Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2017

Έφη Καλογεροπούλου: "Σφάλμα τυχαίας διαδρομής"

Είμαστε η χαμένη δυνατότητα οι λέξεις που δε γίναμε
τα παιδιά που πέφτουν απ’ τα όνειρά μας
ξημερώματα
οι δρόμοι τα αδιέξοδα και οι ατέλειωτες
χειρονομίες τους
οι άδειες θέσεις δίπλα στου τρένου
το παράθυρο
Είμαστε το λίγο
του χρόνου το ελάχιστο
Το ολομόναχο του κόσμου
είμαστε
η σκόνη του σκοτωμένου χρόνου


(από τη συλλογή "Χάρτης ναυαγίων", εκδ. Μετρονόμος, 2017)


Νάνος Βαλαωρίτης: "Μια ήπια εξομολόγηση"

Οι απόπειρές μου έως τώρα
στην τρέχουσα νεοελληνική
ήταν αδέξιες και αναπαυμένες
σε δάφνες μεταχειρισμένες

μ’ έκαναν να προσποιούμαι
πως είμαι κάποιος άλλος συνεχώς
αν ήταν δυνατόν να
και με αυτόν να ταυτιστώ

γι’ αυτό δεν υπήρξε ποτέ
για μένα πρόβλημα σοβαρό
ν’ αλωνίζω πάνω- κάτω
γύρω γύρω μέσα έξω

στα κατάστιχα της ποιητικής
γραφής και μάλιστα με τέτοια
οικειότητα σ’ ένα είδος σ’ ένα
ύφος που το λέγαν σκοτεινό

ίσως ακριβώς γι' αυτήν
την παράξενη ορατότητα
οπτικής γωνίας που στένευε
κι επέκτεινε την προοπτική της

και μ’ έβγαζε χωρίς μεγάλη
δυσκολία απ' το πετσί μου
απ' τον σκοτεινό θάλαμο
σαν κάποιος να με εξαφάνιζε
ρίχνοντας φως πολύ επάνω μου

έμαθα λοιπόν με πλάγιο τρόπο
να κρύβομαι μην εκτεθώ
στα βλέμματα των περίεργων
πίσω από το κρηπίδωμα


μισοανεγερμένων έργων
με πλάτη στην Ανατολή
και πρόσωπο στη Δύση
....αμύνομαι....


Σωτήρης Παστάκας: "Ένας άνδρας"

                                στ΄
Το τσίπουρο θέλει μεζέ και παρέα. Αχαλίνωτες
φαντασιώσεις. Μεγάλες παρεκκλίσεις
από τον κανόνα. Ευρύχωρες αφαιρέσεις.
Ένα είδος θεραπευτικής σχέσης για αβίαστη
έκφραση. Μια ελαφρά υπέρβαση του μέτρου.
Τακτοποιημένα σεντόνια από την προηγούμενη.
Ναι μεν πλην όμως αλλά. Όλο το ρυθμό εναλλαγής
μεταξύ κοινωνικότητας και πλήξης που διαθέτουν
οι άνθρωποι χωρίς ιδιότητες. Οι πότες. Εμείς.

(από τη συλλογή “Αλτσχάιμερ αρχόμενο”, εκδ. Μελάνι, 2017)


Ανδρέας Δαβουρλής: "Έρωτας μαχητής"

Στων νεφών τα σκιερά, το θάμπος συναντιούνται σκιαγμένοι οι έρωτες  και κρύβονται στην  αγκαλιά  της ασέληνης νύχτας. Την ώρα που το ψωμί λιγόστεψε ο φόβος να κυβερνήσει θέλει τις ζωές μας, οι αγάπες συνεχίζουν, να είναι  βαθιές και κόκκινες να καρπίσουν ψάχνουν. Ο έρωτας είναι μαχητής  με αίμα  γράφει κάθε αντάμωμα, γίνονται  ήρωες οι άνθρωποι, αγκαλιάζονται πιο σφιχτά  και τα φιλιά που δίνουν ατέλειωτα,  το αύριο δε λογαριάζουν τώρα ζουν τις στιγμές, δίχως φόβο  μέσα στην καταχνιά... Το σκοτάδι και η πίκρα του καιρού  δεν φοβίζει τον έρωτα, πού ’ναι λεύτερος  παράλογος, μεταφυσικός...


Ελευθερία Θάνογλου: "Μακρινός ουρανός"

Στοίβαξα βουνά
το ένα πάνω στο άλλο
για να αγγίξω τον ουρανό σου ∙
μα σαν άπλωσα το χέρι μου
χρειαζόμουν λίγο ακόμη ύψος ∙
κι άλλο βουνό δεν βρήκα στην ψυχή μου…
χωρούσαν μόνο τόσα όσες και οι ελεύθερες
μοναξιές μου…


Χρύσα Νικολάκη: "Απόψε"

Απόψε που το κορμί αναρριγεί στη θύμησή σου Απόψε που οι φυλλωσιές στο λόφο της Ακρόπολης αναρριχώνται σαν αειθαλείς αναμνήσεις Απόψε που οι λέξεις νοθεύονται από την ομίχλη της προσμονής Απόψε που τα χέρια ιδρώνουν  στις καυτές παλάμες της σιωπής Προσμένω ένα σου σκίρτημα Ένα σου χάδι Ένα φιλί στο λυκαυγές της νιότης Ένα απαύγασμα ηλιοφάνειας στα μύχια της ψυχής μου...
Όχι... Απόψε  δεν θα σε περιμένω... Το μισοφέγγαρο έγινε κύκλος Κύκλος της αέναης ενατένισης ενός άψυχου ονείρου Απόψε θα κοιμηθώ με την αναλαμπή  της αποπλάνησης σου..... Και το πρωί θα με βρει αφημένη με ένα μειλίχιο χαμόγελο... Αυτό της χαρμολύπης...


Κατερίνα Κανάκη-Αξούγκα: "Το λεξικό των συρραφών"

Ύπαρξη συρραμμένη είμαι φίλε
στην συνομοταξία των ανθρωποειδών.
Ένα συνονθύλευμα αταίριαστων θεωριών
που μου διδάξανε παιδί, μια σύνοψη ζωής,
μια συντομία με επεισόδια στα περιθώρια άνευ αξίας
γι’ αυτό μη με συνερίζεσαι.
Συνουσιάζομαι εξάκις του μηνός
σε μια συνάρθρωση σάρκας και οστών.
Μην συνοφρυώνεσαι. Τα φρύδια σου χαλάς.
Είσαι συνοχεύς και εσύ αφού
με συγκρατείς με κόπο στα δεσμά.
Θα συγκεφαλαιωθώ σ’ ένα βιβλίο από τα ράφια
που ’χει δεήσεις λαϊκές για άφεση αμαρτιών.
Είμαι πιστό παιδί σε κάθε σύνταγμα
κι ας μου παρέχεις φαρμάκι κατά δόσεις και με συνταγές.
Σε συνταυτίζω με τη συντήρηση κι ας συνταράζεσαι ενίοτε
από εκρήξεις μεσ’ τα πλήθη και από ενοχές.
Συντεταγμένη στο κενό του απείρου
σ' αποχαιρετώ με μουσκεμένες τις αστροφεγγιές
στη μέσα μου συντέλεια.

Νίκος Σκούφος: "Αντίστροφη ενηλικίωση"

Βυθίζω μέσα μου υγρό καθρέφτη.
Μόνο που έχω ήδη προνοήσει τα αιχμηρά μου σωθικά να ακονίσω.
Έτσι ανεπαίσθητα, μα κατά βούληση, τον καταστρέφω.
Τα κομμάτια του αναπνέουν υπόκωφα στα χνώτα των ματιών μου.

(από τη συλλογή "Αντίστροφη ενηλικίωση", εκδ. Momentum, 2015)

Δημήτρης Γλυφός: "Άνορακ"

Σε ράχες βιβλίων
κύρια ονόματα
παζαρεύουν τον μέσα ίσκιο
με το έξω φως
ή κι αντίστροφα
το μέσα φως
με τον έξω ίσκιο
κι όλο τυλίγονται με άνεμο
κι όλο σφυρίζουν νοσταλγία.


(από τη συλλογή "Αντιχρονισμός", εκδ. Σμίλη, 2017)

Βασιλική Ρηγοπούλου: "Κουρτίνες"

Ο χρόνος φυσάει από μέσα προς τα έξω η αύρα του απογεύματος αντίστροφα.
Κι έτσι φαίνεται πως τίποτα δεν αλλάζει…
Η αγία  Ευελιξία   φουσκώνει τα μάγουλα της Σταθερότητας.
Κι αγκαλιασμένες στροβιλίζονται στο ρυθμό της Επανάληψης.





Χάρης Ψαρράς: "Αναγνώριση"

Ο χρόνος είναι το ρολόι που λέει λάθος την ώρα,
το παρελθόν που πρόκειται εκ νέου να λάβει χώρα.
Η ξανθιά που 'δες χθες στο χαμάμ
είν' η Εύα, η ερωμένη του Αδάμ.


(από τη συλλογή "Gloria in Excelsis", εκδ. Κέδρος, 2017)



Αντώνης Σκιαθάς: "Τίτλοι Ιδιοκτησίας"

                                           Στην Ε.Α.

Στην κατάνυξη των λεμονανθών ο ποιητής μιλώντας για τους καημούς της τρικυμίας
μνημονεύει ότι ο εραστής είναι αμετανόητος στους χρόνους της μύησης.
Ανακαλύπτει τα λάθη για τα Χερουβείμ. Πάντοτε σε επιτύμβια γλώσσα έτος γέννησης, έτος θανάτου κι ένα ρητό στις μουσικές της γνώσης. Δωρίζει στη σιωπή τίτλους ιδιοκτησίας.
Στα γραπτά λοιπόν της μεγάλης αλύσου το φως κοινοποιείται με την επαφή, περιγράφει τις σκιές της λατρείας, περιγράφει πώς η κτηνωδία της κατάνυξης κυριεύει και το μάρμαρο.
Κτήματα απουσίας σε χρόνους θρυμματισμένους. Γι’ αυτήν, λοιπόν, την τελευταία απαγγελία δεν ιστόρησε ποτέ κανένας.
Καθώς στο σμάλτο αυτών των επισκέψεων, μόνο τα κυπαρίσσια αλλάζουν χρώμα μάλλον και σχήμα και ας είναι πάντα ορθά.

(από τη συλλογή "Ευγενία", εκδ. Πικραμένος, 2016)

Μάρκος Μέσκος: "Παιδί"

Παιδί ονειρεύονταν ποτάμι τον ουρανό γκρίζο γαλάζιο λευκό
χωρίς αγκάθια ο πορφυρός κάκτος εκεί ψηλά σημάδι αλαργινό - κανείς δεν το 'φτασε!
Αδιέξοδα πικρά και απαγορεύσεις απ' το πρωί που έπρεπε να υπερβεί· αν γνωρίζεις εσύ το μυστικό διαλάλησέ το!


(από τη συλλογή "Τα ποιήματα της σκάλας", εκδ. Γαβριηλίδης, 2013)

Στέλιος Καραγιάννης: "Οι ποιητές, οι ερωτευμένοι κι η θάλασσα"

Οι ποιητές αφήνουν πίσω τους φεύγοντας, σχεδόν αταξίδευτη και ανεξερεύνητη, μιαν απέραντη θάλασσα θλίψης και νοσταλγίας. Οι ερωτευμένοι, χάνονται πολλές φορές σ’ αυτή τη θάλασσα-αργά προς το σούρουπο-. Κι’ αυτοί που επιστρέφουν σιωπηλοί, δεν είναι νικητές αλλά νεκροί, χαμένοι και θαμμένοι μέσα στην πραγματικότητα  γιαπάντα.


Ανθή Μαρωνίτη: "Μάταιη γραφή"

Ξαφνικά ο ουρανός άμετρη χώρα σχήματα παράξενα τον κατοικούν. η γραφή μάταια ψάχνει την ερμηνεία τους Έτσι κι εγώ, πιασμένη στο δρεπάνι του έρωτα αδυνατώ να ξεχωρίσω δυο λογιών άχυρα κρύβεται ο τόπος, ο χρόνος μυστήριο κανένας κώδικας καμία μουσική δεν καταγράφει επάξια την κόλαση που με δροσίζει Ξεχνώ την επανάληψη Καθώς εκφέρομαι σε γλώσσα αμετάφραστη


(από τη συλλογή "Το ακόντιο", εκδ. Κέδρος, 2006)

Τάσος Μάντζιος: "Τα δαχτυλίδια του καπνού"

Καπνίσαμε, ύστερα, πολλά, απανωτά τσιγάρα!... Αμίλητοι. Και χορτασμένοι... Μέσα στη νηνεμία του ημίφωτος, θρόιζε απαλά, ζεστή η ανάσα της!...
Θυμάμαι, τα δαχτυλίδια του καπνού!... Ανέβαιναν απ’ τα χείλη της, λικνίζοντας νωχελικά, ψηλά, ως το ταβάνι!... Νωχελικά, λικνίζοντας, ανέβαιναν!...
Μετά, ήρθαν οι άνεμοι...

Αντώνης Περδικούλης: "Ό,τι απέμεινε"

Ό,τι απέμεινε Μας είναι αρκετό Η γλώσσα καράβι Η ποίηση ταξίδι Το θέρος στο φτερό Παντοτινές γυναίκες Που λησμόνησαν Τα πρόσωπά μας Κι όλο σφίγγουν τα χείλη Να θυμηθούν Την τελευταία πικρή μέρα Που μας άγγιξαν…

Στέλλα Πετρίδου: "Χαραμάδα"

Κάτι τέτοιες στιγμές η καρδιά μου το ξέρει. Ανάμεσα στα χαλάσματα η μικρή χαραμάδα οξυγόνο σκορπά, μια ανάσα τρελή που ζητά να χαθεί σιωπηλή νοερά στο αιώνιο αύριο.

(από τη συλλογή "Προσφυγιά", εκδ. Άλφα Πι, 2016)

Ιωάννα Σκαντζέλη: "Συνεργοί"

Αν ακυρώσεις το σώμα μου αν ακυρώσεις τις λέξεις μου το ένα ή το άλλο δεν έχει σημασία Κτηνωδία από την οποία τράφηκα πρώτη και πέταξα μερίδιο σε σένα.

(από τη συλλογή "Απόπειρα 1: Δυστοπία", εκδ. 24grammata.com,  2016)

Ιωάννα Γιαρένη: "Φυγή"

Οι λέξεις μου σήμερα άρχισαν ν’ αργοκυλούν μελωδικά. Πέρασαν από την κάθαρση μιας ημέρας γκρίζας, έφυγαν μακριά για την ουτοπία των φεγγαρόφωτων ποιητών, αγκαλιάστηκαν κρυφά με μια ιδέα τρικυμίας· στο τέλος τραγούδησαν το πρελούδιο της αιχμαλωσίας τους.
Κοιτάζω στον καθρέφτη τα γερασμένα τους φτερά... Εκείνον τον παλιό καθρέφτη που σου φωνάζει καλημέρα κάθε πρωί ξορκίζοντας νύχτες, σκοτάδια, ελπίδες και χρόνους.
Τα μόνα ίχνη που άφησαν ήταν λίγα ματωμένα βήματα.
Στην αρχή με τρόμαξαν. Μετά τα συνήθισα. Μα τώρα πια, τους μοιάζω.

(από τη συλλογή "Σκιές, άβυσσος και φως", εκδ. Δρόμων, 2017)

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου: "Τα ονόματα"

Γνώρισα κάποτε έναν νάνο
Που τον φωνάζανε Μάιο!
Απέφυγα πεισματικά να μάθω
Πώς συνδυάστηκαν δυσμορφία και άνθηση.
Έτσι ή αλλιώς, πίσω από κάθε ταυτότητα
Κρύβεται μια πικρή ιστορία χλεύης. Αλλά το τσακισμένο δέντρο αυτό, απέναντι,
(Κεραυνός; Φορτίο χιονιού; Γεράματα;)
Θα το ονομάσω απόψε Δάσος
Με καστανιές, πουλιά, κυκλάμινα,
Με τ' αχνιστά περάσματα του αέρα,
Με πατημασιές αγριμιών και στίχων
Που και ο θάνατος και η αθανασία θα χλευάσουν.
(από την συλλογή "Παράκτιος Οικισμός", εκδ. Μελάνι, 2017)

Χρίστος Ρ. Τσιαήλης: "Όπιο"

κοτόπουλο αδάμαστη ευθύνη ακατάλληλο σάντουιτς αλλόκοτο θανατηφόρα δίνη [ρίξε] [τράβα] [τύλιξε] ψήσε επάνω μου ότι μείνει μαργαριτάρι άμορφο η μοίρα του αγύρτη άπιαστο στρίφωμα άραβο θεατρική στολή μιας χρήσης [σκίσε] [πέρνα] [κουβάριασε] το σώμα μου ο χάρτης όρη από άλευρο ωκεανοί από μπαχάρια αλληγορία θεϊκή άκαμπτο ψάρι ευθυτενές Σισύφεια πορεία [τρέξε] [ανάπνευσε] τα δόντια [τρίξε] γλύψε από πάνω μου τη στάχτη λαίμαργα γράψε πορείες νέες, απάτητες, επάνω να γλιστρήσω, νέες λέξεις να πεις από τους ήχους ηδονής που θα παράξουμε μαζί κορμιά από όπιο, αυτά που απομείνανε απ’ το συμπόσιο ετούτο.

Ελευθερία Σταυράκη: "Πρώτη δασκάλα"

Στο δρόμο της για το χωριό ίσως φορούσε το μαύρο ταγεράκι χλωμό μπλουζάκι χαμογελαστό, τα μαλλιά σε σχήμα φωτοστέφανου
Μας άφησεστα δύσκολα ανορθόγραφους όσο μαθαίναμε τους χρόνους της οριστικής απώλειας Παρηγοριά μας τα πρόσωπα αμέτρητα του ρήματος θυμάμαι φωνής παθητικής, μας έλεγε Λάθος Θυμάμαι ρήμα φύσης ενεργητικής, θα πει δημιουργώ αμύθητη προσωπική περιουσία κεκτημένου χρόνου Παραδείγματος χάριν τη θυμάμαι σκυμμένη στα τετράδια μιας ζωής να σημειώνει τις  παραφωνίες να εντοπίζει τ’ αγεφύρωτα κενά στα διαλείμματα να πίνει τον καφέ πικρό απαρηγόρητη να φεύγει χωρίς προειδοποίηση, τη θυμάμαι ένα σπασμένο πόδι πίσω της να σέρνει, κάτι σαν ντροπή σαν δικαιολογία.

(από τη συλλογή "Ιθαγένεια", εκδ. Απόπειρα, 2016)

Ανδρέας Ζερδεβάς: "Εξόφλησα"

Σου έστειλα και το τελευταίο χρέος μου, κόσμε· σ’ εξόφλησα. Με δόσεις μεν, μα τα κατάφερα. Τα πήρες όλα σου και με το παραπάνω. Άσε με ήσυχο πια, κόσμε. Δε μου ’μεινε παρά μονάχα η θέα του χθεσινού ανθρώπου προς τον σημερινό συνάνθρωπο· εξοφλημένο στοιχείο μοναξιάς αυτός, που ακολουθεί πάντα το χθεσινό, ως συνέπεια χάριτος μιας θηλαστικής εκκρεμότητας, και λέει αντέχει ακόμη το κορμί να σκουπίζει τακτικά με δάχτυλα κι αγκώνες ό,τι του περίσσεψε. Μα σ’ εξόφλησα, κορμί! H τελευταία δόση μου, χώμα σου. Όπως, στιγμές, κι εσάς εξόφλησα. Πάνω σε σκέψεις τρεχαντήρια, ακούστηκαν δειλοί ορισμοί, προσανατολισμοί ακούστηκαν, ψιθύριζαν πάνω σε τοπία άσκοπων υδρορροών.

(από τη συλλογή "Χαραγματιές", εκδ. Κέδρος, 2015)




Παναγιώτα Τσορού: "Προσμονή"

Η απουσία σου μαύρη τρύπα που στο κενό με βυθίζει. Μνήμη αβάσταχτη τα φιλιά σου που σαν χείμαρρος μ' ανάσταιναν. Η προσμονή σου ωκεανός από δάκρυα που στέγνωσαν στη λήθη. Έφυγες και την ανάσα μου λεηλάτησες. Λαχταρώ να ζήσω πάλι το γλυκό σου ψέμα, χάρισε μου τα φτερά ουρανέ μου.