Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μαρία Μπούχλη: "Άτιτλο"


Τα κουρασμένα σπίτια με τα κεραμίδια
όταν βρέχει ανησυχούν, σχεδόν αγωνιούν,
μη δεν μπορέσουν να φυλάξουν
ό,τι οι άνθρωποι τους εμπιστεύτηκαν...
το τραπέζι με το κροσσωτό τραπεζομάντηλο,
τα στρωμένα κρεβάτια όπου αναπαύονται
το παιδικό αρκουδάκι και οι πάνινες κούκλες,
τις κρεμάστρες με τα πουκάμισα και τα φουστάνια
και την ιερή καταφυγή της αγάπης.
Έχουν καημό μεγάλο τα κουρασμένα σπίτια
σαν πλησιάζει το φθινόπωρο που κλαίει,
σταλάζοντας τα δάκρυα του ανάμεσα
από τα ραγισμένα κεραμίδια.
Τότε επιστρατεύουν τις μικρές αλουμινένιες λεκανίτσες,
τα κατσαρόλια με τα μαύρα αυτιά και τα πλαστικά τάπερ,
ώσπου σπάνιες τσίγκινες μελωδίες να ανηφορίσουν
νανουρίζοντας τον ύπνο των ανθρώπων,
ώσπου και η γάτα που δεν αγαπά το νερό
να κουλουριαστεί ησυχάζοντας στα πόδια του παιδιού.
Το δικό μας σπίτι αναστέναζε συχνά απαρηγόρητο
κι εμείς αδειάζαμε το πρωί τις λεκανίτσες με τα πικρά του δάκρυα
ποτίζοντας το παρτέρι με τα μυρωδικά της μάνας...




Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλή ποιήματα του μήνα