια έξω απ’ το παράθυρο του αμαξιού, πάντα όταν ταξιδεύω! Πάντοτε! –κι ας μην είμαι μικρό παιδί– έτσι πιστεύω κάνουν, όσοι ακόμα ονειρεύονται ένα μπλε ψεγάδι του ουρανού, αλλά εκεί που ταξιδεύω ο κόσμος μοιάζει αλλιώτικος
Στις απόκρυφες αγορές υφάσματος, Κάπου πίσω απ’ τα Τζαμιά Τ’ ασήμια κι ο χαλκός να δίνουν και να παίρνουν Τα τουρκόλιρα να φεύγουν στον αέρα, Να συναντούν μπαχτσέδια μπαχαρικών στην ατμόσφαιρα,
Τόση ομορφιά, Κι όμως δεν αγγίξαμε τίποτα, Τόση ομορφιά, Κι όμως αγοράσαμε τα πάντα.


(από τη συλλογή "Η έξαρση της Πεταλούδας", εκδ. Οδός Πανός, 2016)

Δημήτρης Καρακίτσος: "Η γάτα της Τάι-Πεχ"

Με αγκαλιά τη γάτα της Τάι-Πεχ Σεπτέμβρη μήνα Καθισμένοι σε μια ωραία γωνιά στο Λέχαιο
Όπου είχαμε βρεθεί - για μονοήμερη εκδρομή. Όλη μέρα το σκεφτόμουν το κορμί σου.
Άδεια αυτοκίνητα που τρέχουν και σηκώνουν σκόνη Σε έρημες δημοσιές στου μεσημεριού την κάψα
Φεύγουν κι είναι και πάλι άδεια - Άνθρωποι που δεν ξέρουν πώς ν' αγαπηθούν.


(από τη συλλογή "Οι γάτες του ποιητή Δ. Ι. Αντωνίου", εκδ. Το Ροδακιό, 2012)

Άτη Σολέρτη: "Η γέννηση"

Μες σ' ένα σπίτι γεμάτο κατάρες… Ποιος δίνει σημασία στις ευχές; Ακόμα ξετυλίγουν το κουβάρι οι Μοίρες... Ποιος δίνει σημασία στις ευχές; Ακόμα καίει το λάδι στο καντήλι... Κατάρες ψιθυρίζουν ή τις ξορκίζουν; Ποιος μεριμνά για τις ευχές; Το φως απ' το λυχνάρι τους, κάνει τεράστια τη σκιά του κρεβατιού μου... Μοιάζει με πύργο, κάστρο απόρθητο, άβατο όρος των Αγίων. Ποιος μεριμνά για τους αμαρτωλούς; Νερό ζητάω. Πολύ. Διψάω. Νερό καταραμένο και λάδι αγιασμένο.... τα δώρα που μου φέρανε οι Μοίρες. Ποιος μεριμνά για τους αμαρτωλούς; Μες σ' ένα σπίτι γεμάτο νεκροθάφτες... Ποιος δίνει σημασία στους ζωντανούς;


(από τη συλλογή "Εβένινη δίνη", εκδ. Περί Τεχνών, 2007)


Γιώργος Δ. Βουλγαράκης: "Ιππόμαχοι"

Αγέραστος ο χρόνος πορεύεται νυχθημερόν στην ίδια ρότα, μας κοιτά -αναρίθμητους διαβάτες φωτισμένου διάσελου- και απορεί αιωνίως με κάθε ιππόμαχο, κοντανασαίνοντα και κάθιδρο, που τον κυνηγά αναιτίως ασκόπως και ματαίως.


πηγή: περιοδικό "Οροπέδιο" (# 17)

Βιργίλιος Βεργής: "Πικάπ Φθινόπωρο"

Όταν βραδιάζει φθινοπωρινά της προσοχής μου την εγκαρτέρηση διεκδικεί ένα παλαιικό, πικάπ αειθαλές.
Όταν νυχτώνει στου σαλονιού μου την αποτεφρώτρια γωνία, πάνω σε κρόταφο επιτραπέζιου τυμπάνου, κυρτό τριαντάφυλλο συγγενεύει με βινύλιο από σύνολο εγγυημένης λήθης.
Όταν σου στέλνω δένδρινες επιστολές πίσω από κάγκελα ρυτίδες και μέσα σε επιτήδειο χιονόνερο, να μην πυροβολείς το λευκό περιστέρι της ταχυδρομικής μου προσμονής.
Ίσως κάποτε επέλεξε αδίκως να κεντίσει φωλιά αποκλειστικώς στου δικού μου στήθους το εμμονικό σεντούκι.
Κάθε που εκπέμπει το σιδηρόκουτο σκόνη τυμβωρύχος ανασκαλεύει της μνήμης φουρτούνες, μεταποιώντας άσμα δικό σου αγαπημένο σε εύρετρο μεταμεσονύχτιου ψίθυρου.
Όταν φθινοπωρινά σε καλώ με μελωδίες πικάπ, να υποκρίνεσαι υπακοή στο κάλεσμα. Πορεία να χαράξουμε σε κάποιο συντονισμό ουρανού. Πάμε να ριχτούμε σε κυνήγι νεφελώματος, του αδιαίρετου να διεκδικήσουμε την αποκήρυξη.
Όταν σε ζητώ φθινόπωρο, να υποκρίνεσαι ερχομό καθάριο, διότι εξαντλήθηκε το απόθεμα, εγώ ως αειθαλές δεν είχ…

Νίκος Πατεράκης: "Το λάθος να βλέπουμε ταινίες μαζί"

Όταν τέλειωσε το φιλμ σε μισούσα έμοιαζε ο τρόπος που κρατάς την εφημερίδα το τσιγάρο στα δάκτυλα σου το ματωμένο μαχαίρι έμοιαζε ο έρωτας μας με το φιλμικό έρωτα των ηρώων
ώστε εμείς υποκρινόμαστε


(από τη συλλογή "Το τσίρκο των δρόμων", εκδ. Vakxikon, 2012)


Βέρα Βασιλείου-Πέτσα: "Ανάνηψη"

Βουτηγμένη στης Κυριακής τη θλίψη εκλιπαρώ το δευτεριάτικο πρωινό να γρηγορέψει. Ας πάρει μαζί του νάρδους να λούσω το κορμί μου μύρα και βάλσαμο να νίψω την ψυχή μου.
Δε μου ταιριάζει η λύπη.


(από τη συλλογή "Σαράντα μίλια σιωπή", εκδ. Ιωλκός, 2011)

Άντζελα Γεωργοτά: "Momentum"

Mη σπάτε τη σιωπή, είναι ημέρες επικίνδυνες. Οι άνθρωποι κρύβουν στις φλέβες τους το χάος. Μην τους μιλάτε, στα δόντια τους σφίγγουν μαχαίρια, τις νύχτες δεν κοιμούνται πια. Μη σκορπάτε τις λέξεις, καρφώστε τες, στο χώμα, να θεριέψουν.


(από τη συλλογή "Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη",  εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)



Μαρία Τζίκα: "Ατελεύτητη μητρότητα"

Ονειρεύτηκα την κόρη μου γριούλα, κάτω από άγριες ρυτίδες αναίτια να πληγώνεται το ευλογημένο σώμα του ποιητή Θεού εντός της, ονειρεύτηκα να αποχωρίζομαι το παντοτινά αφημένο στη μητέρα, χέρι, να σωριάζεται η αγάπη μας σκόνη μες στην άδεια κοιλιά μου. Όσο λιγόστευαν οι αξύπνητοι φόβοι, τεντώθηκε πάλι, παιδί, χαϊδεμένο απ’ την καθάρια αφή της ψυχής μου, μυημένο στον ατέρμονο σφυγμό της αγκάλης.
Την κράτησα μικρό θεμέλιο του στήθους μου, της εξιστόρησα με ανακούφιση τον ανύπαρκτο χρόνο την ατελεύτητη μητρότητα.


(από τη συλλογή "Ελαττωματικό χώμα", εκδ. Το Κεντρί, 2015)

Στάθης Κομνηνός: "Κοινή Γραμματική"

Μπαίνει στον Κόσμο σε Σχήμα έτοιμο Ολόκληρος σαν Τέλος
Εισόδιος όπως εξόδιος
Εξόδιος όπως εισόδιος                 Διαγώνιος                 Κυρτός                 Κάθετος Τους περισσότερους ήλιους μετρά κυματωμένος Αυλακωτός πολλές φορές Συχνά κουλουριασμένος Μα πάντα, πάντα επίκεντρος κι εγγεγραμμένος Αφού ν’ αγγίζει αγροικά και τη ματιά σαν μήτρα απλώνει και με τα πέλματα τον Κόσμο εισπνέει                                       Γι’ αυτό 
και την υγεία του Χώματος κατάστηθα έχει φυλαχτό Και στον Θεό τον ξεροκέφαλο ορκίζεται του πράσινου                  του κίτρινου                                   και του γαλάζιου Αυτός ο των στοιχείων ιππότης ο αστοιχείωτος Ο μονοκύτταρος της απλότητας πρίγκηπας!
Κίτρινο το λεμόνι στα χέρια του Δίχως να το ιππεύουν άγγελοι          Μ’ όλες τις αναγνώσεις στη φλούδα να διαβάζονται          Και μ’ όλες τις γραφές να γράφονται στους πόρους Ξινά τα γράμματα αναδύονται
Πορώδεις οι ορθογραφίες
Σε φλούδες και κουκούτσια δένεται το συντακτικό
                         Στη μια…

Χρήστος Μαρτίνης: "Πορτρέτο νέου ποιητή"

Δυο λέξεις ερωτοτροπούν. Νωχελικά μετατοπίζεται προς την τελεία μια λέξη. Μια λέξη σπρώχνει το κόμμα με το ιώτα της και κατεβαίνουν αγκαζέ στο παρακάτω στίχο. Παίζουν δυο λέξεις, σπρώχνονται μέσα στην ίδια πρόταση η μία – η νεότερη- πέφτει απ' το περιθώριο και παρασέρνει άλλες δυο και χάνονται όπως οι εκδοχές. Μια μαύρη λέξη καταρρέει απ' το βάρος της κι όλες οι λέξεις στροβιλίζονται ατμίζονται σαν πρωινά αστέρια για να φανεί ο ποιητής νεότατος

κρατώντας μόνο λέξεις.


πηγή: skaseaidoni.blogspot.gr


Χρήστος Ζυγομαλάς: "Ρόδου ελεγεία"

Χαμένη χώρα διέσχισα τον κόσμο πάνω σ’ ένα ξερό φύλλο Είμαι το όνειρό σου που σε ονειρεύεται μες τη βαθιά σιωπή του έρημου κήπου Μικρά πράγματα που δεν είδανε το φως σχηματίζουνε σκιές που μας ακολουθούνε και οι μέρες υπολείμματα αστόχαστων ακροβολισμών Άσφαιρες ελπίδες οι μάταιοι προχωρούν δεν ακούσανε τίποτα κι εγώ δε βλέπω πιά το πρόσωπό μου Ποιός ξέρει σε ποιά θάλασσα με πλανόδιους τρίτωνες σε γιορτές του νερού πλέκοντας χιτώνες με τις γραμμές των καραβιών Σουρούπωσε πάνω από ένα τριαντάφυλλο που έκλαιγε για τα μελλούμενα και τα περασμένα

Χριστόδουλος Καλλίνος: "Περί κηπουρικής"

Δεν θα μιλήσω για το ύφος των δέντρων γιατί δεν ξέρω από κηπουρική. Τα λόγια πια σαν την βροχή και σαν τον άνεμο. Δεν είναι βάλσαμο ο λόγος ούτε του φίλου. Υπάρχουν τόσα που δεν ξέρω να σου ειπώ δεν ξέρω αν πρέπει ή αν είν’ η σκέψη ικανή. Και πάλι αφήνω τα λιγοστά πράγματα π΄ αγάπησα. Είναι τα πράγματα μπελάς μες της καρδιάς τα βάθη.


(από τη συλλογή "Ρέκβιεμ στη νεότητα", εκδ. Ακτίς, 2015)


Ιάσωνας Σταυράκης: "Σίσυφος"

Δεν είμαι ξένος εδώ… Βλέπεις εκείνη την κηλίδα ψέματος που ανθίζει μια φορά τον αιώνα στην καρδιά της στέπας; Βλέπεις στα μάτια του ελέφαντα το χάρτη του πεπρωμένου; Βλέπεις το Κιλιμάντζαρο που τρίβει τους αγκώνες και στο σκοτάδι μου φωνάζει… Σίσυφε… Δε με θυμάσαι;


(από τη συλλογή "Μηδέν Γραμμάρια", εκδ. Ανεμιστήρας, 2014)