Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούλιος, 2017

Θοδωρής Σαρηγκιόλης: "Η νύχτα σαν μελάνι"

Ζεστός αέρας γλυκαίνει τις πληγές. Η νύχτα σαν μελάνι τη μέρα καταργεί και τ' όνειρο -καθρέφτης και ηχώ- ελέγχει τις καταχωρίσεις: Αθροίζει, αφαιρεί, πολλαπλασιάζει, διαιρεί τα κέρδη, τις ζημίες, των επενδύσεων τα φαντάσματα. Με το ξημέρωμα η τάξη διασαλεύεται και ανισορροπεί, ζητά την ηδονή στην τρικυμία.


(από τη συλλογή "Το δέρμα του χρόνου", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)


Κώστας Ρεούσης: "Αγάπη"

Μην ξεχαστείς στο πικρό της ιαχής που είμαι


(από τη συλλογή "Καρίνα", εκδ. Φαρφουλάς, 2012)


Σωτήρης Παστάκας: "Μια στιγμή"

ζ΄
Φεύγουν ακόμη στην ώρα τους
τα δρομολόγια για Φλώρινα. Για Πυργετό,
Κρανιά, Ραψάνη στο διάδρομο έξι.
Για Λήθη αναγγέλλονται ονομαστικώς,
όπως πάντα. Διαλέγω το κομπολόι μου
από ένα μάτσο του Πακιστανού: ένα ευρώ το ένα.
Θέλει πολύ κόπο και ψάξιμο ακόμη και το ψεύτικο,
Κική. Μιχάλη, απέκτησα καινούριες παραξενιές
παίρνω πχ. το σκέτο καφεδάκι μου στα ΚΤΕΛ.


(από τη συλλογή “Αλτσχάιμερ αρχόμενο”, εκδ. Μελάνι, 2017)


Έφη Καλογεροπούλου: "Αθέατη όψη"

Να θυμηθώ το πρόσωπό σου θέλω
στον εξόριστο των ανθρώπων τόπο
σε εγκατάλειψη που μυρίζει θειάφι
άσκοπη κίνηση να κάνω
σε ζώνη απαγορευμένη
εκεί που η ανθρώπινη αγέλη εκπνέει
ζωή σε εκκρεμότητα
γιατί ο θάνατος είναι σύμπτωμα ζωής
κι οι ζωντανοί αγέννητοι νεκροί
που παίζουν ζάρια
τζογάροντας τα πρόσωπά τους


(από τη συλλογή "Χάρτης ναυαγίων", εκδ. Μετρονόμος, 2017)


Παύλος Αβούρης: "Ο πανδέκτης"

Δύο δάχτυλα έχουν δύο νύχια μία γνώμη προδιαθέτει άλλες δύο μία στιγμή αφανίζει όλες τις προηγούμενες.


(από τη συλλογή "ANIMA", 2007)


Βασίλης Π. Καραγιάννης: "Μεσάνυχτα και κάτι"

Έσφιξα στο χέρι της νύχτας, τις λίγες στάλες τύψεων κι άρχισε η καμπάνα να διαχέει τις μονοσύλλαβες εντολές
και τους δικοτυλήδονους χαιρετισμούς.
Μια λαμπάδα έλιωσε το κερί
στην παλάμη του Απριλίου'
σταγόνες αναστημένου έρωτα
με γέμισαν ψύχρα.
Τ' αηδόνια διαλαλούν στις συστάδες
του μεσονυκτίου, διαλαλούν όσα είδαν στον αυλόγυρο
της εκκλησιάς - μέλπουν στον Αιθέριο τα νέα.
Σφίγγω το χέρι σου! Μ' αφήνει μια τρίγωνη υπόμνηση
η μια ακμή "επέστρεφε", η άλλη, "αγαπημένη"
η τρίτη, "λύτρον λύπης"!
Διατηρώ τα σημεία στίξης, ο σταυρός, τα χείλη
το άδολο ω-μέγα, οι κορυφές του στήθους τεφρό καφέ
κι η κόκκινη οξεία να μυρίζει δενδρολίβανο.


 (από τη συλλογή "Εσωτερική βραδυπορία", εκδ. Παρέμβαση, 1997)

Μαργαρίτα Μηλιώνη: "Ααα οι ποιητές"

στο κάτω κάτω ποιοί είμαστε εμείς
δυο φτωχοί ποιητές που νόμισαν
ότι χλέβαζαν τον κόσμο στο κάτω κάτω ποιοί είμαστε εμείς
δυο ακανόνιστα χαλίκια που κλωτσάνε
οι πιτσιρικάδες στον κατήφορο στο κάτω κάτω ποιοί είμαστε εμείς
δυο τρύπιες σαμπρέλες ποδηλάτου
που δεν μπόρεσε να πάρει τα πόδια του στο κάτω κάτω ποιοί είμαστε εμείς
δυο τίποτα που πίστεψαν για μια στιγμή
πως αν αγκαλιαστούν θα γίνουν κάτι
οι ποιητές φίλοι μου δεν υπάρχουν
όταν το αντιλαμβάνονται εεε τότε αρχίζουν
με περίστροφο να σκαλίζουν τον εγκέφαλό τους


Ελένη Κόλλια: "Αναπόφευκτα"

Έφτασα ως εδώ αναζητώντας εκείνο
που με πέλαγος αμείβει τον κόπο σου
-σταλιά παραπάνω-
που άλλος δεν είναι απ' το να στεριώνεις στον άνεμο
υπακούοντας μόνο στους άγραφους νόμους
που σαν τζιτζίκια τα μεσημέρια τσιγκλάνε τον χρόνο.
Όμως, θα ήταν αφέλεια αν πίστευα
πως δεν θα συγκρουστώ μετωπικά
-αργά ή γρήγορα-
ακόμα και με την ίδια τη θάλασσα.
Κι αχαριστία του νου μου θα ήταν
να θεωρώ ότι αυτό τώρα που με μεθά,
κάποτε,
κι αυτό το ίδιο δε θα διψάσει.


(από τη συλλογή "Από τα πράγματα στο όνομά τους", εκδ. Γαβριηλίδης, 2014)


Νίκος Κατσαλίδας: "Μυστικός δείπνος"

Και μεθυσμένοι στα βαθιά μεσάνυχτα πετούσανε στην εσχατιά της θάλασσας
το άγιο δισκοπότηρο της ριγηλής σελήνης.

(από τη συλλογή "Η σέλα της σελήνης", εκδ. Τυπωθήτω/Λάλον Υδωρ, 2007)



Ελευθερία Θάνογλου: "Εικοσιτετράωρο"

Η θάλασσα πρασίνισε ο ουρανός μαύρισε.
Το κορίτσι έσκιζε τα κύματα τα κύματα έσκιζαν το βράδυ τα χαρτιά της. Το αγόρι φόρεσε το βράδυ και το πρωί που το ’βγαλε σκοτείνιασε τελείως.




Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη: "Το σπίτι"

Σχεδιάζαμε ολόκληρη νύχτα
Πώς θα είναι τα χρώματα στα παράθυρα
Πώς θα είναι τα σεντόνια
Σπάσαμε κι ένα ρόδι στο πάτωμα
κι ήμασταν ακόμη άγνωστοι
Κρεμάσαμε κόκκινες φωτογραφίες
Στους τοίχους έλαμπε η σιωπή
Ντύσαμε ανυποψίαστοι τα σώματά μας
με ναυαγισμένες αισθήσεις
εξορισμένες απ’ τη μουσική
Μετακινήσαμε το ξύλινο τραπέζι
ενώ το φως ξέφευγε απ’ τις κλειδαρότρυπες
Βάλαμε λουλούδια σε κάθε γωνία
Τα ποιήματα έτρεχαν φοβισμένα
γύρω απ’ τους καθρέφτες
Ανάψαμε τα μεγάλα κεριά
καταργώντας τις ψευδαισθήσεις
που είχαν τυλιχτεί στους αγκώνες μας
Λατρέψαμε αθόρυβα την αναμονή
κι ήμασταν ακόμη αδάκρυτοι


(από τη συλλογή "Άγρια χόρτα", εκδ. Κίχλη, 2017)

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: "Η αλλοτρίωση της έλξης"

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μόνο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.


(από τη συλλογή "Η ανορεξία της ύπαρξης", εκδ. Καστανιώτη, 2011)


Δημήτρης Τρωαδίτης: "Άτιτλο"

Το τυχαίο γεμίζει
τα κενά των σπιτιών
ο ήλιος έχει παραδοθεί
σαν παλιός μετανάστης
με κλαδιά αφομοίωσης
στα χέρια
κι οι κουβέντες ξεραίνονται
πάντα στα χείλη.


(από τη συλλογή "Με μια κόκκινη ανάταση", εκδ. Στοχαστής, 2016)

Νίκος Βλαχάκης: "Ηλιοστάσιο"

Οι βουνοκορφές που αντίκρυσα,
Εμβλήματα στο μέτωπο του ορίζοντα
τις ανέβηκα γνέφοντας αισιοδοξία
στο μάτι του ήλιου
τις κατέβηκα σφυρίζοντας υποσχέσεις
στο μυχό της θάλασσας
με κομμένα καρπούζια
πεταμένα στα βότσαλα
με κεντημένα σύννεφα
σχισμένα στα ερέβη
με τα πουλιά της θάλασσας
να κλαίνε στο κορμί της
με την αυλή πασπαλισμένη ασβέστη
και το χαμένο άχυρο
μες στην πνοή τ’ ανέμου.
Με μια φτερούγα όνειρο,
Μιαν κόψη εφιάλτη...!

(από τη συλλογή "Περί τύβρης και σκιάς- Idola Tribus", εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)

Ανδρέας Τσιάκος: "Οι πρόκες του Αναγνωστάκη"

Παρήλαυναν νυχτιάτικα στην καρότσα ενός αγροτικού οι πρόκες του Αναγνωστάκη. Ματωμένες, μεθυσμένες και άνεργες. Καμία λέξη δεν είχε καρφωθεί επάνω τους. Τι είχε πάρει ο άνεμος.

(από τη συλλογή "Ο λαιμός του δήμιου", εκδ. Straw Dogs, 2016)


Ζ. Δ. Αϊναλής: "Άτιτλο"

Κι έκανε τόσο κρύο για να μείνω γυμνός! Ανατρίχιαζα κι άπλωνε η συνείδηση. Ο άπειρος χώρος της έσωθεν αποικίας.
Λίγο να γλιστρούσες και βρισκόσουν στον Άρη. 



(από τη συλλογή "Τα παραμύθια της έρημος", εκδ. Κέδρος, 2017)



Γιάννης Αλεξανδρόπουλος: "Άτιτλο"

Δεν ταριχεύομαι εγώ στα καλύμματα των λέξεων Σπάζω τα τσόφλια της αδράνειας το μάρμαρο της αιωνιότητας Μεταβλητή είμαι που βγάζει ένα-ένα τα σύμφωνα-δόντια των λέξεων που φυτεύει στα σπλάχνα ξανά και ξανά τα φωνήεντα


(από τη συλλογή "Χυμένο κόκκινο", εκδ. Μανδραγόρας, 2016)

Ανδρέας Γεωργαλλίδης: "Γιατί επιμένω"

Κλειδώθηκα έτσι, γιατί πίστεψα πως τα κλειδιά είναι αχρείαστα σε πόρτες που μας βλέπουν. Τα αντικλείδια δεν έλαβα υπόψιν και να που βρέθηκα κλειδωμένος χωρίς κλειδιά και αντικλείδια.

(από τη συλλογή "Όταν βυθίζεται το πιάνο", 2004)

Αφροδίτη Διαμαντοπούλου: "Διαίρεση"

Διαιρετική διαδικασία αυτός ο έρωτας.
Διαιρετέα η ύπαρξή μου.
Διαιρέτης ένας εγωισμός σε αποσύνθεση.
Μη φανταστείτε! Το πηλίκο αμελητέο.
Πέντε-έξι όμορφες στιγμές!!!
Ατελής διαίρεση..
Αφήνει πίσω υπόλοιπο από καλοκαίρια αβίωτα,
λόγια ανείπωτα, πόθους ανεκπλήρωτους.
Μεγάλο υπόλοιπο…
Κάπου έγινε λάθος.
Ας ξαναπροσπαθήσω…


Χριστόφορος Τριάντης: "Εκτός σειράς"

Ξέπνοες οι αλήθειες του έρωτα κολυμπούν στις θάλασσες των συμβάσεων. Σε πράξεις ηδονής μασκαρεύονται, ξεμπαρκάροντας στις αποβάθρες των συναλλαγών, δήθεν να προλάβουν τους εκτιμητές των ποσοτήτων, τους λογοκριτές των ποιοτήτων. Μα, σακατεμένες απ’ την ωριμότητα συναινούν με της λογικής τους αχθοφόρους, τους άξιους συνεχιστές της ακρισίας, καθώς στριμώχνουν  των εραστών τις διαθέσεις στα ερμάρια της συνήθειας   (και στους λάκκους της τελετουργίας) . Αφήνοντας εκτός σειράς το τραγικό των εκπληρώσεων και το γελοίο των σκέψεων.


Γιώργος Δάγλας: "Άτιτλο"

Όταν βρέχει και φοβούνται τα σπουργίτια
αναστενάζω
φεύγω για τη Λάρισα.
Όταν βρέχει
διαβάζω ανέκδοτα.
Φίλοι μου
όταν πιάνει μπόρα
σταματάω όλα τα ταξί
μπαίνω μέσα και κλαίω.
Έρχομαι.


(από τη συλλογή "Η μέρα των φωταγωγών", εκδ. Ελεύθερος Τύπος, 1982)

Ιωάννα Σκαντζέλη: "Διορθώσεις"

Σβήσε τους τόνους αστόλιστες οι λέξεις να βαραίνουν Σβήσε τα κόμματα να μη χωρίζονται οι άνθρωποι Σβήσε τις τελείες μου θυμίζουν θάνατο.

(από τη συλλογή "Απόπειρα 1: Δυστοπία", εκδ. 24grammata.com,  2016)


Παναγιώτης Δαμκαλής: "Ανακαίνιση εντός"

Είναι κι αυτή η μύγα, το εντός μου κατοικίδιο, όχι του Σωκράτη η αλογόμυγα, άλλη, για ιδία χρήση. Πίστεψα ότι την είχα εξολοθρεύσει άπαξ δια παντός πως κατέκτησα μια κάποια εσωτερική κανονικότητα ένα κέντρο βάρους και ένα εξωτερικό μοντάρισμα χάρμα ιδέσθαι. Με μια άλφα τάξη όπως στο ηλεκτρονικό με τα τουβλάκια αλλά χωρίς τη μπίλια. Όμως νάτην!
Πρέπει τώρα να αυτοπροσδιοριστώ ξανά να μεταμορφωθώ καφκικώς να μετατοπιστώ καστανεντικώς να πολλαπλασιαστώ βιβλικώς να διαμοιραστώ μητρικώς να ανακατανείμω την, του βίου μου, συγκομιδή στα, τω όντι, χρειαζούμενα. Άπαξ και δια παντός.


Ανδρέας Καρακόκκινος: "Σαν τους παλιούς χαρτοκλέφτες"

Παίζεις με σημαδεμένες
λέξεις
σαν τους παλιούς
χαρτοκλέφτες.
Αφήνεις κλεμμένους στίχους
στο τραπέζι,
πάντα σε σχήμα καρδιάς,
τους βαφτίζεις έρωτα
και κερδίζεις τη παρτίδα.
Χειροκροτείς τον εαυτό σου
για τη νίκη
ανεβαίνεις στο βάθρο
του νικητή
καμαρώνεις τη μοναξιά σου
και χάνεις το παιγνίδι
της ζωής.


(από τη συλλογή "Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό", εκδ. Ένεκεν, 2017)


Κυριακή Αν. Λυμπέρη: "Δήθεν δική μου"

Α, γλώσσα άτιμη ιερόδουλη -για να το πω κομψά- πώς ξέρεις να μοιράζεσαι σε όλους εδώ κι εκεί και σ' όποιον να' ναι και τα "πολλών ανθρώπων λόγια" σου μ' ακολουθούν αδιάκοπα απ' την κουζίνα στο κρεββάτι! Ατμίζεις, κυλιέσαι πρώτα μέσα στα κατσαρολικά και φαγητά για το χατήρι σου θυσίασα ύστερα στη βιβλιοθήκη για καφέ και το βράδυ δήθεν δική μου, δήθεν δωρεάν να που με ταχταρίζουν στα σεντόνια ορμητικοί οι φθόγγοι σου ως το χάνομαι. Χτυπάνε μες στα δόντια μου ταμπούρλο τα φωνήεντά σου να μην τελειώνει η μουσική καλέ τι ωραία που εξασκούμαι στα ανείπωτα! Όμως σαν οι πολλοί είναι κοντά μου αλλά λείπει ο ένας γλώσσα αυτό πώς ονομάζεται; Και άραγε γιατί δεν βρίσκω λέξεις να το πω τόσο σοφή -ως τώρα- που έγινα κλέβοντας; Και πώς ακόμα επιμένει η μοναξιά -άλλη τρόμου αγαπητικιά κι αυτή!- πίστη στο μαξιλάρι μου να ορκίζεται;


(από τη συλλογή "Ορμητικοί οι φθόγγοι ως το χάνομαι", Εκδόσεις των Φίλων, 2017)


Στέλιος Καραγιάννης: "Το παράδοξο"

                                    Στον Μιγέλ  Άνχελ  Αλέχο Άλβαρεθ

Το σπίτι μου δεν είναι το σπίτι μου. Το σπίτι μου είναι το σπίτι των γάτων μου. Αυτοί ζουν  σ’αυτό και πότε-πότε μ’ αφήνουν κι εμένα να ζήσω.


Ντέμης Κωνσταντινίδης: "Ρέστα"

Σαν ήσουνα μικρή σε έντυναν πριγκίπισσα. Και οι γονείς των φιλενάδων σου - αυτό στην έσπαγε πολύ! - πριγκίπισσες τις έντυναν.
Τώρα, στο φαστφουντάδικο - προτηγανισμένο χαμόγελο - ξανά ομοιόμορφη στολή: μπλούζα, κονκάρδα, με καπελάκι ασορτί.


Θεοδόσης Βολκώφ: "Versus II"

3
Τους στίχους μου φαρδιά-πλατιά υπογράφω
με το χαλκούν δισύλλαβο όνομά μου· κι έτσι όπως μέρα-νύχτα μεταγράφω
το αίμα μου, τους μυς, τα σωθικά μου,
με χρώματα πολεμικά με βάφω
και μονομάχος στέκω επί της άμμου.
Σε πολεμώ και οδεύω προς τον τάφο,
μικρή Εποχή κι όμως μεγάλη εχθρά μου,
δοσμένος στη σκληρή χειρωναξία
του στίχου μου. Ο στίχος μου και πράξη.
Παρά την τρομερή αιματοχυσία,
κανείς από τους δυο μας δεν θ’ αλλάξει.
Κι ας έρθει όποιος θέλει να με κρίνει.
Για τη σφαγή παίρνω την πάσα ευθύνη.

(από τη συλλογή "Σονέτα", εκδ. Γαβριηλίδης, 2016)


Χαρά Ρίζου: "Κλυδωνισμοί"

Λόγια καρφιά σε τοιχώματα στήθους
Η επικοινωνία πλοίο ακυβέρνητο
Μπαλώνεις τα σωσίβια να περισώσεις κάτι
Ανάποδος ήλιος ανατέλλει στις ταραγμένες λίμνες των ματιών μας


Παναγιώτα Τσορού: "Χαϊκού"

Πλοία σκουριάζουν σ' ακρογιάλια που ήλιος
δεν χάιδεψε.

    ***
Ιούνη δώρα
κύματα θαλασσινά
μύρια σ' αγαπώ.

    ***
Με τον αγέρα
παλεύεις κυκλάμινο
πλάι σε γκρεμό.



(από τη συλλογή "Του κόσμου και του έρωτα 101 χαϊκού")


Δημήτρης Π. Κρανιώτης: "Ψευδαισθήσεις"

Βουβές ρυτίδες
στο μέτωπό μας
τα σύνορα της ιστορίας,
ρίχνουν κλεμμένες ματιές
σε στίχους του Ομήρου.
Ψευδαισθήσεις
γεμάτες ενοχές
λυτρώνουν
τραυματισμένους ψίθυρους
που έγιναν αντίλαλοι
σε φωτισμένες σπηλιές
ανόητων κι αθώων.


(από τη συλλογή "Νοητή Γραμμή", 2005)