Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2017

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου: "Η αγάπη αρκεί"

Κι αν το μελάνι στάζει αργά στον θόλο του ουρανίσκου και αν απλώνεται ύστερα ανεπαίσθητα εντελώς στη χλόη της γλώσσας, όπου αμέριμνες κυλιούνται οι λέξεις παίζο- ντας λαχανιασμένες τόσο ώστε ν’ ακούγονται δυσδιάκρι- τες. Τα γράμματα το σχήμα τους αλλοιώνεται -του ρω η ουρά λειψή, του λάμδα ξεχαρβαλωμένο το αντιστήριγμα- η αγάπη αρκεί. Κι εξάλλου η ακοή δεν ξέρει ανάγνωση, δεν ξέρει ούτε τους ήχους των γραμμάτων να διακρίνει -τόσο αγράμματη. Αγνοεί το πέρασμα του νοήματος πώς γίνεται στις λέξεις και αρκείται στο άκουσμα μονάχα του ρυθμού, που τσακισμένος βγαίνει όπως τρικλίζοντας μέσ’ από τα συρματοπλέγματα ενός ερειπωμένου δεκαπεντασύλ- λαβου. Γι’ αυτό σου λέω, η αγάπη αρκεί.


Λίνος Ιωαννίδης: "Οι λέξεις"

Χωρὶς τον ουρανὸ θ’ αρπάξουν τον ορίζοντα πιο πέρα θα τον ανάψουν ζωντανὸ και θα τον κάψουν μέρα χωρὶς τον ουρανὸ ολόκληρο το σύννεφο θα ρίξουν το μισὸ μέσα θα σκάψουν το νερὸ να τρέξουν οι ανάσες Θα βρουν τον ύπνο να κοιμάται στο χαρτὶ με τις εικόνες του με τη σιωπή του θα δοκιμάζουν ακόμα όνομα οι λέξεις

(από τη συλλογή "Η θέση του χρόνου", εκδ. To Ροδακιό, 2014)


Φαίδων Αλκίνοος: "Ψυχές φυγές"

απόψε θα εκτελεστούν τα όνειρά μου από μένα τον ίδιο όλη η σκέψη μου θα βυθιστεί σε σένα
δεσπόζουσα στην αυλαία της μοναξιάς εσύ τα μάτια σου
απόψε θα παραμερίσω κάθε ασήμαντο ακόμα και σπουδαίο όνειρο από το διάβα του μορφέα
απόψε οι φυγές θα φύγουν σαν ψυχές σαν τις ψυχές που μείνανε φυγές
απόψε - μη λείψεις


Ηλίας Κεφάλας: "Όλυμπος"

Σαν αιωρούμενη φωλιὰ από νέφη Πασπαλισμένος τα πηγμένα χιόνια του Πετά ο Όλυμπος στον ουρανὸ κάθε πρωὶ "Είσαι αλήθεια ή ψέμα;" Φώναζε ενθουσιασμένος ο παππούς μου Καμαρώνοντας τη φιλντισένια όψη του βουνού
Απὸ νερὸ ή στάχτη τα χρόνια γρήγορα περνούν Μνήμη μονάχα ο παππούς μου τώρα πια Και το βουνὸ εκεί γεροδεμένο και ανίκητο Εξωθώντας τη λευκὴ αθέρα του στο χάος Αμόλυντο να φαίνει Πλατὺ και οξὺ και εν τέλει Να επιβάλλεται στον καθαρὸ ουρανὸ
Ο λόγος του παππού στη γλώσσα μου τροχίζεται "Είσαι αλήθεια ή ψέμα;" φωνάζω τώρα εγὼ Και μαγεμένος καμαρώνω τον κώνο του τον ιερὸ


Εύη Κορώνη: "Να αγριεύω από έρωτα"

Άγριες σκέψεις. Άγριες λέξεις. Άγρια συναισθήματα.
Τι τρομαχτικοί που γίνονται οι άνθρωποι όταν αποκαλύπτουν το γυμνό τους πρόσωπο. Πως το "γεια σου" μαζεύει το χαμόγελο του και το μαχαίρι σε κρατά σφιχτά· χέρι. Θα έπρεπε να μη τρομάζω με όλα αυτά αφού, ηθοποιός είμαι εξάλλου. Θα έπρεπε να τα έχω συνηθίσει τα προσωπεία. Επέλεξα όμως να πορεύομαι σε τούτη τη ζωή, σαν ένα μεγάλο παιδί. Να αγριεύω μόνο, όταν από έρωτα το κορμί μου πλημυρίζει Να χτυπώ, μονάχα τα χείλη μου επάνω στο ποθητό κορμί.
Έτσι αγριεύω εγώ και έτσι ζω, μέσα στο δικό σας πόλεμο.

Στέλιος Καραγιάννης: "Οι μυθογράφοι"

Έμενα τότε στο πιο σκοτεινό διαμέρισμα
του ποιήματος – και για να μην παρεξηγηθώ –
εννοώ το παράξενο ποίημα
που δεν έγραψα ακόμα·
τα βράδια έρχονταν απρόσμενα,
οι φίλοι μου οι ταξιδεμένοι,
ανάμεσα σ’ αυτούς
κι ο Οδυσσέας.
Φορούσε πάντοτε ένα
ξεφτισμένο ένδυμα – δεν σκέφτηκα ποτέ μου
το γιατί – ριχνόταν λοιπόν
απογοητευμένος
σε μια πολυθρόνα κι άρχιζε να καπνίζει
με μανία το τσιγάρο του.
Γιατί να με βασανίζεις
τις νύχτες – μου έλεγε – μ’ αυτές τις φανταστικές
ιστορίες σου,
άσε επιτέλους να ζήσω κι
εγώ,
τη δική μου ζωή την αληθινή.
Όσο για μένα βέβαια, καθόλου δεν
τον άκουγα· σαν μαγεμένος του μιλούσα
για τον Τέννυσον, τον Τζόυς, τον Καβάφη.
Μη με μπερδεύεις άλλο με τους μυθογράφους – μου
έλεγε –
αυτοί μου καταστρέψαν τη ζωή.

Μιχάλης Γκανάς: "Χριστουγεννιάτικη ιστορία"

Κάθεται μόνος και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι. Κανείς δε θα ’ρθει και το ξέρει, κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι, σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι. Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.
Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι, δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει. Στην τηλεόραση χιονίζει, το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι και στις παλιές φωτογραφίες, γνώριμα μάτια των νεκρών, που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη και μόνο το δικό της βλέμμα έρχεται από τα περασμένα.
Κοντεύουνε μεσάνυχτα και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί. Πώς να του πω "Καλά Χριστούγεννα", ευχές δε φθάνουν ως εδώ, δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα, η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης, μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του. Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.
Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι με αργές κινήσεις σα να το …

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου: "Στην κεντρική λεωφόρο"

Τοίχοι στο κίτρινο υγροί, αραιή νέφωση στην κεντρική λεωφόρο ατσάλινο ποτάμι με βρυχηθμούς κατέβαινε. Λιωμένο μωβ, παραίσθηση του Σαββατόβραδου, με τις στριγγιές χορδές μπάσες στις φλέβες, κάλπαζε ξέφρενο χορό. Κορίτσι φθινοπωρινό στ’ άδεια σου όνειρα θα μακιγιάρεις τη σιωπή σου βιολετιά, τα μάτια πράσινα με τον καπνό της λησμοσύνης τυλιγμένη.


(από τη συλλογή "Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος", εκδ. Πηγή, 2016)


Ανδρέας Τσιάκος: "Ο εύθραυστος ύπνος"

Καυγαδίζουμε σαν δάκρυα
στην πλατεία του γέλιου,
(μια δρασκελιά απ’ το άρωμα του αίματος).
Ριζώνουμε τις καρέκλες μας
εκεί που το θέατρο της επαρχίας
συναντά τους χορηγούς του.
Σκάβουμε με τα νύχια ή τα δάχτυλα
- πια, η εντολή του νου μπερδεύει τα σταυροδρόμια των νεύρων -
τον νιπτήρα που κοιμόμαστε;
Με υπότιτλους στα μάτια μας
πέφτουν τα βλέφαρα.

(από τη συλλογή "Ο λαιμός του δήμιου", εκδ. Straw Dogs, 2016)


Ιωάννα Σκλαβενίτη: "Σχεδόν ποτέ"

Ωσάν ολονυχτίας σταγόνα Σε παρτιτούρας το ντελίριο Έγειρε η μέθη της στιγμής Σε μελωδίας κόρφο. Σχεδόν ποτέ Λευκό τριαντάφυλλο Δεν ψέλλισε Σ’ ανέμου τη μανία. Προτού χαράξει, Δάφνινα κόκαλα Μιας μείζονος κλίμακας Ξανασμίγουν. Μυρίζει τάμα Ανοιξιάτικης θυσίας. Μελαγχολικές φωνές Μιας παραμονής χρωμάτων Αλητεύουν στους δρόμους. Σχεδόν ποτέ Τα βλέφαρα Δεν ξέφτισαν στον χρόνο. Εκείνος ο αδιαπραγμάτευτος Νηματουργός των αποσιωπητικών Νανουρίζει τα κρυφά γράμματα. Φτύνει τα χέρια του. Τίποτε δεν διεισδύει στο δέρμα του. Εκτός από το μητρικό το γάλα. Προλαβαίνουμε τη λιακάδα Με λικέρ στο τσάι Δίχως ζάχαρη. Σχεδόν ποτέ Αντίρρηση καμιά.


(από τη συλλογή ''Φεγγάρια Ηδονής", εκδ. Πνοή, 2017)

Έλενα Πολυγένη: "Κάτι υπάκουο στις εντολές της ανησυχίας"

Νυχτώνει· τ’ αστέρια σαν αιχμές αστράφτουν τον κίνδυνο.
Κλειστά· οι σκεπές κατηφορίζουν· συντρίβονται – δε βαριέσαι.
Είπα ότι η νύχτα θ’ απαλύνει – αλλά πώς.
Πάντα ο πόνος φέγγει με κάποιον τρόπο.
Σπασμένο κρύσταλλο το φως εισχωρεί μέσα μου.

(από τη συλλογή "Τα δευτερόλεπτα των ζωντανών στιγμών", εκδ. Γαβριηλίδης, 2017)

Χριστόφορος Τριάντης: "Λευκές σελίδες"

Στις λευκές σελίδες δεν γράφονται πια προτάσεις, παρά σκόρπιες λέξεις. Στίγματα και τελείες, έξω απ’ την ιστορία. Η γραφή είναι το ελιξίριο για τις απολεσθείσες αισθήσεις και τις χλωμές μελαγχολίες. Και αφού το σύμπαν αποδείχθηκε ανώφελο, ο αντιλογοτεχνικός λόγος είναι μια  σωτηρία για τους αδιάφορους (του κόσμου).


Ελευθερία Σταυράκη: "Μήδεια ΙΙ"

Τα παιδιά μου έρχονται συχνά στο σπίτι Παίζουμε το παιχνίδι που αγαπούνε περισσότερο Τις νύχτες κοιταζόμαστε μάτια κόκκινα αμίλητα κυνηγούν το παραμύθι χαμένο μέσα μου Τα ξεγελάω με λόγια ξύλινα γλυκά Απ’ τα σπασμένα στόματα ηχούνε οι ανάσες  κοροϊδία Όταν βαριούνται χορεύουνε πιασμένα χέρι χέρι Με βάζουνε στη μέση αδύναμη μικρή πάνω μου ξερνάνε ουρλιαχτά και όνειρα φωνάζω -ησυχία επιτέλους!- βιάζομαι να συγυρίσω κάθε απόδειξη της ύπαρξής τους Ποιον κοροϊδεύω άραγε; Δεν ξέρω από παιδιά Πανηγυρίζουν κρεμασμένα στις τεντωμένες μου χορδές  ενώ τους εξηγώ όσο πιο απλά μπορώ ότι δε φταίω που δεν αγάπησα ποτέ κανέναν ούτε τον εαυτό μου και τίποτε δικό μου πριν κινδυνεύσω να το χάσω -ή αφού το έχασα Τους αρέσουνε οι δικαιολογίες τις βρίσκουνε αστείες τις αρπάζουν παίζουνε μαζί τους τις σπάνε τις χαλάνε για να διασκεδάσουν Λίγο μόνο ησυχάζουν Έπειτα ζητάνε κι άλλες

(από τη συλλογή "Ιθαγένεια", εκδ. Απόπειρα, 2016)

Μαριέττα Πεπελάση: "Είναι λίγες οι φορές που θυμάμαι να έχω κερδίσει"

"Είναι λίγες οι φορές που θυμάμαι να έχω κερδίσει, για πάνω από μερικούς μήνες, τη συμπάθεια κάποιου ανθρώπου".
Βρισκόμαστε μαζί, υπάρχω μόνη. Με την παντοδυναμία Εκείνου και την αδυναμία τη δική σου. Την αλμύρα της θάλασσας τη γεύση της απελπισίας. Τις γνώριμες δυσκολίες των βράχων και τους αξεπέραστους πόνους. Με τα χαλίκια επίμονα και προστατευτικά να δέχονται το σώμα και η απόμακρη παρουσία να θρυμματίζει τη χαρά της καρδιάς. Μια σκιά στο φως του Εσπερινού μ’ οδηγεί κρατώντας ευλαβικά στ’ αριστερό χέρι διάφανη σακούλα. Μέσα απ’ το φως της βλέπω κάτι απ’ το σώμα και το αίμα της ψυχής μας και της ζωής Εκείνου.


Ντίνος Σιώτης: "Οι αγράμματοι"

Οι αγράμματοι νεκροί κουβαλάνε στους ώμους βαριά ωροσκόπια και ψάχνουν μ' 
ένα λυχνάρι κάποιος να τους τα διαβάσει
(από τη συλλογή "Ωροσκόπια νεκρών", εκδ. Καστανιώτης 2017)


Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου: "Αντηχείο"

Στο κοιμητήρι της Μονεμβασιάς αδυνατούν να φτάσουνε στη γεροσύνη οι νεκροί. Ο μαχαλάς τους πανηγύρι ημιχόριο ο κόσμος τους γυναικωτός και περιστρέφεται ωδείο καθώς έρπεται στα τρίηχα της μνήμης ή πάλι διψασμένοι για κυνηγητά γύρω από πεύκα διακονιάρικα κι οι ζωντανοί να σημαδεύουνε το όνειρο με κουκουνάρια˙
Σ’ αυτόν τον κόσμο πώς να γράψω accompagnée Σκύβουν με βουλιμία οι θαμμένοι στη γραφή μου και εισπνέουν


(από τη συλλογή "Μα περικάρδιος ο άνεμος του ποιητή", εκδ. Γαβριηλίδης, 2005)

Ανδρέας Kαρακόκκινος: "Xωρίς ενοχές"

Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και ψεύτικα παραμύθια.
Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.
Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.

(από τη συλλογή "Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό", εκδ. Ένεκεν, 2017)

Μιχάλης Κ. Παπαδόπουλος: "Το ποίημα αιμορραγεί"

Θρυμματισμένα κύτταρα
Θρυμματισμένα όνειρα
Εγκατάλειψη
Ερήμωση
Αφωνία
Απουσία
Αγωνία
Στη γωνία
Και το ποίημα αιμορραγεί


(από τη συλλογή "Ανθρω πεινώ", εκδ. Μανδραγόρας, 2016)


Χρήστος Σκιαδαρέσης: "Κρίνο αρχέγονο"

(Ποίημα αφιερωμένο στις γυναίκες                                                                              που μάχονται να εξαλείψουν τη βία                                                                              που ασκείται απάνω τους,                                                                              απ’ όπου αυτή κι αν εκπορεύεται.)

Γυναίκα. Το λίκνο της ζωής.
 Μια αναθάλλουσα παπαρούνα σε καταπράσινο λιβάδι.
Μια νύχτα αστερόεσσα σε στολίζει. Με ανεξίτηλα, σε στεφανώνει, χρυσαφιά χρώματα.
Φλόγα μετέωρη θυμίζεις.  Σπίθα που ξοδεύεσαι σε κέρινες δάδες.
Είσαι ο έρωτας  των ερώτων. Το πελώριο , καρπερό δέντρο  που κυοφορεί την αγάπη.
Μια μικρή Ζωοδόχος, μια ηλιαχτίδα ιώδης, που βάφεις την Πλάση με τα δάκρυα της καρδιάς σου.
Γυναίκα εσύ, κρίνο αρχέγονο, τίκτεις τον σπόρο της ζωής, τον ταξιδευτή ήχο της.
Εσύ τον ανασταίνεις.
Εσύ τον υψώνεις, ανάλαφρο πούπουλο, πάνω απ’ τα φαράγγια και τις χαράδρες, πάνω απ’ τις στέγες, ψηλά ως το Σέλας.
Μοσκοβολάς, γυναίκα, μια ασύλληπτη ομορφάδα,