Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Οκτώβριος, 2017

Έλενα Στριγγάρη: "Θ’ αυτοκτονήσουνε οι πόρτες"

Ο Έρωτας όταν θα φύγει θα ξεπηδήσουνε σε πρώτο πλάνο οδυνηρά τα φόντα. Θα επιβληθούνε στη ζωή μου τα ντουβάρια. Ξεχνώ τις πόρτες. Τα πλαίσια τα προορισμένα να φέρνουν και να παίρνουν. Θέλω να τις ξεχνώ. Γιατί απουσιάζοντας εσύ που τις εργοδοτούσες, θ’ απεργούν. Λες κι άνοιγε η ψυχή τους όταν τις περνούσες, πιστές σ’ εσένα, ζώντας λες από χάρη σου, θα φτάσουν αυτοϋποτιμώμενες στην εγκατάλειψή τους – μονάχα δείχνοντάς μου λιγάκι απόξω τοίχο και το άνοιγμα του σκοτεινού και σιωπηλού διαδρόμου – ν’ αναιρούνται.
Κουκάκι 1989
(από τη συλλογή "Εν Πλω και Ακυβέρνητα", εκδ. Αρμός, 2009)


Άγγελος Μητσόπουλος: "Σταματημένα λόγια"

Αγανακτώ γιατί... Κάποιοι δεν εκτιμούν την προσπάθεια. Κλέβουν τα όνειρα άλλων, αντί να φτιάξουν δικά τους.
Αγανακτώ γιατί... Δεν είσαι μαζί μου και δεν ξεχνώ το άρωμά σου.
Αγανακτώ γιατί... Πάλι τα ίδια λάθη θα έκανες, βολεύτηκες σε ρηχές θάλασσες και σ' έπνιξαν τ΄ανείπωτα συναισθήματα.
Αγανακτώ γιατί... μαζί μου ήσουν μια άλλη κι ούτε ένα τραγούδι δεν μου αφιέρωσες.
Αγανακτώ γιατί... κάποιοι δεν έχουν ένα πιάτο φαγητό και κάποιοι άλλοι πετάνε το φαγητό που περισσεύει.
Αγανακτώ γιατί... έκαψες το αύριο για ένα άγονο χθες με ληγμένες θεωρίες. Όμως φοβήθηκες να κάνεις απρογραμμάτιστες πράξεις.
Αγανακτώ γιατί... Δήθεν μπέρδεψες την καλοσύνη με το συμφέρον.
Αγανακτώ γιατί... άργησες να έρθεις να ατενίσουμε μαζί το ηλιοβασίλεμα. Και τώρα αργεί να δύσει ο ήλιος.
Κι ίσως χάσαμε την ευκαιρία που είχαμε... Αλλά όχι, επιμένω στα ηλιοβασιλέματα. Εκεί θα γίνει η επανάσταση. Με χρώματα και σκέψεις αγάπης!


Αντώνης Γκαιρώ: "Τσίμπημα"

Δίπλα στην μικρή όχθη του ποταμού στέκεται έντρομο έντομο δε μιλά, μόνο φοβάται εσένα
"Γιατί δεν μπορώ να δω τι υπάρχει μέσα σου"; μόνο του υποψιάζεται χωρίς νου
Ύστερα σου πίνει το αίμα κι εσύ αδειάζεις σε μια τσέπη ιπτάμενης γης.
Η κατανόηση σου πετά, απομακρύνεται νοσταλγικά.
Ανάμνηση της μετάδοσης αυτό το βουνό πάνω στο δέρμα σου.
Ταπεινά αναδύσου μέσα από την μικρή αυτή έλλειψη της σιωπής σου.
Χωρίς κεντρί απάνω σου ποιος είσαι αναλογίσου


(από τη συλλογή "Φρενίτιδα", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2017)

Θοδωρής Σαρηγκιόλης: "Φύλλα χαλκού"

Πλέουμε σε καθαρό νερό, γύρω μας φύλλα χαλκού απειλούν με πτώση, φύλλα φθινοπώρου που αιμορραγούν και θέλουν να καρπίσουν. Ρυτίδες στο νερό το πέρασμά μας· πού θα μας πάει η ροή, σε ποια θάλασσα θα καταλήξει το ποτάμι; Ο άνεμος σηκώνει τα φύλλα, τα στροβιλίζει καταστρέφει την ομορφιά του τυχαίου. Η νύχτα θα φέρει άλλες εκδοχές να ψιθυρίσουν τα μυστικά του επερχόμενου χειμώνα. Ίχνη στο χιόνι βαθιά, αποτυπώματα, στοιχεία και τεκμήρια μιας παγωμένης ιστορίας δεν αρκούν για την απόδειξη του τετελεσμένου.

(από τη συλλογή "Το δέρμα του χρόνου", εκδ. Γαβριηλίδης, 2012) 


Ευτυχία Καπαρδέλη: "Δημιουργία"

Μύριες λεπτές ρίζες φλέβες στην δύναμη της γης βυθισμένες γεννιέται όμοια η βλάστηση και η ψυχή Ένα σώμα βράχος και Θεός
Άπλαστη η φωνή η ανάσα και η εντολή ζωής νερό που ρέει για Αιώνες προς την θάλασσα αδιάκοπα
Τον βράχο αγγίζουν σοφά χέρια τον φυλακίζουν στο νου και το κορμί
να τον ερμηνεύσουν θέλουν

Γιάννης Μασμανίδης: "Άτιτλο"

Χωρίς
Να ξέρω
Ποια σκοτεινιά
Μ' ορίζει
Με ρούχα
Παλιά
Και ελπίδες
Ξένες

Ακίνητος
Ληστεύοντας
Τη μνήμη


(aπό τη συλλογή  "Φεγγίτης", εκδ. Νέα Πορεία, 2006)


Κυριάκος Ευθυμίου: "Κυρτός αλατοπώλης"

Δάσος από τρεμάμενες σκιές, τριξίματα φτερουγίσματα αθέατα αιφνίδιων σπίνων∙ κρυμμένα για να σε ταράζουν αναφιλητά.
Με εικόνες που εφώτισε φεγγαριού πεπρωμένο εστερεώθη των λαθών η λυπημένη διαύγεια∙ έκθετο κόσμημα της κρυφής σου πληγής.
(Τον κόσμο διαβαίνεις με βήμα σκοτεινό κυρτός αλατοπώλης υφάλμυρων καιρών.)
Στ’ άγρια σαν σαλέψουν θηκάρια του χαμού τα λερωμένα και τυφλά του δίκαιου μαχαίρια, μες στης ψυχής τη νύχτα στράφτει κείνο το φως.
Πλησίον κάπου πάντοτε ξυπνά παιδί και κλαίει. Τ’ άδολο κάτω χείλος του τρέμει∙ και ριγεί.


(από τη συλλογή "Κυρτός αλατοπώλης", εκδ. Εντευκτηρίου, 2015)

Δημήτρης Κούνδουρος: "Η σιωπή των λέξεων"

Κάποτε οι λέξεις σωπαίνουν υγραίνει το χαρτί απ’ τα δάκρυά τους.
Κάποτε οι λέξεις γίνονται δέντρα με πουλιά σε βασανίζουν με χάδια ανέμων.
Κάποτε οι λέξεις λησμονούν τον ήχο τους κι ο άνθρωπος βαδίζει μονάχος
μόνο με τη μοναξιά του κουβεντιάζει.


(από τη συλλογή "Η σιωπή των λέξεων", εκδ. Έλευσις & Υδράνη, 2017)


Αντώνης Πιλλάς: "Άτιτλο"

Αν είσαι ποιητής   θα φέγγει η μοναξιά σου, τα δέντρα θ’ αγαπάς και τη σιωπή τους, το ανείπωτο θα σε τυραννά   κι οι λέξεις θα εξαντλούν το αίμα σου.

(από τη συλλογή "Θραύσματα" (σειρά δεύτερη), 2016)

Τέλλος Φίλης: "Μακρόθεν"

Ανάμεσα στις ζωγραφιές συναντώ την πραγματικότητα
σε άσπρα κρεβάτια νοσοκομείου
με μαύρα βλέμματα αρρώστων
ευτυχισμένος υγιής
κάτοχος μιας ηλικίας που επιβίωσε
ο επιζήσας των αναστημένων
ολομόναχος
στους δρόμους με τις κρύες λίμνες
και τα ζεστά μάγουλα από τα φιλιά των χαιρετισμών
αχρείαστα επιβιώσας
των χρησμών της εποχής μου
που για άλλα τύρβαζε
και τώρα μας μετρά στα κοιμητήρια


(από τη συλλογή "Αποσιωποιητική ηλικία", εκδ. Bibliotheque, 2014)


Χαρά Σαρλικιώτη: "Guadloup"

Μετά τη βροχή ο ήλιος καίει τα πόδια μας Καινούργια άνθη κατέλυσαν το σπίτι και μας έβγαλαν έξω. Είδα την ασάλευτη Άρκτο στον ουρανό και άκουσα τη φωνή σου στο υπερατλαντικό καλώδιο. Είσαι κάποιος που αντιστέκεται στη χρυσή έρημο. Με κλειστά μάτια γράφουμε μια λαμπερή σκέψη. Σύννεφα κυκλώνουν το φεγγάρι. Είμαστε αβοήθητοι.
Κοιμάμαι στο βόμβο του νερού Μακριά από τη σιωπή του υποβρυχίου. Ο αέρας θερμαίνεται στις φλόγες του παλιού αερόστατου. Διέσχισα μια πορεία πυγολαμπίδων και κατευθύνθηκα προς την κουζίνα.
Ο καρπός της φιλίας μας; Αχνιστό ρύζι, σκοτεινό ψάρι. Μεγάλη συγκέντρωση σύννεφων εξαφάνισε το φεγγάρι. Είμαστε τυφλοί.


(από τη συλλογή "Φανταστικοί τόποι", εκδ. Τυπωθήτω, 2012)


Θανάσης Πάνου: "Αναγνώστης"

Γράμματα δεν ξέρω μα η βροχή και η καταιγίδα ποτέ δεν θα με αιφνιδιάσουν. Είμαι ο αναγνώστης του καιρού.
Σήμερα θα φάω άνεμο με φέτα και το πρόσωπό μου θα στολίσω με βροχή.
Τα βράδια δεν μελέτησα ποτέ έχω το κεφάλι μου ψηλά. Μιλάω με τα άστρα.

Γεώργιος Σγούρδος: "Στα δύσκολα είσαι μόνος"

Ξέσπασε καταιγίδα της φύσεως υπερπαραγωγή υπ’ ουδενός την αιγίδα
(άφαντοι οι μεγάλοι χορηγοί)
είσοδος ελεύθερη δίχως ομπρέλα με δική σου ευθύνη

Γιάννης Ευθυμιάδης: "Αιφνίδιος άγγελος"

Από ποτάμι άνυδρο έφτασαν δυό σταγόνες νιότης. Πού θα 'βρουν τις πηγές αυτοί που 'ναι να 'ρθουν; Θα τους ζητήσουν τα κλειδιά αδάκρυτοι τελώνες Στημόνι πίσω χάραξα, να μη χαθούν.
Ρόδι μεστό ξεχύθηκε στο χώμα Και πότισε από άρραγο γυαλί Λόγος που κυοφόρησε πολλών ανθρώπων στόμα Κεραυνός μήτρας ήρθε η εντολή.
Ποιος ποταμός μας γύμνωσε Φέρνοντας στάχτες πύρινες ακόμα ζωντανές! Έστρεψε αλλού τη μοίρα για Να μετρήσει ανάστημα μπροστά στο αχανές.

(από τη συλλογή "Στίγμα", 2004)

Γιώργος Δυνέζης: "Ολίγα μαθηματικά που κατεβάζει η γλώσσα μου"

Οι λέξεις – δεν είναι αριθμοί αν ήταν θα 'ταν άρρητοι· στέρεοι και μη περιοδικοί ρευστοί στο κάθε εκμαγείo
ανεύρετο το εργαλείο παραμένει που θα υπολόγιζε εις το ακέραιο το ήθος τη ρίζα του κακού και τις πλευρές ενός αστερισμού
κι αφού κανείς καμιά δεν τις νοεί το ίδιο οι λέξεις – αριθμοί δεν είναι
είναι πουλιά που καταπίνουν τα κελιά τους
(δεν παραπέμπουνε σε σχήματα) του χρόνου μοιάζουνε οχήματα που κάτι σα να φέρουνε                       και κάπου σα να πάνε 
από την άρθρωση ενός βατράχου ως του διαστημανθρώπου τη διάλεκτο
διαιωνίζουνε το πρόβλημα του τετραγωνισμού

(1ο Βραβείο του 6ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ)

Σωτήρης Τριβιζάς: "Άτιτλο"

Οι μέρες μικρές οι νύχτες σαν όστρακα ο ουρανός μου λευκός με ίσκιους παράξενα άστρα. Άγρυπνες ώρες μέσα στη σιωπή ένα αιφνίδιο δευτερόλεπτο που στέργουν οι αιώνες κι έρχονται λέξεις λαμπερές σαν έρωτας άσπρες φωνές χειρονομίες του ύπνου ένα φεγγάρι φωτεινό στον ουρανό να σκύβει να σαρκάζει τα σκοτάδια.

(από τη συλλογή "Βίος ασωμάτων και άλλα ποιήματα", εκδ. Νεφέλη, 1991)


Μάνια Μεζίτη: "Ζοφεροί καιροί"

μια μέρα
θα φορέσει ένα καπέλο
από ποίημα του Λειβαδίτη
θ’ ανοίξει την ομπρέλα της
και μ’ ένα μπουκέτο βιολέτες
θα προσπεράσει μια εποχή
θα την βρείτε να κάθεται
σε τραπέζι μακρόστενο
με αναμμένα κηροπήγια
και να λέει με θαμπή φωνή
μα πώς σας διέφυγε μητέρα
εγώ ποτέ δεν έμαθα να ιππεύω


Κατερίνα Ηλιοπούλου: "Το τραγούδι της Σειρήνας"

Πράσινα πλοκάμια μαλλιά πράσινος ο μέσα ήλιος μου προίκα βαρύτητας χωνεμένης τον έφαγα μπουκιά μπουκιά τότε που ήταν ακόμα χρυσός σαν μέλι. Τώρα στον ανάποδο κόσμο μαζεύω ίσκιους μετράω φυσαλλίδες μετεωρίζομαι στον τόπο από λειωμένους καθρέφτες: Εδώ που δεν υπάρχουν είδωλα και κάθε μορφή στέκει αναπανάληπτη στο διηνεκές παρόν της. Το στόμα πρέπει να μένει ανοιχτό τα μάτια ακίνητα προσηλωμένα εδώ διαλέγεις άγαλμα και το φοράς σαν ρούχο.


(από τη συλλογή "Ο κύριος Ταυ", εκδ. Μελάνι, 2007)


Μέρη Λιόντη: "Και φέτος"

πυρωμένο χώμα άνεμος καυτός νερό λειψό και εκκρίσεις
σαλπάρουν οι μέρες πανιά σκισμένα με θρήνο στη ζωή γερνούν οι επίγονοι
τι παραλλάσσει;
και πάλι στον ορίζοντα του πουθενά με μια ληγμένη αγάπη ο οδοιπόρος
κουβαλά και φέτος ένα έκθετο καλοκαίρι
(αποσπασματικά και ασθμαίνοντας στα σκαλιά)



(από τη συλλογή "Θέρος το χειμαζώμενο", εκδ. Σαιξπηρικόν, 2014)

Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος: "Πίσω απ' το παρμπρίζ"

Αναμένω σβηστός τις κόρες του πιάνου εν μέσω βροχής και ομίχλης ημίφωτης. Ξεφυλλίζω μνήμες.
Αστράφτει πάλι κι αναβοσβήνει το πρόσωπό σου. Κλαδιά τσακίζω δισταγμούς το σώμα ξεχερσώνω και δίνω σφαχτάρι το λαιμό στα χείλη σου τα πυρωμένα.
Κλείνω τη μνήμη κι ανοίγομαι στα FM. Κύματα αδολεσχίας πλήττουν τη βάρκα μου Αναδιπλώνομαι
Καρδούλες διάφανες ζεστές οι στάλες της βροχής εισχωρούν αιφνίδια στη σελίδα σε ρυθμό ρελαντί και διασχίζοντας τους φράχτες των στίχων αφανίζονται στον άλλο γκρεμό
Χαμός γλυκός βαραίνει τα ματόκλαδα.



(από τη συλλογή "Μικρές ανάσες", εκδ. Μελάνι, 2010)


Μανόλης Πρατικάκης: "Τα δέντρα"

Tι δίκαια και πόσο σιωπηλά είναι τα δέντρα. Δε ζητάνε στάλα παραπάνω απ' αυτό που τους αναλογεί. Είτε σε έρημο είτε σε πολυσύχναστη πλατεία, η λεύκα λεύκινα, η λεμονιά λεμονένια θα ντυθεί. Ή πάλι μετατρέπονται σε οικοτροφεία και ξενώνες για της πλάσης τα στρουθιά - αληθινό περίττωμα η λέξη έξωση. Στο παραμικρό αεράκι πιάνουν το τραγούδι. Όταν τα πληγώσεις, δε βογκάνε˙ δεν τραβάνε τα πλούσια μαλλιά τους. Δακρύζουνε κρυφά κι ακούν οι ρίζες. Όμως καμιά φορά πεισμώνουν όταν ο άνθρωπος τα βασανίζει. Αγριεύουν τότε, συστρέφονται, φτύνουν τον καρπό. Εκδικούνται το χέρι που τα καίει. Ρίχνουν χώρια μες στις πλημμύρες. Με δένδρινα μυαλά νουθετούνε. Με θεσπίσματα θεία αφανίζουνε φυλές.


Μιχάλης Βάκρινος: "Ο κύκλος της ήττας"

Γύρω γύρω.
Ακόμη μια στροφή στον ίδιο άξονα
Μη ζαλιστείς!
Η μόνη απαγόρευση.
Πρέπει να κοιτάμε ψηλά.
Μας έδειξαν τον ήλιο που το κάνει
Και έτσι και εμεις, ένα φωτάκι ελάχιστο
που γυρνάει, γυρνάει.
Φωνάζουμε κι άλλους σε αυτόν τον κύκλο.
Η ακινησία τιμωρεί το γρανάζι.
Και εδώ δεν πρέπει πια κανείς να πάει χαμένος.
Δεν περισσεύουν εξαρτήματα για πέταμα.
Το βράδυ, κάποιος γέλασε, που έκανε εμετό.
Άλλος ένας και ακόμη ένας τρίτος.
Το πρωί,
η δραμαμίνη έγινε υποχρεωτική
και παρεχόμενη δωρεάν σε όλο τον κόσμο.
Έτσι αδερφέ.
Έτσι περιστρεφόμαστε συνέχεια.
Έτσι που νιώθουμε τουλάχιστον κινούμενοι
Σαν στόχοι,
ευτυχισμένοι και αυτό να μας αρκεί.
Γυρνάμε αναντίρρητα τη μοίρα μας
μας είπαν πως θα βγάλουμε φτερά.
Και ποιος αυτός που επιθυμεί να περπατάει;
Άιντε.
Ακόμη μια στροφή σαν κίνηση σελήνης.
Και ακόμη όσες χρειαστούν
ώσπου να μάθουμε να ζούμε ως ανεμόμυλοι.
Σπάμε τη λόγχη,
το όνειρο του κάθε Δων Κιχώτη.
Είπαν να μην εμπιστευόμαστε τρελούς.


Γρηγόρης Χαλιακόπουλος: "Σταγόνα"

Πώς δραπετεύουν άραγε από τις χούφτες του Θεού τις νύχτες πεφταστέρια. Η τελευταία λάμψη τους ρόγχος επιθανάτιος αγιάζει τη φυγή τους. Σ’ αυτήν ορκίζονται έρωτες ευχές κρυφές καραδοκούν τους τυχερούς που αντάμωσαν της πτώσης τους το ρίσκο. Καμιά φορά το δάκρυ τους βροχή προετοιμάζει. Μα εγώ αλαφροΐσκιωτος κάτω απ’ τα ουράνια τη μια σταγόνα σέβομαι στο μέτωπο σαν πέφτει κι απαξιώνω τη βροχή που κλάμα μου θυμίζει


Ζαχαρούλα Γαϊτανάκη: "Ανοχύρωτη ψυχή"

Σου παραδίδω, αναγνώστη, την ψυχή μου, αποτυπωμένη στη χάρτινη λευκότητα, α ν ο χ ύ ρ ω τ η. Κάθε σελίδα και μια Κερκόπορτα. Οι λέξεις, οι στίχοι, οι στροφές, τα πολεμοφόδιά μου. Υποκλίνομαι και μ’ ανακούφιση αφοπλίζομαι εμπρός σου, αναγνώστη. Επιείκεια δε ζητώ και όμηρος πια στην κρίση σου αφήνομαι.


(από τη συλλογή "Ανόμοια τοπία", 2001)