Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάϊος, 2017

Παναγιώτης Δαμκαλής: "Τροφική αλυσίδα"

Ελπίδα νέα γεννά η παλιά ακρωτηριασμένη. Ξεχύνεται με φόρα για να καεί γενναία στον ήλιο.
Σαν ανίατο μικρόβιο.
Ή σαν βιταμίνη στο υγιεινό διαιτολόγιο της σκέψης.
Φρούτο εποχής στο τέλος της προηγούμενης.
Βήμα μπρος και βήμα πίσω σαν μαϊμού θα ισορροπήσω στης ζωής το τεντωμένο το σκοινί.


Φάνης Παπαγεωργίου: "Αλλόκοτη νύχτα"

Στις αποβάθρες του υπογείου σπάνια κανείς ταλαντεύεται με το φως, γιατί στους ουράνιους θόλους σαπίζουν αειθαλή δέντρα, με συστοιχίες κλαδιών που ξυπνούν τις πέρδικες και τις πευκοβελόνες και κάνουν τους συρμούς να μιλάνε όπως ένας σοφός ραβίνος
έτσι που με συγ-κινεί ένα καρφί, λάμπες, λαμπάκια και σήματα μορς όταν βγαίνουν δειλά από τις οπές κάποιου πουά φορέματος που αδίστακτα κρύβει τα άστρα
η γήινη γυναίκα είναι αυτή που κρύβει στα πόδια της ένα ομοιοκατάληκτο ποίημα και απλώνει τη μυρωδιά της στις τέσσερεις διαστάσεις μιας ανοιχτής πόρτας

(από τη συλλογή "Πλυντήριο άστρων", εκδ. Λογότεχνον, 2013)

Αγγελική Δημουλή: "Στο ίδιο σπίτι μέναμε πολλοί"

Είμασταν καθισμένοι σε κύκλo ένας λυγμός, ένας θάνατος κι ένα παρόν
Ψιθυρίζαμε μεταξύ μας ισορροπώντας την ηχώ μας σε κοχύλια
Έλεγες, πώς έσωσε το κρασί; κι έτρεχα στο πάνινο μπουκάλι να γεμίσω
Έλεγα πως σκίστηκε το φαγητό και γοργά με όστρακα το μπάλωνες
Ράψαμε παράθυρα, κουρτίνες φλοράλ, κι ένα κουδούνι για να μας βρίσκει ο ταχυδρόμος
Τις νύχτες ζωγράφιζες κεριά κι έπλεκα βαλς και σουίνγκ ό, τι ταίριαζε με τις σφαίρες της στιγμής

Αθανασία Καραγιάννη: "Οι μέρες"

Τι όμορφες που ήταν οι μέρες που ξημέρωναν στα χέρια μας!..
Τις ακουμπούσαμε δίπλα μας και μας συντρόφευαν -σαν κατοικίδια!
Τι περίεργες που είναι οι μέρες που φεύγουν πριν ξημερώσουν…
Δεν προλαβαίνεις να τις κοιτάξεις και σε τυφλώνει -το σκοτάδι της.
Άλλαξαν πολύ οι μέρες στις μέρες μας!..
Ξεχάσαν πως κάποτε ζήσαμε μαζί .


(από τη συλλογή "Η εκδίκηση των λέξεων", 2014)

Ανδρέας Δαβουρλής: "Άτιτλο"

Στάχτες από αρχαίο πάπυρo και σκόνη -η σοφία των προγόνων μου- ιαχές πολέμου και ο πόνος από αιμόφυρτους πελταστές... σφυρηλάτισαν τα ηρωικά έπη, πού 'ναι  γραμμένα με το αίμα που χύθηκε... Διάψευση και απόδειξη βάδισαν μαζί ,τα μονοπάτια της ιστορίας πίσω πέρα απ’ το γνώριμο με  αμφισβήτηση, με ανησυχία κι ακούμπησαν νωπά τα χνάρια ακόμη ζεστά, απτά  πάνω στις πέτρες στις ξερολιθιές... μύρισαν τη μυρωδιά του ανθρώπου νοιώσαν την αγωνία, το φόβο του λούστηκαν στον ίδιο ιδρώτα Ήπιαν νερό απ’ τις ίδιες πηγές.. βρήκαν και έμαθαν, διαλογίστηκαν, έγραψαν διδάσκουν ακόμη, το μεγάλο το ιδανικό στο απέραντο της ανθρωπότητας πλέοντας στο ταξίδι των ονείρων ξεγεννώντας το φως, απ’ των αιώνων τη μήτρα κόβοντας τον ομφάλιο λώρο, με φωτιά...

Ιωάννα Σκλαβενίτη: "Συλλέκτες οραμάτων επίγειων"

Μετράω απουσίες, Φθορές ενός σπασμένου ρολογιού Μνήμες φωτός μες στην ψυχή Δεν είναι τάχα οι στιγμές μας ιερές Κι ας φέρουν χάσματα Μες στις ψυχές και στις αισθήσεις. Οι μέρες των διαδρομών πλησιάζουν. Μετράω αντίστροφα, Γλυκιές μελωδίες μέσα σε σιωπηλές κραυγές Χαμένα αρώματα σε σώματα ανθρώπων σαρκοφάγων. Μήπως των οφθαλμών μας η κόρη Δεν είναι εποχή που μαρτυρά τους Βίους των αγίων Ή μήπως εσύ, εγώ και όλοι εμείς Δεν είμαστε συλλέκτες οραμάτων επίγειων.

(από τη συλλογή ''Φεγγάρια ηδονής", εκδ. Πνοή, 2017)

Φανή Αθανασιάδου: "Ένα όνειρο"

Ήταν η μόνιμη διάθεση ενός ονείρου τοποθετημένου με την πλάτη στον τοίχο, που χώριζε το χωλ απ’ το κυρίως δωμάτιο. έτσι τις ανέμελες μέρες -που σπάνιζαν όλο και περισσότερο- κρεμούσε κάδρα με πολύχρωμες ζωγραφιές και τοπία σπάνιας ομορφιάς, για να μπορεί να σπάει λίγο τη μονοτονία του γκρι.

(από τη συλλογή "Δελτίο καιρού", 2010)

Χαρά Χρυσάφη: "Είμαι ένα μικρό τραπέζι"

Είμαι ένα μικρό τραπέζι. Γιομάτο χαρακιές. Μια σταχτοθήκη για τις ώρες τις πουλημένες. Και 3 σταγόνες καφέ από ρουφηξιά αδημονίας.
Είμαι. Και έχω τούτη τη βολική χρησιμότητα. Για να ακουμπάνε οι άνθρωποι τη ζωή τους.
Είμαι ένα. Κατέχω βλέπεις την αποκλειστικότητα. Για χέρια διπλά με μονή μοναξιά.
Είμαι ένα μικρό. Δε χωράνε μεγάλα νοήματα σε μικρές επιφάνειες.
Είμαι ένα μικρό τραπέζι. Και θα ζω αιώνια στις ζόρικες εναποθέσεις της ζωής σου. 



Χριστόφορος Τριάντης: "Άηχες λέξεις"

Ω, ας  αλλάξουμε ονόματα στους  αγίους   κι άλλα μάτια ας τους ζωγραφίσουμε, δίχως θλίψη και μουσικές. Οι προσευχές πια δεν χρειάζονται. Στα μονοπάτια των τραγουδιών φύτρωσαν έρημοι. Οι γέροι μόνο περιμένουν τις σιωπές μας (σε μετέωρα και σε ποτάμια). Τις λέξεις ακούνε να διαβαίνουν, μέσα από καμένα δάση και ματωμένες υποσχέσεις. Γνήσιοι μαντατοφόροι του τέλους. 


Εύη Κορώνη: "Άνοιξη"

Ήρθε η άνοιξη και φέτος. Κύκλους κάνει ποτέ δε μας ξεχνά. Πότε νωρίς και πότε αργά εδώ κοντά μας είναι. Όμως εμείς· άνθρωποι "πότε θα ανθίσουμε;" Όλα στη φύση ανθίζουν ζωή –ανάσταση της φύσης Ανατολή μέσα στη Δύση.
Όλα τη νέα ζωή ευδοκούν εκτός απ’ τον άνθρωπο. 


Έλενος Χαβάτζας: "Αυτό που μας έκανε διαφορετικούς"

Απόψε θέλω να πεις παράξενα πράγματα να φορέσεις λοφία και καμώματα άλλης εποχής
αρχίζοντας απ' ένα αθώο ξέφτι να ξηλώσουμε ως το τέλος μια ολόκληρη εποχή με πριόνι να βγάλουμε μουσική κόβοντας ένα ένα τα σίδερα
γιατί κι ας κάναμε βόλτες ως τώρα δεν πάει να πει πως ήμασταν ελεύθεροι αυτό που διέφερε ίσως είναι ότι νοσταλγήσαμε πουλιά που ποτέ δεν μας επισκέφτηκαν
αρχικά τις Κυριακές Ύστερα όλες τις μέρες ...


(από τη συλλογή "Ηλιοτρόπια με τις πλάτες στον τοίχο", εκδ. Ομήγυρις, 2013)


Βασίλης Λεβαντίδης: "Περισπωμένη"

Αλλάζω κορδέλα στην παλιά γραφομηχανή και το βλέμμα μου συναντά την αρετή της περισπωμένης.
Τι στοργικά σκεπάζει τις λέξεις… Τρυφερά πάνω απ΄ τα γράμματα, Τα αγαπά, τα νοιάζεται, τα συντροφεύει…
Ωσάν ομπρέλα προστασίας τα στέργει  απ' τις υγρές σταγόνες της βροχής…
Ταξιδεύει και πετά Ταξιδεύει και αγαπά
Εγκολπώνοντας καρτερικά το αληθινό νόημα της αγκαλιάς! 


Παύλος Αβούρης: "Μάρμαρο"

Ρίξε λίγο απορρυπαντικό στο γιαούρτι σου και δες μια ζουληγμένη φάτσα στον καθρέφτη ποτέ δεν είναι αργά
χειμωνιάτικα απογεύματα γεμάτα απόγνωση φράουλες στο μέλι αρβύλες στο βούρκο
εκείνο που μ’ ενοχλεί στη ζάχαρη είναι που δεν υπάρχει άμα ανοίξεις το παράθυρο.




Σωτήρης Παστάκας: "Ένας άνδρας"

ζ΄

Τελευταία είμαι χαρούμενος λένε. Λένε
για μένα πως αυτό εκείνο και το άλλο.
Ακούω μέσα μου φωνές πως το τάδε έτος
και ξεσπούν γέλια. Ζητωκραυγές. Έκανα
πολλά και ξέχασα περισσότερα. Κάποιες γυναίκες
με φωνάζουν Σταμάτη αλλά δεν γυρίζω
να τις κοιτάξω. Ψευδείς αναμνήσεις
μού φτιάχνουν το κέφι. Θα ξυπνήσω

με ένα καλό προαίσθημα τη μέρα που θα πεθάνω


(από τη συλλογή "Αλτσχάιμερ αρχόμενο", εκδ. Μελάνι, 2017)

Μαρία Μπούχλη: "Άτιτλο"

Οι λέξεις, ώρες-ώρες, βαραίνουν σαν σίδερο... γεννιούνται ελαφριές σαν σπόγγοι-
πολλές φορές από καλή πρόθεση-
μα ώσπου να γλιστρήσουν απ’ το στόμα
έχουν αποκτήσει το ειδικό βάρος μέταλλου...
Στο τέλος μπορείς να φιμώσεις με μιαν ερώτηση
ή να φυλακίσεις με μιαν απάντηση,
να τερματίσεις με έναν τετελεσμένο μέλλοντα,
να δολοφονήσεις με έναν υπερσυντέλικο,
να ξελογιάσεις με μιαν ευκτική,
ή να δολοφονήσεις με μια προσταχτική...
Είναι να απορεί κανείς
με την εκπληκτική ικανότητα του Λόγου
να αποδομήσει στο λεπτό ό,τι φαινόταν τόσο στέρεο...
Για τη σιωπή ας μιλήσουμε άλλην ώρα...


Ανδρέας Γεωργαλλίδης: "Σολίστ"

Κανείς δεν πήγε στο κονσέρτο. Μα ο σολίστ έπαιξε ως αν να ήτανε παρούσες, δύο ανθρωπότητες Το χειροκρότημα ακούστηκε, ακούγεται ακόμα. Οι αποστάτες του ήχου αυτού πολύ θα ήθελαν να ήτανε παρόντες Κανείς δεν πήγε στο κονσέρτο. Μα ο σολίστ έπαιξε


(από τη συλλογή "Το πιάνο κόπασε" 2011)


Δημήτρης Κάββουρας: "Αμηχανία"

Το χαρτί τελειώνει̇̇̇ το μολύβι μου άφησε κι’ αυτό την τελευταία του πνοή̇ νυχτώνει και δεν έχω φως. Και τώρα τι γίνεται; Τώρα, θεέ μου, συγκράτησέ με̇ τώρα μη μου κατεβάσεις καμιά καλή ιδέα και δεν έχω τι να την κάνω. 

(από τη συλλογή "Λεζάντες για ένα ημερολόγιο", εκδ. Περί Τεχνών, 2001)



Ελένη Γκίκα: "Ό,τι φοβάμαι μη χάσω, το χάνω"

Τσίμπι τσίμπι σε τσίμπησα; Περνά περνά η μέλισσα κουράστηκες. Νάτο νάτο το δαχτυλίδι σού το ’χασα. Τίποτα δεν έχω κρατήσει από σένα τόσο  φοβήθηκα να σε κρατήσω θέλω αιώνια γι’ αυτό σ’ έχανα να βρω ένα τρόπο να σ’ έχω ακόμα κι απούσα- μαμά.
ό,τι φοβάμαι μη χάσω το χάνω _

 (από τη συλλογή "Εν ύπνω", εκδόσεις ΑΩ, 2016)


Δημήτρης Πέτρου: "Οικογενειακός γιατρός"

Τρεις μέρες πάλευε στη ζούγκλα του ιατρείου.
Μάγοι ιθαγενείς φυσοκάλαμα θεραπευτικά φυτά
  θηρία και τυφώνες του έπνιγαν τη φωνή.
Δίπλα
  βάρκες με άλλους ασθενείς κωπηλατούσαν ήρεμα
  τον έδειχναν με το δάχτυλο  έβγαζαν φωτογραφίες.
Τον είδε ο γιατρός.
Είπε να κόψει τα ποιήματα το βράδυ.



 (από τη συλλογή "Α' Παθολογική", εκδ. Μικρή Άρκτος, 2013)







Ζωή Σαμαρά: "Νανούρισμα"

Κοιμάσαι κι ο ύπνος πάλλεται πλάι σου με φτερούγες ολόλευκες Κοιμάσαι Κι ο ήλιος εκδύεται τον χρυσό του μανδύα για να μη σε ξυπνήσει Οι μάγοι εγκαταλείπουν τη μυθική Ανατολή αναζητούν πρωτόθετα σημεία του ορίζοντα εκεί που ορίζοντες δεν υπάρχουν Οι άνεμοι καλύπτουν απαλά με την κάπα του το γέρο που δεν μπόρεσε ν' απαρνηθεί τον ήλιο
Δεν ανέτειλε η Σελήνη για να μη σε ταράξει ο Ενδυμίων σου παραχώρησε τη θεϊκή του κλίνη Χαμογέλασες στη πρώτη αχτίδα μα δεν ξύπνησες ο ήλιος συγκρατήθηκε τρόμαξε μήπως ανταποδώσει το χαμόγελο με χρυσαφένια βροχή και σε ξυπνήσει
Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι και το λευκό σεντόνι ιπτάμενο χαλί σ' έφερε πέρα από τα σύνορα των πλανητών και της οδύνης Ονειρεύομαι πως κοιμάσαι κι ο ήλιος σ' ακολούθησε στο πέταγμά σου

Αλέκος Λούντζης: "Προπαγάνδα"

Ο κίνδυνος εμφανίζεται με την πιο πρώιμη σκέψη στην πιο απλή πρόταση, από την πρώτη λέξη
Κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει το κακό Να ξέρουμε για τι μιλάμε και σε ποιον να το αποδώσουμε
Δυστυχώς, ούτε αυτή η στιγμή είναι κατάλληλη
Ό,τι εμπεριέχεται ανάμεσα σ' αυτό και στο πρώτο χαρτόνι είναι προπαγάνδα· και μόνο


(απόσπασμα από τη συλλογή "Προπαγάνδα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015)  


Μαρία Σύρρου: "Δεκαεννέα έτη φωτός σιωπή"

Ζητώ συγγνώμη από τους στίχους μου που έμειναν να με περιμένουν δέκα και εννέα συναπτά φθινόπωρα. Δέκα και εννέα έτη φωτός, έχω την αίσθηση. Όχι πως με περίμεναν πολύ μα, να, μου λείψανε κι εμένα. Τώρα τους ψάχνω στα τυφλά. Τους αφουκράζομαι μες στις σιωπές. Τη γεύση τους αποζητάει ο στερημένος ουρανίσκος μου. Μετρώ στο πληκτρολόγιο τα γράμματα. Είκοσι τέσσερα. Όλη η παλιοπαρέα μαζεμένη. Σκέφτομαι μήπως προκαλέσω και την έμπνευση. Θα είναι πρόκληση σε μονομαχία. Αν παρ’ ελπίδα με καταδεχτεί, η ακριβοθώρητη –πιστόλι ή ξίφος, ας επιλέξει εκείνη–, έχω την αγαθή προαίρεση να με συντρίψει.



(από τη συλλογή "Επιλήσμονες", εκδ. Μανδραγόρας, 2016)

Μάνια Μεζίτη: "Το χρώμα του χώματος"

απόκρημνες πλαγιές μαυροντυμένες ήλιος που σκέπαζε τη μιλιά ο παππούς με κολλαριστό πουκάμισο κάπνιζε πατημένες γόπες τα όπλα ησύχαζαν στη διπλανή πόρτα η γιαγιά ετοίμαζε τη μαγγανεία της μέρας ψωμί με ζάχαρη και λάδι ανάμεσα στα πόδια μας




Σωτήρης Νικολακόπουλος: "Σήμερα"

Σήμερα τάραξε τον ύπνο μου κάτι σα θρήνος και φωνές, κραυγές τιτάνων. Σήμερα ίσως αυτό που εσύ βάφτισες συνείδηση και τύψεις, νεκρές συλλαβές... είναι γύρω μου παράξενα παλιωμένο. Μέσα στα χέρια μου έσπασα το τζάμι, είδα το κόκκινο σύννεφο να μεγαλώνει ν᾿ ανάβει τη καρδιά μου.
Όμως σήμερα φόρεσα ένα χαμόγελο, κι όλοι λεν πως μ᾿ αγαπούν, Το κορίτσι μου χάρισε λουλούδι, ένα παιδί μου χάρισε την αθωότητά του όλοι οι άνθρωποι με αγαπούν! Πάντα θα ’χουμε ανάγκη από ουρανό μια θάλασσα θα υπάρχει κι εν᾿ άσπρο πουλί, από πάνω, θ᾿ απαγγέλλει μέσα σ᾿ ατέλειωτο φως τα τραγούδια μου.


Ευτυχία Μισύρη: "Ταξίμια"

Από μια πόρτα ξεχαρβαλωμένη όρθια σαν από θαύμα μισοριγμένη στο πλάι της μπαίνουν και κάθονται σε κύκλο τα ταξίμια.
Κι όλοι οι άλλοι ίσα που χωράμε. Καπνίζουν, μια οι καύτρες, μια οι χορδές, μια τα σπλάχνα μας.
Ρωτάνε οι προσευχές για το Θεό τους. Τόσα βράδια ειπωμένες χωρίς να μάθουνε για ποιον. 
(από τη συλλογή "Ταξίμια", εκδ. Πνοή, 2017)

Γιάννης Κουτσιρής: "Κατ' αρχήν υπάρχει μια ερώτηση"

Πρωινό φως. Στην καρέκλα ένα ρούχο φορεμένο η χτεσινή ιστορία το φέρσιμό μας αμοιβές και ποινές άλλος απολογείται άλλος ξεχνάει και λίγοι περήφανοι και κάπως αθώοι. Έρχεται η μέρα με μια ερώτηση πώς να πορευτούμε ; Ένας λέει Αγάπη άλλος Ειρήνη επανάσταση ή εξέγερση ή απλώς κουράστηκα Είναι πρωί ακόμα αλλού δρόμοι ανοιχτοί αλλού δάκρυα και πάντα μια δύσκολη ερώτηση πώς να πορευτούμε ; Μέσα από τη μνήμη έρχονται λόγια λόγια της μάνας του δασκάλου του Σαμαρείτη μα πάνω σ’ αυτό το ρούχο ρύποι οι αντιφάσεις μας πώς να πορευτούμε μ’ ένα βράχο ένα σταυρό και αμέτρητες απώλειες ιδιοτέλεια και τον πειρασμό της μνησικακίας καθρέφτες ψεύτες και το ποτάμι ασυγκράτητο. Πώς να πορευτούμε ; Έπειτα ντύνομαι και σου φτιάχνω καφέ απλώνω τα χέρια μου ελεήμων και ζητιάνος δος ημίν σήμερον … και άφες ημίν … αλλά ρύσαι ημάς …