Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάρτιος, 2017

Τάσος Μάντζιος: "Κατάκοπες αφίξεις"

Όλες μου οι μεγάλες οι συγνώμες, όλες, ασθμαίνουσες!... Οικτρά, αργοπορημένες... Ολότελα, άκαιρες... Κατάκοπες αφίξεις, σε μια παράσταση που τέλειωσε. Σε υπέργηρου οδοντοστοιχία, φρονιμίτες... Οξειδωμένα, εκτός κυκλοφορίας, νομίσματα!...
Σ’ εκείνους, που πολύ τις άξιζαν... Συγνώμες, που μοναχά σε ζωντανούς, μπροστά, ίσως και να ’χαν κάποιο νόημα!...

Τάσος Καπερνάρος: "Ημέρες φθινοπωρινής μουσικής"

Τον φίλο τον παλιό θα επικαλεστώ
κάποιαν ημέρα.
Γιόσεμπα! θα τον φωνάξω
σ’ ένα ποίημα μελλοντικό
Μα αυτός ακόμη θα κρατά λογαριασμό
την ίδια ατελείωτη παρτίδα σκάκι
θα πριονίζει.
Με τα φτηνά τσιγάρα του
θα χάνεται στη Δύση.
Γιόσεμπα! θα του ειπώ
σπασμένες μουσικές λαμβάνω
σπασμένα χρόνια μου τηλεγραφούν
πως καταφθάνουν.


Μαρία Μπούχλη: "Άτιτλο"

Τα κουρασμένα σπίτια με τα κεραμίδια όταν βρέχει ανησυχούν, σχεδόν αγωνιούν,
μη δεν μπορέσουν να φυλάξουν
ό,τι οι άνθρωποι τους εμπιστεύτηκαν...
το τραπέζι με το κροσσωτό τραπεζομάντηλο,
τα στρωμένα κρεβάτια όπου αναπαύονται
το παιδικό αρκουδάκι και οι πάνινες κούκλες,
τις κρεμάστρες με τα πουκάμισα και τα φουστάνια
και την ιερή καταφυγή της αγάπης.
Έχουν καημό μεγάλο τα κουρασμένα σπίτια
σαν πλησιάζει το φθινόπωρο που κλαίει,
σταλάζοντας τα δάκρυα του ανάμεσα
από τα ραγισμένα κεραμίδια.
Τότε επιστρατεύουν τις μικρές αλουμινένιες λεκανίτσες,
τα κατσαρόλια με τα μαύρα αυτιά και τα πλαστικά τάπερ,
ώσπου σπάνιες τσίγκινες μελωδίες να ανηφορίσουν
νανουρίζοντας τον ύπνο των ανθρώπων,
ώσπου και η γάτα που δεν αγαπά το νερό
να κουλουριαστεί ησυχάζοντας στα πόδια του παιδιού.
Το δικό μας σπίτι αναστέναζε συχνά απαρηγόρητο
κι εμείς αδειάζαμε το πρωί τις λεκανίτσες με τα πικρά του δάκρυα
ποτίζοντας το παρτέρι με τα μυρωδικά της μάνας...



Κατερίνα Καρπούζη: "Παιδική αφύπνιση"

Φρεσκοβαμμένοι τοίχοι, Πετάς τα κεράσια σου. Δε θα σε μαλώσει πάλι η νοικοκυρά. Παιδί είσαι, θα μεγαλώσεις.
Κι όταν μεγαλώσεις Θα μετανιώνεις για τα κεράσια… Τους τοίχους έπρεπε να πετάμε.


Αυγή Λίλλη: "Παράθυρο"

Το κεφάλι μου είναι άδειο σαν το δωμάτιο που άφησε η μπόρα. Δίπλωσα τα ρούχα και άνοιξα το παράθυρο να μπει το ουράνιο τόξο μέσα.




Kάτια Tορνάη: "Aν-ώριμος συλλογισμός"

Η σκέψη μου η ηλικιωμένη με θυμώνει. Έχω κάποια νιάτα ακόμα μέσα στη φλέβα του ποδιού μου. Παντοτινοί αντίπαλοι, στο σώμα μου, μαζί μου μεγαλώνουν.

Δημήτριος Γκόγκας: "Άτιτλο"

Στομικρόδωμάτιο, μέτρησετέσσερις άσπρους τοίχους. Ψηλά ο ουρανός. -"Ήρθε η Άνοιξη" σκέφτηκε. Τους έβαψε γαλάζιους και πνίγηκε στη θάλασσα.

(από τη συλλογή "Θάνατος είναι ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες", 2016)


Γιώργος Κασαπίδης: "Ασπροβάλτα γκρίζου Νοέμβρη"

Όσο πυκνά και να χιονίζει
πάνω στη θάλασσα, εκείνη
μουντή απ' έξω κι ως βαθαίνει σκοτεινή
ποτέ της δεν ασπρίζει.
Κι ούτ' ένα δέντρο μεσοπέλαγα
σαν τίτλος -έστω- ποιήματος, ωσάν παρατυπία
έτσι που την πεζή ζωή μου να ξεγέλαγα
με μιαν ακόμη εξαίσια ουτοπία.


(από τη συλλογή "Εκσκαφέας αοράτων", Εκδόσεις των Φίλων, 2013)

Kική Δημουλά: "H περιφραστική πέτρα"

Μίλα.
Πες κάτι, οτιδήποτε .
Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.
Διάλεξε έστω κάποια λέξη,
που να σε δένει πιο σφιχτά
με την αοριστία.
Πες:
"άδικα",
"δέντρο",
"γυμνό".
Πες:
"θα δούμε",
"αστάθμητο",
"βάρος".
Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται
μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.
Μίλα.
Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Εκεί που τελειώνουμε εμείς
αρχίζει η θάλασσα.
Πες κάτι.
Πες "κύμα", που δεν στέκεται.
Πες "βάρκα", που βουλιάζει
αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.
Πες "στιγμή",
που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,
μην τη σώζεις,
πες
"δεν άκουσα".
Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ’ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ’ τη νύχτα στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη
Μη λες "ολόκληρη",
πες "ελάχιστη",
που σ’ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου .
Ολόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πες "αστέρι&qu…

Γιάννης Πατίλης: "Γιατί να γράψω εγώ αυτά τα ποιήματα"

Γιατί να γράψω εγώ αυτά τα ποιήματα Γιατί να μην πάω στο περίπτερο Να χαζέψω τις γλάστρες από το παράθυρο Να πιω νερό;
Γιατί να μην αφήσω τον εαυτό μου Στην καρέκλα του Ξεχασμένο Κι αδίκαστο;


(από τη συλλογή "Ταξίδια στην ίδια πόλη", εκδ. Ύψιλον, 1993)   


Mιχάλης Γκανάς: "Περί ποιήσεως"

Κι εσύ που ξέρεις από ποίηση κι εγώ που δεν διαβάζω κινδυνεύουμε. Εσύ να χάσεις τα ποιήματα κι εγώ τις αφορμές τους.

(από τη συλλογή "Ποιήματα 1978-2012", εκδ. Μελάνι, 2013)


Χριστίνα Καραντώνη: "Έλειπαν"

Από το προσκλητήριο των στίχων έλειπαν μερικοί.
Το στήσιμο φοβήθηκαν
στον τοίχο
και μια εκτέλεση
που φάνταζε πιθανή.


(από τη συλλογή "Ακόμα χρόνος", εκδ. ΑΩ, 2011)

Γιώργος Πετούσης: "Tέλος χρόνου"

Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ.
Πάλι και γι’ ακόμη μια φορά
μου τη χάρισες.
Μου έδωσες παράταση ζωής
Μου παρέσχες
Επιπρόσθετο καιρό μετανοίας.
Πόσο όμως θα πάει αυτό;
Πόσο;
Μια μέρα ξαφνικά θα μου πεις:
Κάτω οι πέννες, τα μολύβια.
Τέλος χρόνου.
Για δώσε μου κι εσύ το γραπτό σου.
Για δώσε μου κι εσύ το γραπτό σου. 


(από τη συλλογή του "Τέλος χρόνου", εκδ. Αριστοτέλους, 2010)

Σταύρος Aμπελάς: "Παρουσίαση"

Με κούρασαν οι ομιλητές. Ανούσια τα λόγια τους. Εδώ στη σκοτεινή γωνιά της αίθουσας φτάνει παράταιρη η φωνή τους ξεθωριασμένα των ενδυμάτων τους τα χρώματα. Και το κοινό ένα θλιβερό συνονθύλευμα.
Θα βγω στον δρόμο να πάρω αέρα. Στην αγκαλιά ενός ανυποψίαστου κοριτσιού θα βρω την ποίηση που αναζητώ.


Λευτέρης Παπαστεργίου: "Άτιτλο"

Μούσκεψα κόρες ονείρων
Ταξίδεψα
στις φλέβες
μιας λεμονιάς
Ασυνόδευτοι στίχοι
τα λευκά άνθη
Κλεμμένες σκέψεις
τα κλωναράκια
Σταλαγματιές πόθων
τα φύλλα της
Χορτάτα που θα ξυπνήσουν τα πουλιά…


Bασίλης Pούβαλης: "Aνατέλλεις όπως οι ήλιοι μου"

Tο μητρικό γάλα και τ’ άγγιγμα ο σκαμμένος λόφος οι κόκκινες πέτρες οι αναπνοές η λογική
O συρμός κι ο συριγμός τα σημάδια του κορμιού οι Μυστικοί Δείπνοι ο μελουργός η τοξοβόλος το επιμύθιό τους
Kοιμάσαι στις φλέβες μου ξυπνώ στο μέτωπό σου
Eνα μπόλιασμα στη χαραυγή οι ξεχασμένες σονάτες το ύστερα χάδι και το πριν φιλί ο χάρτης των ιδεατών προορισμών
Λίγο χώμα για τη βροχή η αναμονή ο τωρινός εαυτός σε τέσσερις στροφές
Aρκεί η προσδοκία ο αιματίτης στο μάρμαρο η αραβική θηλιά στον αλογίσιο λαιμό
Ύστερα η αγέλαστος κόγχη το μυστικό άπειρο η πίκρα της ρίζας τα φιδίσια μάτια
Eδώ σβήνει ο άνεμος – ο μανδύας για τους αμαρτωλούς οι ρώγες οι αγκαθωτές απολήξεις οι βλαστήμιες και οι ηδονές η άρνηση προτού μιλήσεις καταφατικά
Ο αόρατος στόλος στις παρυφές ο αχός και η viola da gamba οι αιώνιες υποσχέσεις το παραμύθι για τις ημέρες και τις ροδιές η ανέγγιχτη φλέβα της νύχτας
H γεύση στυφή το ξερό ψωμί το νερό από ίδιο ποτήρι το θράσος των ηττημένων η αλήθεια και η μνήμη τους
Eδώ κι εκεί μια τσαλακωμένη φωτογραφία ένας φόβος παιδικός ένα …

Kωνστάνς Δημά: "Tι πας να κάνεις"

Τι πας να κάνεις σ’ ένα τοπίο σκόνης με ρώτησαν βλέποντάς με να φεύγω εσπευσμένα μ’ ένα παράπονο φυγής Θα’ θελα – τους απάντησα – να χαθώ μέσα στον Παρθενώνα να γίνω το ομοίωμά του να περιφρονώ το θάνατο
όπως κι αυτός


Παναγιώτης Iωαννίδης: "O ποιητής στον διάδρομο"

Πηγαίνοντας για τις τουαλέτες είδα τον ποιητή στο πάτωμα Ξεπρόβαλε το ογκώδες στήθος του πάνω στα πλαστικά πλακάκια Μπροστά πυροσβεστήρας δίπλα σταχτοδοχείο – πιο κει ένα καρότσι αχρηστευμένο
Στωικά κοιτάζει τον απέναντι τοίχο τα γόνατα των βιαστικών περαστικών


(από τη συλλογή "Ακάλυπτος", εκδ. Καστανιώτη, 2013)

Δημήτριος Δημητριάδης: "Σωματο-ποίηση"

Κρατήρας χωρίς πώμα.
Εγρήγορση απέναντι στο βουβό τέρας
των βυθών.
Επικεφαλίδα του εύθραυστου
δίχως πούδρα
να καλύπτει τις ρωγμές.
Γέμισέ με
ψίχα σκληρό ψωμί
μουσκεμένο σε όπιο
να μην πονώ.
Κι ύστερα
φίλησέ με
ν' ασπρίσω. 


(από τη συλλογή "Χρόνος αυτόχειρας",  εκδ. Γκοβόστης, 2016)

Xρυσούλα Σπυρέλη: "Aτιτλο"

Πεταλούδα στα χέρια σου -νήπιο- σε ποτήρι διάφανο φυλακίζομαι.
Να βλέπεις πως δέρνομαι πάνω-κάτω σε ορίζοντα γυάλινο.
Χρωματόσκονη γίνομαι ύστερα. Και σκορπίζω.



(από τη συλλογή "Χρωματιστές ενδείξεις", εκδ. Γαβριηλίδης, 2011)

Nτέπη Φαρκάτση: "Στην αρχή"

Στην αρχή μου δόθηκε η ζωή, καθώς προχωρούσα φρεσκοβαμμένα παράθυρα γεμάτα πρόσωπα γνώριμα συλλαβές μου πετούσαν, μικρές και συμβολικές σαν του ουρανού τα αστέρια
και το ήξερα πως θα ήταν μακρύς ο δρόμος, οι ορίζοντες άνοιγαν διάπλατα σε κάθε μου ματιά
και με λέξεις βουβές με προκαλούσαν

Λάμπρος Πολυβίου: "Ξένες ζωές"

Χτίσαμε τις ζωές μας σε διαφορετικά σπίτια. Κι επιμένουμε να βρισκόμαστε στο ίδιο υπόγειο



(από τη συλλογή "Γενικώς Χρεωστούμενα", εκδ. Κεντρί, 2016)


Μαρία Αρχιμανδρίτου: "Tο νησί"

Νησί είναι μια πέτρα Που χωρίζει Την σήμερον Απ' τη βαθειά αιωνιότητα.
Νησί είναι μια λέξη Που χωρίζει Την Πράξη Απ' την ακίνητη σιωπή.
Νησί είναι ένα σώμα Που χωρίζει Τη ζωή Απ' τη θλιμμένη αθανασία.


(από τη συλλογή "Ηλίου Φάος", εκδ. Ostracon, 2015)


Eλένη Kοσμά: "Παλιά αγοράζω"

Τα πρωινά (όσα από αυτά ξυπνώ νωρίς) ακούω απ’ τον δρόµο θλιβερή την ίδια ικεσία: "Παλιά αγοράζω" έπιπλα, κοσµήµατα, βιβλία, πράγµατα άχρηστα, για πέταµα, κι ευθύς
µετρώ τα χρόνια –πέντε ή έξι– µέχρι να ’ρθει η άτεγκτη σειρά και των δικών µας: το κρεβάτι, µια εταζέρα κι ένα φως ·ίσως κι ακόµη κάτι που δεν άντεξε στο φως. Ποιος θα το µάθει
άλλωστε απ ’τους δύο; Και πού θα ξέρουµε αν έσπασαν, αν κάηκαν ή ζούνε άλλες τύψεις –ή άλλους έρωτες, σπαράγµατα και θλίψεις,
αν ίσως χάθηκαν και αν θα τα ξαναβρούµε. Κι αναρωτιέµαι πώς θα ήταν αν υπήρχε όµοια µια άλλη ικεσία "Παλιά αγοράζω πάθη και εγκώµια"


πηγή: Dim/art

Kαλλιόπη Eξάρχου: "Bεβαιότητα"

Το παράδοξο της βεβαιότητας. Απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο. Ας παραμείνει αποκλειστικό προνόμιο της νεότητας εις τους αιώνες των αιώνων.


(από τη συλλογή  "Βιβλιάριο Καταθέσεων", εκδ. Γιαλός, 2012)

Δήμητρα Kατιώνη: "Άτιτλο"

ο βράχος κι ο γράφων δένεις μια λέξη στην αρχή
και κινάς σε ευθεία
τεντωμένο σχοινί
για το γκρέμι του στίχου
ο λόγος μένει ψηλά
βράχος-ξεπροβόδισμα
στο κενό σου

(από τη συλλογή "Τρεις μέρες και ένα τρίτο", εκδ. Θράκα, 2016)

Xριστόφορος Tριάντης: "Δύο λέξεις"

Δυο λέξεις αφήνω πίσω. Κληρονομιά  γι’ αυτούς που θα ’ρθουν: τους νέους  μουσικούς  και ποιητές. Από το θυμαρίσιο χώμα θα βγουν. Ξυπόλυτοι θα περπατήσουν  στην πρωινή δροσιά. Και με τις λέξεις μου, μουσικές θα γράψουν, γεμίζοντας τους ροδόκηπους. Για ν’ ακούνε οι λιτανείες, σαν προχωράνε   για το φως.


Eιρηναίος Bρούσγος: "H κίνηση"

Καβαλώ το χωρίο γύρω απ’ το σβέρκο του χρόνου Και πηγαίνουμε. Κι όσο πηγαίνουμε, αναρωτιέμαι: Πλησιάζω ή απομακρύνομαι από τον εαυτό μου
Και πηγαίνουμε…


(από τη συλλογή "Οι πεινασμένοι", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2015)


Δανάη Σιώζιου: "Tο ποίημα της μαμάς"

Η μαμά μου ξέρει να ξεχωρίζει
τα φύλλα των δυόσμων
από των μαϊντανών
είναι όμορφη
σαν την Ωραία
Κοιμωμένη των Αγράφων
είναι πικρή σαν καρύδι
αγκαθερή σαν κάστανο
και θρεπτική σαν αστέρι της αυγής
γκρεμίζει το σπίτι και μετά το ξαναφτιάχνει
γιατί είναι ο Μέγας Συγυριστής
στη θέση της καρδιάς έχει έναν καταψύχτη
που η κοιλιά του δεν γουργουρίζει ποτέ.


(από τη συλλογή "Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια", εκδ. Αντίποδες, 2016)


Στέλλα Kωνσταντίνου: "Kατάρρευση"

Γρήγορες εικόνες, βιαστικά χαιρετίσματα από τζάμια δυσερμήνευτα κλειστά, κορναρίσματα, σκόρπια τραγούδια, εκκίνηση, δευτέρα, φρένο, πρώτη, δευτέρα, 
φρένο, πρώτη, stop!

Καφεδάκια με πικάντικες, ανούσιες, προεκτάσεις υποκρισία ελευθερίας, διαβεβαιώσεις πίκρας και καλοπέρασης σακούλες γεμάτες αλυσίδες και baby doll κινεζικής ραφής καλάθια για ψώνια, σκρόφες πωλήτριες, ανοργασμικά πρωτόκολλα υφιστάμενοι σε θέσεις εξουσίας προϊστάμενοι με κολάρο και λουράκι πνιχτά γελάκια που ακολουθούν την απουσία σου. Γραφειοκρατία όλα!

Ευφάνταστα τηλεοπτικά τίποτα, πώς να γεμίσουν το κενό, γενική τακτοποίηση, μαγείρεμα, πλυντήριο πολλά υποσχόμενο βλέμμα, αγγίγματα κάτω απ’ τη ζώνη χαριτωμένη κατάρρευση στου ύπνου το ανάκτορο κλοτσηδόν επιστροφή στις έξι και τριάντα π.μ. η θλίψη που έρχεται με το πλύσιμο δοντιών καθρέφτης εχθρός και πλανευτής.

Αχ! Με τόσο άτολμη φωνή, για ποια προσπάθεια μιλάς; Η ζωή σου γρήγορες εικόνες χωρίς ψυχή με μπικουτί εσύ και baby doll ποια επανάσταση γυρεύεις;

Σκόρπια τραγούδια, κορναρίσματα, stop…