Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2017

Λούλη Τσαμαντάνη: "Άτιτλο"

Μπήκε στο δάσος ήσυχα. Μα εντός της πώς  φτερουγίζει.
Σταγόνες βροχής στα μάτια μου κι αλάτι λειωμένης λύπης.
Μικροί θάνατοι - οι αλλαγές εποχών στον ρου της μνήμης.

(από τη συλλογή "Χαϊ-κου των εποχών", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)

Αγγελική Σιγούρου: "Άτιτλο"

Οι άνθρωποι που κοιμήθηκαν μέσα μου κι η αγωνία να τους κρατήσω εκεί για πάντα κοιμισμένους οι άνθρωποι που μέσα μου κοιμούνται κι η έγνοια να σκουπίσω καλά όλους τους θορύβους προτού τους ξυπνήσουν οι άνθρωποι που μέσα μου θα αποκοιμιούνται κι η ανακούφιση ότι ποτέ ξανά δεν θα αφήσω να υπάρξουν άνθρωποι που μέσα μου θα αποκοιμιούνται


(από τη συλλογή "Χιόνι-χιόνι", εκδ. Νεφέλη, 2010)

Αποστόλης Ηλιόπουλος: "Άσυλο"

Έτσι περπατώ και πεθαίνω στη δροσερή αλμύρα κάτω από τα σύννεφα, ένα απλό ξάφνιασμα στην ησυχία του απογευματινού περιπάτου

Χρύσα Βλάχου: "Τροπή"

Τ’ ακύμαντο του πελάγου ανασαίνεις και γίνεται ταραχώδες                             το ποτό σου. Λικνίζεσαι στην πορφυρή υγρή του όψη. Σε συλλαμβάνει η τάξη. Πέρνα χειροπέδες στον ίλιγγό σου. Στριμώχνεσαι στον τοίχο μαζί με τις άλλες βοκαμβίλιες. Και καθώς σε πατούν, σκουραίνει το δάπεδο. Έτσι είναι. Ξεβάφουν τα αισθήματα όταν αναμειγνύονται στον ίδιο κάδο.


(από τη συλλογή "Τροπή", εκδ. Θερμαϊκός, 2012)



Παύλος Αβούρης: "Ξ"

Μέσ’ στο δωμάτιο της ψυχής μου κατοικεί και κάποιος άλλος. Είν’ μόνο ένα δωμάτιο φτιαγμέν’ όλο για μένα· παρ’ όλο που ’ν’ κλειστό, ερμητικό και με μια μόνο πόρτα κλείνει παρ’ όλο που απ’ τ’ άνοιγμα μόνο εγώ μπορώ να μπω και κανείς άλλος παρ’ όλο που ο χώρος του για έναν είναι μονάχα, τον έχω δει να τριγυρνά
τον άκουσα στη σιγαλιά
μέσ’ στο μικρό δωμάτιο μέσ’ στη μοναδική φωλιά στ’ άχρονο τ’ άντρο είναι κι άλλος περασμένος στη θηλειά.

(από τη συλλογή "ANIMA", 2007)

Γιώργος Πετούσης: "Ο ποιητής"

Κι ο ποιητής στην όχθη του κόσμου (μερικοί λένε στην καρδιά του κόσμου) μόνος, κατάμονος στην απόλυτη μοναξιά του κρατάει την πένα και το κεφάλι του σκεφτικός. Συλλογίζεται την αλήθεια και βαδίζει ανάμεσα στο πλήθος πουλί, αηδόνι έκθετο στην πρώτη και έσχατη σφενδόνη.


(από τη συλλογή του "Τέλος χρόνου", εκδ. Αριστοτέλους, 2010) 

Κώστας Καναβούρης: "Όταν αγριεύει το φεγγάρι"

Δύσκολα τα βράδια Που αγριεύει το φεγγάρι Και κυκλοφορεί χωρίς φίμωτρο Φωτίζοντας τη σκιά Της Λερναίας Αγάπης. Μπαίνουνε βιαστικοί οι νοσοκόμοι: "Θ’ αλλάξουμε γάζες Στα ονόματά σας", λένε. Όμως εμείς έχουμε κιόλας διαλέξει Από μνήμης Σπίτια κοντύτερα στη θάλασσα.
Ημιτελές παρόν
Νυχτώνει κι απόψε Και εγώ ακόμη παιδεύομαι. Φτιάχνω ένα ποίημα Να χάσκει από παντού Περνώντας από το μηδέν Από την κρύα βάπτιση της πείνας.
Παρακαλώ Αυτό το ποίημα Όταν και μένα Θα με πάρουν από δω Να επιστραφεί στις λέξεις του.
Κρίμα που δεν μπορέσαμε
Κρίμα που δεν μπορέσαμε Να είμαστε τόσο ωραίοι άνδρες Όσο κι οι πατεράδες μας. Σε μιαν αμμουδιά, σ’ έναν βράχο Ύστερα από το καλοκαίρι Πριν από τις εξορίες Όπου και μια χειρονομία φόβου Μπορούσε (κι ακόμα μπορεί) Ν’ ανήκει στα αριστουργήματα. Κρίμα που δεν το κατορθώσαμε Εκείνο το αγκάθι του βυθού Που έγινε πατρίδα. Κρίμα που δεν μπορέσαμε Να γίνουμε Τόσο, μα τόσο σιωπηλοί.

Έλενος Χαβάτζας: "Σπουδή"

Δεν έφτιαξες ποτέ σου στ' αλήθεια ποιήματα
Έκοβες στίχους από εκδρομές Μάζευες μικρούς ρυθμούς έπιανες τις σιωπές και τις κινήσεις των ανθρώπων
Γυρνούσες πίσω Τα άπλωνες όλα στο τραπέζι Πρόχειρα δοκίμαζες τους κινδύνους των συνδυασμών μπας και πετύχαινε κάτι από αυτά που δεν γίνονταν στην πραγματικότητα
Κι όταν κι εκεί δεν γινόταν κάτι όταν τα θραύσματα μεταξύ τους δεν ζωντάνευαν τ’ άφηνες με θλίψη να μαραίνονται
Τα παρατούσες Κι έβγαινες έξω πάλι να μαζέψεις.


(από τη συλλογή "Ηλιοτρόπια με τις πλάτες στον τοίχο", εκδ. Ομήγυρις, 2013)

Χρήστος Κάρτας: "Εκεί που μαρμαρώνουν οι πληγές"

Αφήνω στοχασμούς και αναμνήσεις να κείτονται σ' ένα πολύβουο παζάρι  μη με ρωτάς τι θ' απογίνω βάστα μονάχα την πνοή μου για να μην πέσω στο γκρεμό.




Διώνη Δημητριάδου: "Ιεροτελεστία του ελάχιστου"

Η σωστή δόση αρχικά. Δύο κοφτές σιωπές και από γλύκα τίποτα. Ένα ανακάτεμα αργό όπως μπερδεύονται τα αποκόμματα ζωής μέσα σε διάμετρο στενή σαν τους διαδρόμους των σπιτιών με τους μικρούς φεγγίτες μικρές ανάσες σε σκοτεινές αυλές να αποσταίνει λίγο η ζωή. Αναμονή με αταραξία να μη θολώνει ο νους με άσχετα λόγια. Και μετά χτύπημα ανεπαίσθητο ίσα να αγγίξει το κορμί να το ξυπνήσει από τον λήθαργο ζεστής ανάσας. Και πάλι ελάχιστη αναμονή εκεί στον ελαφρύ κυματισμό. Και με τον πρώτο αναστεναγμό απόσυρση σκληρή συνειδητοποίηση αποχής. Κατόπιν αργά και ηδονικά με το μυαλό σε αλλοτινούς καιρούς πίνεις το αποτέλεσμα της ταραγμένης θάλασσας.

(από τη συλλογή "Λέξεις απόκρημνες", Μικρές εκδόσεις, 2017)


Κατερίνα Καρπούζη: "Πρέπει"

Γέμισε το ποτήρι με νερό Γέμισέ τo Άνοιξε τις βρύσες Να τρέξει Μάζεψε τα σύννεφα όλα Να βρέξει Να γεμίσει σήμερα Να γεμίσει και το αύριο Σήμερα πρέπει απ’ όλες τις μέρες Να βουτήξω στη χαράδρα Σήμερα πρέπει
Να πνιγώ.


Μαρία Αρχιμανδρίτου: "Θραύσματα"

Ποιητής θα πει, Να σε κρατούν οι λέξεις ναυαγό Στο πέλαγος απύθμενης επιθυμίας.
Στη φράση Ξαρμυρίζει η λέξη θάλασσα Και η λύπη αυτού του στίχου Δεν λυπάται.
Με λύκου δόντια Την αλήθεια Σαν σάρκα αθώα Δάγκωσε.


(από τη συλλογή "Ηλίου Φάος", εκδ. Ostracon, 2015)


Γεράσιμος Δενδρινός: "Τόκιο"

Στα πόδια σου κατέθεσα τη ζωή μου, μέσα στη σκιά των ανθισμένων κερασιών σε μεγάλο κήπο του Τόκιο, όπου γεννήθηκε άλλοτε η αγάπη μας εξαιτίας ενός αστείου.
Τώρα, εσύ τόσο μακριά, καθώς αγναντεύω τον πόνο που διαχέεται στα βάθη μιας θάλασσας, νιώθω να μην έχει χαθεί εκείνη η θαλπωρή, που μας ένωνε και που μας διέλυε συγχρόνως.
Προτιμήσαμε το σκόρπισμα, σαν να ξέραμε πως σύντομα η στοργή θα γινόταν λόγχη που θα μας κάρφωνε στο στήθος.

(από τη συλλογή "Άβατοι τόποι", εκδ. poema, 2015)



Μιχάλης Γκανάς: "Χριστός Ανέστη"

Είχαμε πάρει το μονοπάτι για το σπίτι θάλασσα ολούθε μπαμπακιά ο Απρίλης κι όσο χωνόμαστε μες στα πλατάνια τόσο σωπαίναν δε φυσούσε μόνο που με κοιτάζαν από μέσα μου νωπά τα μάτια της απ’ τα κεριά και σφύριζα θυμάμαι το Χριστός Ανέστη.
Ο ουρανός που λίγο πριν αστροφορούσε σ’ άσπρο σεντόνι γύριζε και σε βρεγμένο.
Δυο βήματα απ’ τη βρύση ο αδερφός της, έσταζε το βρακί και το παγούρι του ―Χριστός Ανέστη, πώς περνάς, τι να περνούσε κόντευε χρόνο πεθαμένος. Γύρισε να μας δει κι έφεξε ο τόπος σαν κάποιος να μας φωτογράφιζε τη νύχτα.

(από τη συλλογή "Μαύρα Λιθάρια", εκδ. Καστανιώτης 1993)

Κυριάκος Χαραλαμπίδης: "Πασχα 1999"

                                                                Κάθε γέννηση πρέπει να σφραγιστεί                                                                     από ένα θάνατο.                                                                                Γεχούντι Μενουχίν
Και κάθε θάνατος οφείλει να σφραγιστεί από μιαν Ανάσταση. Ανάσταση ερπετών, Ανάσταση εντόμων, Ανάσταση των εν Χριστώ αρνίων, Ανάσταση εθνών, ιχθύων, πτηνών, Ανάσταση Ποιήσεως και Μουσικής.
Λάβε ως παράδειγμα τον δεκατριετή μέσα στον οίκο του Κυρίου της Τέχνης. Όταν απόσωσε τη συναυλία του είπε ο Αινστάιν: "Τώρα ξέρω, μικρέ βιρτουόζε, πως υπάρχει θεός!"
Εκείνος χαμογέλασε στη μνήμη του πινακιδοφόρου παππού του (σφικτοκρατούσε τα έργα του Σαγκάλ) και του ᾽λεγεν ο πάππος του: "Γεχούντι, αφανισθήκαμε μαζί με το Ναό του Σολομώντος· όταν ένας τέτοιος Ναός εξηφανίσθη από προσώπου της γης, προς τι επιδόρπια μουσικής;"
Ο καημένος, μάλλον δεν θυμούνταν το πώς τα τείχη πέσαν της Ιεριχώς με των σαλπίγγων τους ήχους (ή με των α…

Μανόλης Ξεξάκης: "Μοναξιά"

Στον Επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής σε λησμόνησα μοναξιά μου· στις δάφνες της Ανάστασης τις ξέρες θρυψαλιαζόσουν και σε θυμήθηκα. Έκοψα στα δύο την αυλαία του Πάσχα την εικόνα σου την πέταξα στη λάσπη εκεί δίπλα στη χαίνουσα πληγή του λατομείου που εργάτες σπάζουνε πέτρες για τους καινούριους Μπαμπ Ιλλί κι ανταμώθηκε με κολλήγους την ώρα τη δίκαιη του μεσημεριού π’ ανοίγουνε το τυρόψωμο, με ιδέες για να ξεχάσω ιδέες με γυναίκες ανταμώθηκα για να ξεχάσω γυναίκες. Μοναξιά μου απόψε μόνη εσύ στο δρόμο βγήκες. Στις εσχατιές του κόσμου εμένα ζητάς. Οδηγείς τους ιχνηλάτες σου στην καλύβα του ξυλοκόπου μέσα στο δάσος που ουρλιάζουν τα τσακάλια κι εγώ ξενυχτώ το φθινόπωρο τη Δευτέρα που κρύβει την Τρίτη το Σεπτέμβρη τον Οκτώβρη τα Χριστούγεννα που δεν είναι δικά μου.

Κική Δημουλά: "Μεγάλη Πέμπτη"

Γοερά το βλέπω ετοιμάζεσαι για την Ανάστασή σου.
Την πιστεύω αλλά με θλίβει όπως μάς θλίβουν γοερά και κάτι άλλα θαύματα που επαληθεύτηκαν αλλόκοτα: με το μη μένοντας κοντά μας όπως μη μένοντας από μεθαύριο Εσύ.
Να αναστηθείς βεβαίως ποιος νεκρός δεν το θέλει ποιος υποψήφιος. Αλλά να έμενες κάτω, εδώ να μένεις ο πλησίον μας.
Όσα μας έταξες το είδες δε γίνονται εκεί πάνω εν μέσω πολυάσχολων ιλίγγων και στροβιλισμών της Αναλήψεώς σου.
Θέλουνε γη αυτά τα πράγματα πετρώδη ακανθόσπαρτη γι’ αυτό και την διεξήλθες τόσον αιματηρά ίνα άρεις –Συ είπας– όσα χάσαμε επ’ αυτής.
Δε γίνεται τουλάχιστον να μένεις μία βδομάδα εδώ και μιά στο πατρικό σου; Θαύμα μεγάλο είσαι πια μπορείς να επιβληθείς στη διανομή σου. Πώς πηγαινοέρχονται καθημερινά από εδώ εκεί από κει εδώ η ζωή και ο θάνατος.
Όχι μη μου μιλάς για τις αόρατες συνεχείς εκείνες παρουσίες. Είδαμε σε τι μαρτύριο ψαύσεως τυφλής μάς υπέβαλαν.
Μεγάλωσα όχι θέλω ξεκάθαρους πια ορατούς λογαριασμούς
ή σε αγγίζω Ιησού ή Ανασταίνεσαι δια παντός από κοντά μου.

Βασίλης Νούλας: "Αλήθεια, δεν ξέρει κανείς"

Αλήθεια, δεν ξέρει κανείς πώς να συνεχίσει
όταν πια έχει φτάσει στην παράκτια κωμόπολη.

Να διατηρήσει την ήρεμη ακεραιότητα
των γραμμών του τοπίου
ή να συνδαυλίσει τον υποβόσκοντα
κατακερματισμό τους;

Ένα είναι σίγουρο: η λουτρόπολη
από μόνη της δεν υπάρχει.

Βγαίνω λοιπόν στην παραλία
γέρος 90 χρονών
φορώντας ένα παρδαλό παρεό
ένα μεγάλο ψάθινο καπέλο σαν σομπρέρο
κι ένα ζευγάρι σαγιονάρες της μόδας.

Και διαλαλώ: εγένετο φως
ημέρα πρώτη! 

(από τη συλλογή "Οι διακοπές του κυρίου Λούνα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)



Τάσος Γερμενής: "Φεύγω..."

Εξάντλησα τους συμβολισμούς μου στις εσχατιές των ονείρων μου. Αναγνώρισα τη μοναξιά μου στη γύμνια μου.
Η σκέψη μου χαίνει. Ο λογισμός μου ακροτελεύτιος.
Στις παρυφές του Κόσμου αναμένω τις οιμωγές του τοκετού του.
Ένα μόνο καινούριο λουλούδι να κόψω προσμένω πριν φύγω.


Θοδωρής Τόλης: "Ο καναπές"

Το σχήμα ενός σώματος πάνω στο άλλο,
συγκρατεί ο καναπές.
Καψίματα τσιγάρου στο μπράτσο δε λένε πολλά,
νομίζω πως θα ’τανε χρήσιμο να θυμόταν
τα ονόματα των ερωτευμένων,
μα όσο παίρνει. Κάτω απ’ το κάλυμμα,
ένα πλατύ σκίσιμό του ζωηρεύει
να θυμάται τη φτώχια του σπιτιού.
Οι ωραιότερες στιγμές είναι όταν βουλιάζουν σ’ αυτόν,
που βαθαίνουν οι σκέψεις·
είναι από τα πράγματα που δεν εξηγείται να νιώθει.
Τα γέλια και τις κουβέντες,
το τηλέφωνο που πετάω πάνω του,
τάχα ότι θα το σπάσω, δεν τα καταλαβαίνει.
Είναι κουφός ή σοφός ή απροσάρμοστος.
Αυτό έχει αποτέλεσμα, να ζω εντονότερα
και να απομένω πιο μόνος.
Πρακτικά,
τα βράδια αφήνομαι κι αποκοιμιέμαι μαζί του.



(από τη συλλογή "Τα λαστιχένια πηγάδια", εκδ. Έναστρον, 2012)

Αλέξανδρος Βαναργιώτης: "Οι πίτες της μάνας"

Συστάδες δέντρων δίπλα στο ποτάμι Θεόρατα, ολόγυμνα στο ψύχος του χειμώνα Πιο κει γεμάτη τραύματα η νέα εθνική Μια ησυχία απόκοσμη Μια ερημιά σκληρή Ανάμεσα δυο τρεις σκυφτοί στο νοτισμένο χώμα μαζεύουν ποιήματα της γης βρούβες, ζοχούς, παζιά (τι λέξεις, Θεέ μου, μαγικές) λάπατα, καυκαλήθρες μυρώνια, τουρκοσπάνακα (τι εξαίσιοι συνειρμοί !)
Ό,τι έχασες μες στους καιρούς βαθιά θαμμένο βρήκες Στο φως της μνήμης άχνιζε της νοσταλγίας η πίτα